Γεώργος Βασιλαράκης. Ένας από τους πρώτους αυτοκινητιστές της Καρπάθου

Γεώργος Βασιλαράκης. Ένας από τους πρώτους αυτοκινητιστές της Καρπάθου

 

 γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Άνοιξη, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 κι ο Γιώργος ήταν στην Αθήνα και έφερνε ένα λεωφορείο στην Κάρπαθο. Παράγγειλε της πρωτοκόρης του να πάρει βερεσέ ούζο και μπόλικες καραμέλες και σα φτάσει στην κάτω πλατεία του χωριού των Μενετών να αρχίσει τα κεράσματα.

Μα έγινε χαλασμός! Χτυπούσαν οι καμπάνες της Παναγίας κι ο κόσμος βγήκε να χαζέψει το ολοκαίνουριο γυαλιστερό λεωφορείο του που είχε φέρει ο Γιώργος Βασιλαράκης μαζί με τους τέσσερις συνεταίρους του. Μα δεν υπήρχε άνθρωπος να μη σταθεί, να μη χαζέψει το θεριό που μάρσαρε και κόρναρε μέσα στο χωριό.

Γεννημένος στα 1907, δεν είχε και πολλά περιθώρια επιλογής. Σ΄όλη τη ζωή του υπήρξε ένας «κόκκινος» Καρπάθιος που είχε ξεκινήσει με τέχνη τα παπούτσια και τα μπαλώματα. 

Τσαγκάρης στο κέντρο της Κρήτης, στο Ηράκλειο, μάθαινε  να τρυπά το μαλακό και το σκληρό δέρμα, όμως η πρόσφατη επανάσταση των μπολσεβίκων στην Ρωσία τον είχε συνεπάρει. Έλεγε και ξανάλεγε πως έρχεται, φτάνει και η δικιά μας ώρα, η στιγμή που ο εργάτης θα καταλάβει, θα νιώσει την αξία του και θα ξεσηκωθεί. Θα αρπάξει το δρεπάνι και θα θερίσει ό,τι στέκεται απέναντι.

Γεννήθηκε στις Μενετές Καρπάθου, Μανώλης ο πατέρας και Μαρούκλα η μάνα, έλα όμως που μάλωσε για τις περιουσίες και τα χέρσα κτήματα. Ήταν μια εποχή που αν δεν ήσουν πρωτογιός ή πρωτοκόρη, δεν κληρονομούσες τίποτε, τόσο σκληρό ήταν το εθιμικό  δίκαιο του νησιού, που τα δεύτερα, τα τρίτα παιδιά, υπηρετούσαν μια ζωή τους γονείς και τα μεγάλα, πρώτα αδέλφια.

Δεν άντεξε την αδικία ο Γιώργης της ιστορίας μας, παράτησε γονείς, ξερίζωσε συγγένειες και ηθικές που μοιάζουν με αλυσίδες, άλλαξε ακόμη και το επώνυμο του και πήρε δρόμο για την μάνα των νησιών, την Κρήτη.

Στα 25 του, γύρισε στις Μενετές, νέος, όμορφος, ψηλός και λυγερόκορμος, 

με το θάρρος της γνώμης του, έκανε τα μάτια του να λαμποκοπούν μέσα στον σκλαβωμένο τόπο. Δεν τα είχε με τον κατακτητή, ήξερε πως τα αφεντικά δεν έχουν χρώμα και σύνορα, γνώρισε πως είναι πλάνη, ένας μύθος οι σημαίες, βαθιά διεθνιστής, χρόνια μπροστά από την εποχή, στεκόταν κριτικά σε εκείνον τον εργάτη που απέφευγε συστηματικά το κοίταγμα στους καθρέφτες.

Τέτοιους διαλέγει ο μικρούλης, φτερωτός, ο ξετσίπωτος έρωτας, να τους τυλίξει μέσα στα καφτερά του κύματα. 

Έβγαινε στο (δ)ώμα η ερωτευμένη Ευαγγελία, τραγουδούσε όταν περνούσε ο Γιώργης:

Το κουστουμάκι που φορείς,

και το σταχτί καπέλο,

με κάνανε στην εκκλησιά

και δεν φιλώ βαγγέλιο.

Ο Γιώργης αντιστάθηκε, παρόλο τον έρωτα για την τρίτη στη σειρά γεννημένη Μενεδιάτισσα, ζήτησε προίκα, ένα σπιτάκι και 1000 λίρες. Ούτε που πίστευε στην ηθική των μοιραίων άκληρων, τον άγραφο νόμο, που κρατούσε στα χαμηλά ολόκληρες γενιές. 
Ερωτευμένο το κορίτσι μόλις έμαθε πως σε ένα γλέντι στο Φοινίκι, ο αγαπητικός της λιμπιζόταν μια Αρκασσίωτισσα, τραγούδησε με μαντινάδα τον καημό της:

Έλεγα πως αγάπησες

καμμιάν ανώτερη μου,

τα φρόκαλα εδιάλεξες

που ρίχτω στο κελί μου.

