Ο ήρωας Βασίλης Λάσκος στην Κάρπαθο

Ο ήρωας Βασίλης Λάσκος στην Κάρπαθο

Ο ήρωας Βασίλης Λάσκος στην Κάρπαθο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

“Αγαπημένη μου, 

πάει κοντά ένας μήνας που η εικόνα σου διατρέχει όλες τις φλέβες μου.

Από τον Μάρτη, που έφυγα βιαστικά, δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό και την καρδιά, έξω από εσένα.

Ξέρω, καταλαβαίνω, την ματαιότητα ετούτης της αγάπης, λάθεψα, έκαμα στόχο το όνειρο, που δεν είναι άλλο από τα μαγικά μάτια σου, το θεϊκό, δαιμονικό κορμί σου. 

Η γνωριμία μας, τα περασμένα Χριστούγεννα, με έκαναν να μισήσω περισσότερο τις γιορτές. Τι να γλεντώ πια μακριά σου, τι να αναπολώ, αφού όλα περνούν και στέκονται μέσα στα τρυφερά, κατάλευκα σου χέρια.

Εδώ, στο νησί, δεν με γνωρίζει κανείς. Φορώ εκείνο το μακρύ, μαύρο παλτό, θυμάσαι; που αγοράσαμε μαζί από το κατάστημα του Συντάγματος, εκείνο που έλεγες πως με ανασηκωμένους τους γιακάδες σε ερέθιζε. Δεν το βγάζω από πάνω μου, τριγυρνώ και με μια φτηνή τραγιάσκα, αξύριστος, ξέμπαρκος ναυτικός, στο πίσω, μικρό καρνάγιο, μοιράζω ψεύτικες ιστορίες, μα σα στέκομαι και μιλώ για γυναίκες, εσένα, ολόιδια, πάντα σε περιγράφω.

Ανέβηκα τα αλμυρά στενά της Καρπάθου, τόσες πολλές φορές, που ούτε θυμάμαι, μα ποτέ δεν στάθηκα στο χώμα της, στο περίεργο νησί, με τους δύστροπους θαλασσινούς κάμπους, από εκείνους που οι στεριανοί, σαν μπαίνουν σε καΐκια σταυροκοπιούνται, μονολογούν, σιγά-σιγά, τάζουν σε Αγιούς, λαγούς με πετραχήλια. 

Φιλότιμοι οι νησιώτες, με βλέπουν σαν ξεπεσμένο πρωτευουσιάνο, αφήνουν χώρο όταν σκοtεινιάζουν τα μάτια μου, που να ήξεραν πως μόλις σε φέρω στο μυαλό μου σκοτεινιάζω.

Χειρότερο κι από τον θάνατο, είναι να ζουν χώρια εκείνοι που αγαπιούνται, κρύβομαι λοιπόν, όχι γιατί φοβάμαι, ποτέ δεν λιποψύχησα, αλλά γιατί δεν θέλω να αντικρίζω μοναχή, δίχως εσένα την σκιά μου…

8 Απριλίου 1935.

Βασίλης Λάσκος.

Κάρπαθος”.

Κάπως έτσι ίσως να ήταν τα φλογερά γράμματα του κυβερνήτη Βασίλη Λάσκου προς την αγαπημένη του.

Μα δεν έχουν διασωθεί, ούτε και κανείς γνώριζε πως έπειτα από το αποτυχημένο κίνημα του Βενιζέλου στα 1935, παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα στην Ιταλική, τότε Κάρπαθο, μέχρι να αποκτήσει τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα για να διαφύγει στην Ιταλία.

Μέλος της ομάδας του Βενιζέλου, έπειτα από την αποτυχία τους για την ανατροπή της κυβερνήσεως Δεμερτζή, έφυγαν βιαστικά για τα Δωδεκάνησα, έκαμαν μια στάση στην Κάσο, μα κάποιοι φαίνεται να αποβιβάστηκαν στην Κάρπαθο.

Στην συνέχεια ο Βενιζέλος αλλάζοντας πλοίο στην Ρόδο, επιβιβάστηκε στο REX, με προορισμό την Νάπολη της Ιταλίας. Από εκεί θα συνεχίσει για το Παρίσι. 

