Η Ριρίκα, ο Νουμερόπουλος κι όλα τ’ άλλα παιδιά στα Πηγάδια Καρπάθου

Η Ριρίκα, ο Νουμερόπουλος κι όλα τ’ άλλα παιδιά στα Πηγάδια Καρπάθου

 

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Οι εργάτες και τα μαστόρια τίναξαν τη σκόνη από τα ρούχα τους και κίνησαν να πιούν ένα κρασί, να ξαποστάσουν μια στάλα στο καφενείο του Ορφανού.

Εκεί, στην τελευταία ελεύθερη άκρη της προκυμαίας, γιατί εκείνα τα χρόνια το λιμάνι των Πηγαδίων ήταν ακόμη απαγορευμένο. Ήταν περιφραγμένο με μια σιδεριά και η σκοπιά των λιμενικών δεν επέτρεπε σουλάστα μέσα στον στενό μώλο.   

Ταξιδεύουμε προς τα πίσω, βρισκόμαστε στην Κάρπαθο, λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση, σε μια εποχή με ελάχιστες ανέσεις, με πενταροδεκάρες για μεροκάματα κι όμως οι άνθρωποι, έμεναν στο νησί ή τραβούσαν για τη ξενιτιά, μπορούσαν να αφουγκραστούν, να εμπιστευτούν το διπλανό τους, να μοιραστούν χαρές, να νιώσουν τις λύπες.

Οδηγός στο νοερό ταξίδι μας ο Γιάννης Κασσώτης, ένας από τους μπαλουξήδες που αγαπά την ιστορία, παθιάζεται με τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες, θυμάται και μνημονεύει χαμένα πρόσωπα, που όμως με το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά τους κάποτε ξεχώριζαν.

Στο καφενείο του Ορφανού λοιπόν, εκεί ήταν το πιο γνωστό στέκι για τους λιμενεργάτες, τους περαστικούς ναυτικούς και τους ντόπιους ψαράδες. Για να λέμε την αλήθεια ακριβώς απέναντι, στην άλλη άκρη του κόλπου των Πηγαδιών, ήταν το καφενείο του Χατζή κι αυτό μάζευε τους δικούς του πελάτες.  

Όμως στου Ορφανού άραζαν οι τύποι της θάλασσας κι άρχιζαν τις ιστορίες τους, τις περιπέτειες, που έμειναν να στοιχειώνουν σα μικρά ζωντανά αγριάδια τα σωθικά τους.

Έπιανες καρέκλα, με μια δραχμή έπινες μια λεμονάδα κι άκουγες απίστευτα πράματα, όλα βγαλμένα από την παλιά λεβέντισσα Κάρπαθο και τη θάλασσα της.

Μέχρι που έπαιρνε μπρος ο φωνόγραφος και τότε σώπαινε ο πεζός λόγος.

Ένα ζεμπέκικο του Τσιτσάνη γινόταν αφορμή για να σηκωθεί ο Βασίλης Νουμερόπουλος να το χορέψει κι αν είχε όρεξη, μα τότε θα έπιανε το ξύλινο τραπέζι με τα δόντια και θα το έκανε μια σβούρα στον αέρα!

Ο Νουμερόπουλος δεν ήταν Καρπάθιος, ήταν Δωδεκανήσιος και μάλιστα είχε πολεμήσει στην Αλβανία. Μετά την ενσωμάτωση βρέθηκε στο νησί και  δούλευε όπου είχε μεροκάματο.

Άλλοτε ήταν εργάτης στο λιμάνι, μετά έκανε το ντελάλη κι άλλες φορές το μεροκάματο έβγαινε από τη φροντίδα των δρόμων ως στρατίνος.

Ο Βασίλης παντρεύτηκε τη Στασία, από τις Μενετές, το ζευγάρι δεν έκανε παιδιά κι έμεινε στη μνήμη του αφηγητή μας, του Γιάννη Κασσώτη, για τα τραγούδια του, τον ανοιχτόκαρδο και μπεσαλή χαρακτήρα του. Ο Νουμερόπουλος λοιπόν ήταν τόσο γλεντζές που έφτασε να γράφει στιχάκια με τον εαυτό του, σε κάθε ευκαιρία τα τραγουδούσε κι απογείωνε το κέφι της παρέας του.

Ήταν άραγε η λιτή εποχή; Ήταν οι ανάγκες; Αυτές που έδιναν φτερά στο μυαλό και σμίλευαν τα κορμιά των ανθρώπων;

Σίγουρες απαντήσεις δεν υπάρχουν, μόνο φωτεινά πρόσωπα, που ίσως σήμερα να τα κρίναμε αυστηρά για το φτωχικό ντύσιμο, ακόμη και τη μυρωδιά τους και να τα προσπερνούσαμε στα βιαστικά.

Μια από τις προσωπικότητες, που θυμάται πολύ καλά ο Γιάννης Κασσώτης, ήταν ο Νικόλας που άκουγε στο παρατσούκλι Ριρίκα!

Ο Νίκος ήταν γεννημένος γύρω στο 1925, είχε αρρωστήσει και έφυγε από το νησί για να γιατρευτεί. Στην επιστροφή του δε σταματούσε να τραγουδά ένα από  τα διασημότερα τραγούδια της εποχής, την περίφημη «Ριρίκα».