Μέχρι και έναν γραφικό γαμπρό από τα πέρα χωριά, έφεραν προξενιό στη Μαρία, που κλείστηκε στο πάνω δωμάτιο του σπιτιού και μόνο με την φωνή του Γιώργη, θα ξεκλείδωνε το μάνταλο. Όμως κρύψαν την ιστορία και δεν έγινε βούκινο, στο διψασμένο για κουτσομπολιό και κουρέτο, μικρό χωριό.

Παντρεύτηκαν τελικά οι δυό τους,  στις Μενετές, αφού πρώτα ο πεθερός εκπλήρωσε στο ακέραιο τις επιθυμίες του γαμπρού.

Εκεί ξεκίνησε κι ο γολγοθάς της οικογένειας που έμεινε πάνω στον τόπο, δεν έγιναν μετανάστες, όμως μόνο με τις ακαμάτρες πέτρες δεν παλεύεις για να μεγαλώσεις οικογένεια και να αναθρέψεις τρεις κόρες και ένα γιό. 

Πολυτεχνίτης μα ερημοσπίτης κι άτυχος ο αεικίνητος Γιώργης. Τσαγκάρης μέσα στην Κατοχή, πνεύμα ανήσυχο, έφερε και ένα από τα πρώτα αληθινά μπιλιάρδα στον τόπο.

Μια παραγγελιά από την τότε πρωτεύουσα, την Ρώμη βέβαια και το dopo lavoro για τους καραμπινιέρους ετοιμάστηκε στη Ζόκλα!

Κάθε βράδυ γέμιζε φωνές και καπνό από ιταλικό ταμπάκο στο στέκι του Γιώργη, δεν το ξεχνά η κόρη του, η Φανή, πάνω στις κουβέντες περνούσαν τον Μενετιάτη για καθαρό Ιταλό, τόσο καλά πάρλαρε την ξένη γλώσσα και γέμιζε το ταμείο με χάρτινες λιρέττες.  

Μα είναι που ξύπνησε μέσα του το πιο σκληρό, εμπορικό δαιμόνιο και έστησε κοντραμπάντα, κρυφά λαθρεμπόρια με έναν γείτονα του.

Το βράδυ πριν βγεί το καΐκι για το   πρώτο-πρώτο μπάρκο, φορτωμένο με ένα σωρό τσουβάλια τρόφιμα και τσιγάρα, πιάστηκε, επιβεβαιώνοντας την διαίσθηση της γυναίκας του Ευαγγελίας, που την προηγουμένη είδε μια λίρα να ξεπέφτει μέσα το αναμμένο μαγκάλι. Είπε δίχως να το πολυσκεφτεί:

– Η λίρα έπεσε στο μαγκάλι, έτσι θα πέσουν, άντρα μου, θα τις χάσουμε όλες.

Μα εκείνος δεν την πίστεψε, 

-σώπα πια, όλο καποπρομονιά είσαι, της απάντησε εκείνος.

Συνήθως δεν πίστευε κανέναν, μόνο στο μελάνι του Ριζοσπάστη έδινε βάση, στην απογοήτευση της γυναίκας και των μεγάλων κοριτσιών του έλεγε με χαμόγελο και βεβαιότητα:

–      Τώρα όπου νάναι, έρχεται κομμουνισμός, μην ανησυχείτε, θα μοιραστούν, όλα θα δοθούν από την αρχή, ό,τι πρέπει, ό,τι μας ανήκει θα το πάρουμε και με το παραπάνω.

Δεν εγκατέλειψε την ελπίδα μέχρι το μόνιμο κλείσιμο των ματιών του. 

Στη διαδρομή της ζωής, όταν την βλέπεις από το τέλος, δείχνει μικρή και σύντομη και τα χρόνια μοιάζουν με μικρές περαστικές μέλισσες που δε μπορούν να σταθούν, έχουν αγύριστες δουλειές και μας προσπερνούν στα βιαστικά.

Οι ανύπαρκτες συγκοινωνίες του νησιού τράβηξαν τον Γιώργη, βάλθηκε να επενδύσει τα λιγοστά χρήματα μα και ολόκληρη τη ζωή του, μέσα στα πετρέλαια τα λάδια και τα λάστιχα.  Οι λεωφορειακές γραμμές της Καρπάθου, έγιναν ο καθημερινός του Γολγοθάς, την μια έμεναν οι απαραίτητες δραχμούλες για να ταίσει τη φαμίλια του, μα την άλλη ξέμενε με το λεωφορείο στα μισά της διαδρομής και έψαχνε τα συνεργεία της Ρόδου και της Αθήνας. 