Το REX ήταν το γρηγορότερο και μεγαλύτερο επιβατηγό που κατασκεύασαν οι Ιταλοί, όπως και το CONTE DI SAVOIA, ήταν πλοία που ναυπηγήθηκαν με εντολή του Μουσολίνι, με στόχο να είναι τα καλύτερα καράβια του κόσμου.
Ο Βενιζέλος μόλις αποβιβάσθηκε στην Νάπολη είπε στην σύζυγό του 

«Ελενίτσα, οι μεγάλοι μαστόροι κάμνουν και μεγάλα λάθη».
Στις 23 Απριλίου καταδικάζεται σε θάνατο, σαν ηγέτης του κινήματος, από το έκτακτο Στρατοδικείο.
Στην Ελλάδα θα γυρίσει μόνο μετά θάνατον, το 1936.

Μέχρι σήμερα παρέμενε κρυφή η ιστορία του κυβερνήτη – Θρύλου Βασίλη Λάσκου, που δεν ακολούθησε τον Βενιζέλο, μα παρέμεινε για ένα αδιευκρίνιστο διάστημα στην Κάρπαθο και στην συνέχεια με νόμιμα πια ιταλικά χαρτιά, ταξίδεψε για την Ρώμη.

Η ιστορία αποκαλύπτεται τυχαία όταν σε ξεχασμένες εφημερίδες, περιγράφει τον τρελό, ατέλειωτο έρωτα τους, μια πανέμορφη ηθοποιός, χορεύτρια της εποχής.

Μέσα στην στιχομυθία με τον δημοσιογράφο, αποκαλύπτει πως δεχόταν βροχή από φλογερά, παθιασμένα γράμματα του Βασίλη, που ξεκινούσαν από την Κάρπαθο.

Μάλιστα ανακρίθηκε για τις επιστολές αυτές, αφού ο Β. Λάσκος είχε κατηγορηθεί για προδοσία και ήταν ακόμη καταζητούμενος.

Το τέλος του σπουδαίου κυβερνήτη γράφτηκε αργότερα, στην καρδιά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, μέσα στην μάχη.

Κυβερνήτης, τότε του μισοχαλασμένου υποβρυχίου ΚΑΤΣΩΝΗΣ, επιχειρεί μέσα από σε παράτολμα, ριψοκίνδυνα βήματα, έγινε το φόβητρο των Ιταλικών και Γερμανικών νηοπομπών.

Την άνοιξη του ΄43, οι επιχειρήσεις του σε Γύθειο και Σάμο, παραμένουν στην ιστορία. Μα το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς γράφτηκε το μοιραίο τέλος. 

Με κατεστραμμένο τον έναν κινητήρα, από τους δύο, περιπολεί έξω από το Πήλιο, απέναντι από την Σκιάθο. 

Η λανθασμένη αναγνώριση του Γερμανικού σκάφους επιφανείας, οδήγησε στην ανάδυση του Κατσώνη. Το Υ/Β χτυπήθηκε σχεδόν αμέσως από το Γερμανικό ανθυποβρυχιακό, με σοβαρές βλάβες, την πρυμναία κάθοδο του πυργίσκου να υποχωρεί και τη θάλασσα να μπαίνει με ορμή από τα ανοίγματα, τα μηχανήματα του Κατσώνη σταματούν και το πλοίο άρχισε να βυθίζεται. 

Τότε ο κυβερνήτης, Βασίλης Λάσκος διατάζει ανάδυση και προετοιμασία για μια ιστορική μάχη. Δεν θα πήγαιναν σαν το σκυλί στο αμπέλι, θα το πάλευαν όσο και όπως μπορούσαν. 

Ο Λάσκος σκοτώθηκε από τα καταιγιστικά γερμανικά πυρά, ενώ σκόπευε, σαν απλός οπλίτης, με το πυροβόλο, ακόμη 27 έφυγαν μαζί του, ενώ 17 αιχμαλωτίσθηκαν από τους Γερμανούς.

