Όταν ο Βασίλης Μοσκόβης ερωτεύτηκε την Κάρπαθο

Όταν ο Βασίλης Μοσκόβης ερωτεύτηκε την Κάρπαθο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

«Το νησί με τα περήφανα βουνά, τα κρυσταλλένια νερά και τους αγνούς ανθρώπους που διατηρούν ακόμη αλώβητη τη δωρική μονολιθικότητα κι αμόλευτες τις θαυμαστές παραδόσεις και τα έθιμα τους».

Με αυτή την πρόταση έκλεισε το πανέμορφο άρθρο του, για την Κάρπαθο, στην εφημερίδα ΡΟΔΙΑΚΗ ο δάσκαλος, λογοτέχνης και δημοσιογράφος Βασίλης Μοσκόβης.

Με το ατμόπλοιο της γραμμής, το ΑΡΚΑΔΙΑ, το δεκαπενταύγουστο του 1963, την επισκέφθηκε για πρώτη φορά ο Συμιακός συγγραφέας Βασίλης Μοσκόβης, ήταν τότε 55 χρονών.

Από τον Πειραιά και τη συνοικία του Αγίου Νείλου βρέθηκε στο φιλόξενο Όθος. Στο σπίτι του θεόρατου, όπως αναφέρει και γνήσιου Καρπάθιου Κωστή Παπαγιάννη και της συζύγου του Σοφίας.

Δεν είναι ο πρώτος λογοτέχνης που γνωρίζει και μαγεύεται από την Κάρπαθο, όμως ο Βασίλης Μοσκόβης έχει μια ιδιαιτερότητα. Ήταν ήδη γνώστης του Δωδεκανησιακού πολιτισμού, ο ίδιος Συμιακός, φιλόλογος καθηγητής και λαογράφος, πάνω από 30 χρόνια στο Κολλέγιο Αθηνών και συγγραφέας περισσότερων από 20 βιβλίων -λογοτεχνικών, ιστορικών, δοκιμίων, μεταφράσεων αρχαίων- βραβευμένος για το πνευματικό του έργο από το κράτος, την Ακαδημία Αθηνών και τους δήμους Ρόδου και Πειραιά.

Αυτός λοιπόν ο προικισμένος Δωδεκανήσιος είχε εμφανιστεί στα λογοτεχνικά γράμματα της Δωδεκανήσου από το 1949 με δέκα διηγήματα, που επαινέθηκαν από τους κριτικούς μπόρεσε να δει μέσα στη ψυχή του Καρπάθιου, να ερωτευτεί τα βουνά και τη θάλασσα του νησιού και να μας αφήσει το χνάρι του.

Ο Βασίλης Μοσκόβης με έναν εφηβικό ενθουσιασμό είναι ασυγκράτητος! Γνωρίζει και περπατά κυρίως στα κεντρικά χωριά του νησιού, πίνει το καφεδάκι του στο καφενέ του Πικουλή, έπειτα φορά τα σκολιανά του και τραβά στο πανηγύρι της Παναγίας στο Απέρι κι από εκεί βρίσκεται στην Κυρά Παναγιά με τις υπέροχες ιστορίες της.

Μάλιστα μαθαίνει ότι από εκεί πέρασε ο ναύαρχος Κριεζής και μια νύφη του χάρισε την κολαϊνα της για τον απελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας. Ο Μοσκόβης συγκινείται με την τραγωδία των ναυτικών που πέρασαν από εκεί. Όπως λέει η ιστορία, μια θαλασσοταραχή έβγαλε στην Κυρά Παναγιά τρία αδέλφια, δυο από αυτά έμειναν σε μια σπηλιά ενώ ο μεγαλύτερος πήγε σε έναν καλόγερο, που ήταν εκεί κοντά, για να ζητήσει βοήθεια. Την επόμενη μέρα ο καιρός είχε σπάσει, όμως η σπηλιά που τα δυο αδέλφια είχαν βρει καταφύγιο έπεσε και τα βράχια πλάκωσαν και σκότωσαν τους δυο νέους.  

Μια βδομάδα στο νησί ήταν αρκετή στον ευαίσθητο λογοτέχνη Βασίλη Μοσκόβη να νιώσει την αγέρωχη κι αδάμαστη ψυχή του Καρπάθιου.

Τα κεράσματα ήταν αμέτρητα, άλλωστε οι Καρπάθιοι, ότι κι αν έχουν να μοιράσουν μεταξύ τους, στους ξένους σα νιώθουν πως πρέπει να δώσουν κάτι από την καρδιά τους.

Μα ακόμη και σήμερα κάπως έτσι είναι! Εκτός από τους νέουςς φίλους, που δε σταματούσε να μετρά, φαίνεται πως «ερωτεύτηκε» ένα χωριό κι αυτό δεν είναι άλλο από τις γλυκές Πυλές.

