Μια άγρια θαλασσοταραχή μέσα στα Πηγάδια

Μια άγρια θαλασσοταραχή μέσα στα Πηγάδια

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Ο γερο-Μιαούλης ήταν άνθρωπος προκομένος και γλεντζές, είχε χορτάσει τη θάλασσα και είχε γλεντήσει τα βάσανα και τους καημούς της.

Μα αν κάτι ξεχωρίζει, από αυτά που άφησε πίσω, ως κληρονομιά για τα παιδιά του, ήταν ο τρόπος να στέκουν πάνω στο αρμυρό νερό.

Εκείνα λοιπόν, διδάχτηκαν κάθε που έμπαιναν μέσα σε ένα πλεούμενο, να δένονται και να γίνονται, με τρόπο μαγικό, ένα με τη μάνα-θάλασσα! Σαν έπιανε το γέρο-Μιαούλη η νοσταλγία για το χωριό του, την Όλυμπο της Καρπάθου, δεν έχανε καιρό, έλυνε τη βαρκούλα του από το μικρό λιμανάκι, τα Πηγάδια, φούσκωνε τη τσαμπούνα του και σε όλο το ταξίδι έπαιζε και τραγουδούσε παρέα με τα έντεκα παιδιά του κι εκείνα τραβούσαν χαρούμενα τα κουπιά και σπούδαζαν τη θάλασσα! 

Μα δε θα σας περιγράψω τη ζωή του γέρου Μιαούλη, ούτε εκείνη την φτωχή, όμως ταυτόχρονα αστραφτερά καθάρια, εποχή του. 

Η απίθανη φωτογραφία, που συνοδεύει το άρθρο, ανήκει στον ακούραστο συλλέκτη Γιάννη Κασσώτη κι έγινε η αφορμή για να θυμηθούμε τούτη την ιστορία.

Έχει πρωταγωνιστές τον ίδιο κι ακόμη ένα πρόσωπο του νησιού, που άνετα θα μπορούσε να ήταν πρωταγωνιστής σε ένα βιβλίο του Καζαντζάκη, ίσως μάλιστα να γινόταν ο «Ζορμπάς» της Καρπάθου! Αρχές του της δεκαετίας του ’50, χειμώνας και μια αναπάντεχα άγρια θαλασσοταραχή, που έβαλε στο μάτι τα Πηγάδια, κράτησε την Κάρπαθο αποκλεισμένη για βδομάδες.

Η Σούλα Λάμπρου, είχε ένα από τα πρώτα υπνωτήρια του νησιού. Ήταν ένα μικρό πανδοχείο πάνω στο λιμάνι και παραδίπλα από το λιμεναρχείο, εκεί φιλοξενούσε τους υποψήφιους ταξιδιώτες που κατέβαιναν από τα χωριά του.

Τα ταλαίπωρα βαπόρια της εποχής έκαναν την άγονη και δεινοπαθούσαν. Έφταναν στο νησί ακανόνιστες ώρες και συνήθως πετύχαιναν να δέσουν στον μικρό και στενό μώλο άγρια χαράματα. Εκείνες τις μέρες η Σούλα είχε απογοητευτεί από τη θάλασσα, που την είχε πιάσει το γλυκύ της, έβγαινε και σεργιανούσε μέχρι τις ξωπορτιές των σπιτιών.

Όλες οι ελπίδες της γυναίκας ήταν στο Θεό και τους Αγίους!

Έδεσε λοιπόν σε ένα σκοινί μια μικρή εικόνα του Αγίου Νικολάου, την έδωσε στον Γιάννη Κασσώτη και ζήτησε από το παιδί να τη ρίξει τρεις φορές μέσα στη θάλασσα, μήπως και Εκείνος, ο Άγιος Νικόλας, φιλοτιμηθεί και την πείσει να καλμάρει!

Την ίδια στιγμή, που ο Κασσώτης έριχνε την εικόνα στη θάλασσα, κινδύνευε να βυθιστεί το ιστιοφόρο ΣΕΒΑΣΤΗ του Παρασκευά. Και τότε βρέθηκε ένας παλίκαρος, ο προτελευταίος γιος του γερο-Μιαούλη, ο Παντελής Νιωτής, που αψήφησε την άγρια θάλασσα, βούτηξε στο νερό, κολύμπησε, έφτασε στο καΐκι και αφού κατάφερε να ανέβει και να το δέσει, επέστρεψε στο λιμάνι.

Ο Παντέλος, όπως τον φώναζαν οι φίλοι, είχε γεννηθεί το 1927 και πολλές φορές έτυχε να ανταμώσει με το Χάρο, αλλά όπως φαίνεται του χρωστούσε και δεν ήθελε να τον πάρει βρεμένο! Τη πρώτη φορά ήταν πιτσιρίκος και πάλευε σε μια βάρκα με δυναμίτες, που έσκασαν στα χέρια του. Ακόμη μια, όταν σε έναν συμμαχικό βομβαρδισμό σκοτώθηκαν δυο από τα αδέρφια του, ένα θραύσμα έσκισε κι άνοιξε τη κοιλιά του σα χαρτί.

Ο Παντελής κρατούσε τα έντερα στα χέρια και ενώ περίμεναν να πεθάνει αναστήθηκε! Κάποτε δούλευε στο λιμάνι των Πηγαδίων, ξεφόρτωναν ένα βαπόρι, όταν έσκασε μια νάρκη και ανατινάχθηκαν τα πυρομαχικά που κουβαλούσαν. Και πάλι ο Παντέλος ήταν από τους τυχερούς και τη γλύτωσε!

Ψαράς, όπως ο πατέρας και τα αδέλφια του κι άλλες φορές λοστρόμος, σε πλοία-φορτηγά, γύρισε όλο τον κόσμο κι φίλοι του είχαν να λένε για τις αμέτρητες περιπέτειες και τα ναυάγια, που του λαχαν να ζήσει, στα πέρατα του κόσμου. Αυτός ο παλίκαρος ήταν ανοιχτοχέρης και συνήθιζε, κάθε που επέστρεφε στο νησί από τα μπάρκα του, να κερνάει στα καφενεία και να μοιράζεται με φίλους τις ιστορίες και τα συναισθήματα του.

Όσο για κείνη τη τρομερή τρικυμία, που πάγωσε μέσα από το φακό του άγνωστου φωτογράφου, ο Γιάννης Κασσώτης δε θυμάται αν ο Άγιος Νικόλαος ήταν εκείνος που έβαλε τα δυνατά του, αν έκαμε το θαύμα και καλμάρισε τα νεύρα της θάλασσας.