Μοναχά τρεις, ο πλωτάρχης Τσουκαλάς, οι υπαξιωματικοί Τσίγκρος και Αντωνίου, δίνοντας μάχη με την θάλασσα για οκτώ ώρες, κατόρθωσαν να φτάσουν στην πλησιέστερη ακτή, Τσουκαλάς και Τσίγκρος στη Σκιάθο, ενώ ο Αντωνίου, απέναντι στο Πήλιο.

Ο Λάσκος δεν θα μπορούσε να φύγει αλλιώς, πρόκειται για μια μυθιστορηματική προσωπικότητα που ακόμη σήμερα, και με τα λιγοστά που γνωρίζουμε για την διαδρομή της ζωής του, καταφέρνει να μας κάνει περισσότερο περήφανους για την καταγωγή μας.

Οι κρυφές ημέρες του στην Ιταλοκρατούμενη Κάρπαθο, διεγείρουν τη φαντασία και κάνουν το νησί να αποκτά ακόμη μια σπουδαία, μα ερμητικά κλειστή ιστορία.

O Βασίλης Λάσκος, Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού (τότε Βασιλικού Ναυτικού) και τελευταίος κυβερνήτης του υποβρυχίου «Κατσώνης», υπήρξε ήρωας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αποφοίτησε από την Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1919. Στην συνέχεια υπηρέτησε σε διάφορα πλοία επιφανείας και Υπηρεσίες Ξηράς και γύρω στα 1930 μετατέθηκε στα Υποβρύχια. Αρχικά, υπηρέτησε (εκπαιδευόμενος) ως απλός αξιωματικός και κατόπιν ανέλαβε ύπαρχος στο ΒΠ Υ/Β «Κατσώνης» και το 1933 ανέλαβε κυβερνήτης του ΒΠ Υ/Β «Γλαύκου».

Λίγο πριν το κίνημα του 1935 απομακρύνθηκε ως Βενιζελικός.

Συμμετείχε στο κίνημα ως κυβερνήτης του «Νηρέα» και μαζί με όλο το στόλο κατέληξε στην Σούδα. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 επιβιβάστηκε μαζί με τον Βενιζέλο στο Θ/Κ «Αβέρωφ» και μέσω Δωδεκανήσων κατέφυγε στην Ιταλία. Καταδικάστηκε από το Ναυτοδικείο για την συμμετοχή του στο κίνημα και αποτάχθηκε από το Ναυτικό. Αργότερα, όταν δόθηκε αμνηστία, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έκανε διάφορες δουλειές και τελικά ανέλαβε πλοίαρχος σε εμπορικά πλοία. Το 1940 το πλοίο «Ιωάννα», το οποίο κυβερνούσε, βυθίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο ανοιχτά της Ισπανίας.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε πλοίαρχος σε μεταγωγικά. Μετά την Γερμανική εισβολή διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου επανεντάχθηκε στο Ναυτικό και με δική του επιμονή ανέλαβε Κυβερνήτης του παμπάλαιου «Κατσώνη».

Μόλις τελείωσε η επισκευή του υποβρυχίου, ο «Κατσώνης» βυθίστηκε αλλά χάρη στο πείσμα και στην επιμονή του Λάσκου ανελκύσθηκε, επισκευάστηκε και εκσυγχρονίσθηκε από τους Άγγλους. Στην συνέχεια ο «Κατσώνης» ανέλαβε αποστολές στα Ελληνικά νερά όπου χαρη στις παράτολμες ενέργειες του Λάσκου είχε σημαντικές επιτυχίες. Στις 14/9/1943, κατά τη διάρκεια αναζήτησης εχθρικής νηοπομπής, ενεπλάκη με γερμανικό καταδιωκτικό υποβρυχίων (UJ -2101) και μετά από δίωρη καταδίωξη εξαναγκάσθηκε σε ανάδυση και εξόρμηση δια πυροβόλου. Μετά από σφοδρή ανταλλαγή πυρών εμβολίστηκε από το διώκτη του, με αποτέλεσμα να βυθιστεί σε στίγμα Φ 39° 20,5΄Β και Λ 023° 23΄Α (βόρεια της νήσου Σκιάθου).