Γράφει λοιπόν για τις Πυλές:

«Είναι το πιο νοικοκυρεμένο, το πιο πολιτισμένο. Και ακόμη είναι χτισμένο σε προνομιούχο θέση. Από παντού ο ορίζοντας είναι ανοιχτός, απέραντος, διπλά γαλάζιος. Και στις πιο καυτερές μέρες του καλοκαιριού τα πλατάνια και τα κάθε λογής δέντρα χαρίζουν αξέχαστη δροσιά. Ένα μοσχοβολιστό τσάι στο καφενείο του Βαρίκα και έπειτα μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο του χωριού σε ευφραίνει και σε γεμίζει μακαριότητα… Σε λίγα μέρη της Ελλάδας θα συναντήσεις τέτοιους κήπους σαν τους κήπους των Πυλών».

Δαμάσκηνα, μπουρνέλες, σύκα και κάθε λογής εποχιακό φρούτο γεμίζει και χορταίνει πρώτα τις κόρες των ματιών του, ο βασίλης, «περιγράφει τον…Παράδεισο!» Ακόμη μια έκπληξη, που και για τα σημερινά δεδομένα είναι πρωτοπορία, η βιβλιοθήκη των Πυλών!

Δημιουργός του μοναδικού πνευματικού έργου ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Σακελλιάδης, «ένα ευγενικό πρόσωπο, τα κάτασπρα μαλλιά του πλαισιώνουν ένα νεανικό πρόσωπο και δυο μεγάλα μάτια, γεμάτα ιερή φλόγα». Από τον Σακελλιάδη έμαθε για δυο καρπάθικα παιγνίδια. Τις κούνιες και τον στρόππο. Ο στρόππος παιζόταν με ένα μαντήλι που ήταν δεμένο σε κόμπους και με αυτό νέοι και νέες χτυπούσαν ο ένας τον άλλον. Ήταν ένα παιγνίδι γνωριμίας. Έτσι πιανόταν η αγάπη, τότε που όλα ήταν σεμνά, ταπεινά και μετρημένα.

Το επταήμερο του Βασίλη Μοσκόβη γίνεται μάθημα πατριδογνωσίας για Καρπάθιους και μη!

Γλέντισε με την καρδιά του στον αυθεντικό καρπάθικο γάμο της κόρης του δασκάλου Μαντινάου, έζησε τη μοναδική εμπειρία των «Εφτά» στη Βωλάδα σε έναν συγγενή του γιατρού Φρ. Οικονομίδη. Έμαθε να ακούει τα όργανα, τη λύρα, το λαούτο και να νιώθει τους γλεντιστές, όταν κάνουν το φούμισμα, όταν δηλαδή κάνουν τα παινέματα και υποκλίθηκε στο αστείρευτο ταλέντο του καρπάθιου όταν τραγουδά τις αυτοσχέδιες μαντινάδες του.   

Ξεχώρισε και θαύμασε την Ολυμπίτισσα γυναίκα, την κυπαρισσόκορμη Ανεζούλα που έκανε ταυτόχρονα όχι μια, αλλά τρεις δουλειές! Κρατούσε στην πλάτη το μωρό της, μέσα στη νάκα, επίσης είχε ένα μεγάλος βάρος στο κεφάλι και ταυτόχρονα έγνεθε με το αδράχτι.

Ο Μοσκόβης αναρωτήθηκε: «Πόσο καιρό άραγε ο θαυμαστός αυτός τύπος γυναίκας, της Ελυμπίτισσας, της γνήσιας ελληνίδας, μητέρας και γυναίκας, θα διατηρηθεί; όπου ναναι θα τον χαλάσει ο δήθεν πολιτισμός».

Για την Κάρπαθο έχουν γράψει αμέτρητοι, οι ικανότεροι από αυτούς κατάφεραν να αγγίξουν την καρδιά του νησιού, προσπάθησαν να πλάσουν με τις λέξεις τη μαγεία της θάλασσας όταν εκείνη ερωτοτροπεί με τον μπονέντη, ενώ τα σύννεφα χαϊδεύουν τα βουνά της Καρπάθου.

Αν ξεχώρισα κάτι στον Μοσκόβη αυτό ήταν η άδολη ματιά, το ήθος και η καθάρια γραφή του.

Αυτός λοιπόν ο Δωδεκανήσιος  λογοτέχνης ερωτεύτηκε τα καλιμέντα των παλιών αυθεντικών Καρπάθιων, των προγόνων μας κι εμείς, αν χασομερούσαμε λίγο πιο πολύ για τον πολιτισμό μας, αν είχαμε πιο σπουδαίο μνημονικό, συχνά θα έπρεπε να τον αναφέρουμε και γιατί όχι να αφιερώσουμε και μια σταλαγματιά μνήμης-τιμής σε κείνον.

Ο Μοσκόβης πέθανε στις 24 Φεβρουαρίου 1994, σε ηλικία 86 ετών. Άφησε ανεκτίμητη κληρονομιά σε όλους τους Δωδεκανήσιους και ήταν αυτός που έχει θεσπίσει από το 1977 ετήσιο βραβείο για την καλύτερη μελέτη σχετικά με τον πολιτισμό της Δωδεκανήσου, θεσμός που συνεχίζεται και στις μέρες μας.

Άραγε αν σήμερα υπήρχε ένας Βασίλης Μοσκόβης τι θα έβλεπε και τι θα έγραφε για την Κάρπαθο;