Η ιστορία ξεκινά λίγο μετά τον πόλεμο, όταν έφερε ένα φορτηγό, μια νάφτα όπως τα λεγαν τότε και είχε βάλει δυο τάβλες για καθίσματα στην καρότσα, το είχε μετατρέψει σε λεωφορείο Αρκάσσα-Μενετές-Πηγάδια.

Με το πρώτο του λεωφορείο πέρασε μια θάλασσα δυσκολίες, αρχικά μετακόμισε στα Πηγάδια και αργότερα στις Πυλές, μάλιστα βρέθηκαν κάποιοι που έριχναν σμυρίγλι στη μηχανή και κάθε τόσο έτρεχε στα συνεργεία. Έγιναν δικαστήρια στη Ρόδο, μα ο Γιώργος δεν κατάφερε να ξεσκεπάσει εκείνους που ήθελαν να τον οδηγήσουν στην καταστροφή κι έμεινε με τον καημό της αδικίας.

Κατάφερε να αγοράσει το λεωφορείο της Χατζηρήνης και λίγα χρόνια αργότερα ο γιος του, ο Μανώλης Βασιλαράκης, που ήδη πρωτοπορούσε στην εποχή του, αγόρασε το λεωφορείο του Χατζαντώνη.  

Η αδυναμία, το κρυφό όνειρο του Γιώργη ήταν διαφορετική. Μάζευε μπρούτζο, παλιοσίδερα, με στόχο να δημιουργήσει ένα δίκτυο ανακύκλωσης.

Πίστεψε τόσο στο όνειρο που αγόρασε ακόμη και ένα φορτηγό, για να μεταφέρει τα υλικά στην Γερμανία, που τότε τα έπαιρνες μπιρ-παρά, μα και αυτό το εργασιακό αντικείμενο δεν άφηνε μεροκάματο, ούτε και κρατούσε την οικογένεια με χορτάτο στομάχι, με την Ευαγγελία, να παραπονιέται μέσα στο μεγάλο καρπάθικο,  μοναδικά αυτιά τα λιγοστά πιάτα στα ράφια, δεν έβγαλαν ποτέ μιλιά για το κρυφό της καημό.

Ο Γιώργης έσβησε πάνω σε μια ιατρική επέμβαση ρουτίνας, το όνειρο του, ο κομμουνισμός  δεν ήρθε ακόμα, για να μοιραστεί ο κλήρος, οι περιουσίες, τίμια και δίκαια, ακόμα οι μετανάστες φεύγουν για μια καλύτερη, πιο χορτάτη τύχη, ενώ ο κοσμάκης της Καρπάθου, αναρωτιέται για το καθημερινό, προσμένοντας μια απόβαση, καλοκαιρινή αυτή τη φορά και όχι μόνιμη.

Του άρεσε η παγωμένη μπύρα και σχεδόν πάντα επέστρεφε σπίτι με φρέσκα ψάρια και χαιρόταν να βλέπει τα παιδιά να τρώνε. Πολλά χρόνια αργότερα αντιλαμβάνομαι τη δυστυχία να κάνεις οικογένεια και να μεγαλώνεις παιδιά στα δικά του χρόνια.

Θυμάμαι μια συνήθεια του, μια ζωντανή εικόνα στο πίσω μέρος των ματιών μου. Να κάθεται στην πολυθρόνα, δίπλα στην αναμμένη σόμπα, να ξεκοκαλίζει τον «Ρίζο» και με το μολύβι να σημειώνει. Να γράφει πάνω στο χαρτί κι άλλες φορές έτσι ξεχασμένος, να τρέχει ο νους του, μέσα στις παγωμένες Σιβηρικές στέπες. Έκεί που μεγάλωσε ο Στάλιν, ήταν το ίνδαλμα του πάππου μου. Συχνά θυμάμαι να γράφει ημερομηνίες πάνω στο ξύλινο χέρι της πολυθρόνας.

Ακόμη σήμερα ψάχνω τα κρυφά σημάδια του, ελπίζω κάποτε, όταν τα βρω, να είναι σωστές εκείνες οι προβλέψεις, που θελαν τον εργάτη, σαν εμένα, να ξυπνά και να ζητά το δίκιο του, με πάθος, πληρώνοντας στο ακέραιο το τίμημα, να σπάσει εκείνες τις αλυσίδες που τον κρατούν σφιχτά δεμένο και πνίγουν κάθε σκέψη και όνειρο, μέσα σε μεγάλους, σκοτεινούς φόβους.