Πρόκειται για το κεντρικό τραγούδι της οπερέττας «Η Ριρίκα μας» σε κείμενα του Γιάννη Πρινέα και στίχους και μουσική του σπουδαίου Στάθη Μάστορα.

Στην πρώτη εκτέλεση, με την Μαρίκα Κούρμη και τον Γιάννη Πρινέα, υπάρχουν και οι πρόσθετοι στίχοι στο ρεφρέν:

Ριρή, Ριρή. Ριρίκη Εσύ ‘σαι πράμα παιδί μου γερό Που ξεπερνάς την Κοτοπούλη την Μαρίκα Εις το τραγούδι, στα σκέρτσα, στο χορό.

Ο Νικόλας, ή Ριρίκα, έμενε στα Πηγάδια, μάλιστα  για περίπου τέσσερα χρόνια φιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειας Κασσώτη, αν και αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα που του είχε αφήσει η ασθένεια, αυτό δεν τον εμπόδισε να ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα ο Νικόλας ήταν εκείνος που δίδαξε πρέφα στον Γιάννη Κασσώτη, μαζί έπαιζαν χαρτιά  κι όποιος έχανε  πλήρωνε το στοίχημα, πήγαινε σε έναν κήπο, πήδαγε τη μάντρα και έκοβε ρόδια για όλη την παρέα.

Ποιον να πρωτοθυμηθείς, όταν λεφτερώνεις τη μνήμη τότε φαίνεται πως κάνει κουμάντο το υποσυνείδητο. Να σου ξεπετάχτηκε ο Γιαννιός ο Κυπραίος, που είχε στεφανωθεί με μια Ολυμπίτισσα κι έμεινε στην Κάρπαθο.

Αυτός κάποτε αγόρασε ένα τσουβάλι αλεύρι και πήγε στο λιμάνι για να ταξιδέψει με το καΐκι ΟΛΓΑ, του Γιώργου Πρωτόπαπα για το Διαφάνι. Αυτό ήταν το πιο γρήγορο πανάδικο της εποχής. Εκεί ο Γιαννιός έμαθε ότι η θάλασσα είχε αγριέψει κι όλα τα πλεούμενα ήταν δεμένα και δε θα κουνούσαν ρούπι.

Μα αντί να το βάλει κάτω και να κρεμάσει το σώμα του σε ένα καφενείο, άρπαξε το τσουβάλι στον ώμο, έκοψε με το πόδι όλη την ανηφορική διαδρομή μέχρι την Όλυμπο! 

Ο Γιάννης Κασσώτης κρατά μια σπάνια φωτογραφία, μέσα σε αυτήν στέκουν στη σειρά όλοι οι τύποι του λιμανιού.  Είχαν αφορμή το ψάρεμα ενός καρχαρία, έτσι στήθηκαν ακριβώς απέναντι από το καφενείο του Ορφανού, μπροστά στο τρόπαιο ποζάρουν στο φακό κάποιου άγνωστου φωτογράφου οι: Μανώλης Χαλκιάς, ο Γιαννόπουλος από τις Μενετές, ο  Γιαννιός ο Κυπραίος, ο Μανώλης Λοϊζος, ο Εμίρης, παραδίπλα ο Βασίλης Νουμερόπουλος. Επίσης ο Μιχάλης Μιαούλης, ο Νικολός Τσέρκης, ο Γιώργος Βενιζέλος, ο Δημητρός Μουστακάκης κι ο Σταμάτης της Κατίνας. Ο Σωτηράς Μιαούλης, ο Χαρής, ο Γιώργος Λιονταρής από το Απέρι, ο Συμιακός Σταύρος Μαργαρίτης, που ήταν μποξαδόρος κι ήρθε για να παλέψει.

Ο Φλούριος, ο Γιώργος Μιαούλης της Θεοδώρας, ο Νίκος Μαργαρίτης, ένας Τελώνης, ο Χαρατσοχάρτης κι ο Χάρης Ορφανός. Και πιο πίσω ξεχωρίζει το κότερο του τελώνη, λίγο πιο πίσω φαίνεται το γοργόφτερο ΟΛΓΑ, όπως έγραψα και πιο πριν, αυτό ήταν το πιο γρήγορο καίκι με πανιά του Γιώργου Πρωτόπαπα, σε δρομολόγιο Πηγάδια- Διαφάνι και τελευταίο διακρίνεται το συμιακό καΐκι ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ.

Λίγο πίσω από την  ξεχωρίζουμε τα κάγκελα του κλειστού λιμανιού, γιατί οι λιμενικοί δεν άφηναν να περάσεις μέσα στο εσωτερικό του. Ενώ το τελευταίο γωνιακό μαγαζί ήταν ένα από τα πρώτα επίσημα εστιατόρια της Καρπάθου, του Χαρατσοχάρτη.

Εκείνες τις παρέες τίποτε δε μπορούσε να τις εμποδίσει από μια ψυχοθεραπευτική αποσπερία κι είχαν ένα γερό μυστικό, οι δυσκολίες δεν τους ημέρευαν, τους ανάγκαζαν να γίνουν θεριά κι είχαν μονάχα ένα δρόμο, μια επιλογή, να ζήσουν με κάθε τρόπο τις δικές τους στιγμές.