Ουρανία Κουσουρελάκη, ένα διαρκές μάθημα προσφοράς για την Κάρπαθο

Ουρανία Κουσουρελάκη, ένα διαρκές μάθημα προσφοράς για την Κάρπαθο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Χριστούγεννα 1966, έχει πάρει ένας παλιόκαιρος, ξεσκονούσε η αφρισμένη θάλασσα, και στη στεριά δεν είναι για να ρίχνεις βήμα έξω από το σπίτι.
Το χιόνι έχει κλείσει τους δρόμους της βόρειας Αττικής, ενώ  στο  κέντρο το κρύο έμοιαζε να δαγκώνει, ήταν άγριο και τσουχτερό.
Στη Κάρπαθο τα πράματα δεν ήταν καλύτερα, μετά τις μπονάτσες του Οκτώβρη και εκείνες τις απίθανες ψαριές που κάμαν τα Φοινικιώτικα καϊκια, κράτησε πίσω λίγο από το καλοκαίρι, όμως η ανυδρία το γύρισε σε ένα χαλάζι στη γιορτή των τριών Ιεραρχών, που έφτασε να ριμάξει όλα τα καρποφόρα δέντρα, άσε που δεν έμεινε φρύο και  κράμπα, ούτε για δείγμα.
Είχαν περάσει τέσσερις μήνες από την επιστροφή της Πυλιάτισσας Ουρανία Σεβαστοπούλου, χήρα του συνταγματάρχη Νικόλαου Κουσουρελάκη, από το νησί. Όμως η 72χρονη γυναίκα δεν είναι καλά, μπαινοβγαίνει από το νοσοκομείο “Ευαγγελισμός”. Αυτήν τη φορά, ο συντοπίτης γιατρός, Μανώλης Οικονομίδης, που  φροντίζει τη γυναίκα, βλέπει το τέλος να είναι πολύ κοντά.
Η αρρώστια της δεν έχει γιατρικά, και οι όποιες λιγοστές ελπίδες, είναι πάνω στα μαγικά χέρια του Θεού.
Γυναίκα μονάχη η Ουρανία, ευκατάστατη και μορφωμένη, δεν βάραινε άνθρωπο, αντίθετα ανακατευόταν σε όλα και φρόντιζε δίχως λόγια και φανφάρες, με πράξεις προσφοράς, όλη τη γειτονιά της, κάτω στη Καλλιθέα.
Τα πρώτα χρόνια της Ουρανίας
Γεννημένη το 1895 και μεγαλωμένη στις Πυλές Καρπαθού, από τα πρώτα, μαθητικά της χρόνια, η Ουρανία φανερώνει ενδιαφέρον και κλήση στα γράμματα.
Ο πατέρας της Νικόλαος Σεβαστόπουλος, μαζί με τον αδέλφο του Ιωάννη, είναι από τις εύρωστες οικογένειες στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Κτήματα και αρκετά εμπορικά καταστήματα μέσα στη πόλη, συνθέτουν τις επιχειρήσεις της μεγάλης φαμίλιας.
Η μοναχοκόρη μετακομίζει στις αρχές του 20ου αιώνα στο “μικρό Παρίσι” με τα θέατρα, τους κινηματογράφους και την Όπερα.
Εκεί σπουδάζει δασκάλα, προφανώς στο Παρθεναγωγείο, και από μικρή μαθαίνει να ζει σαν αληθινή κοσμοπολίτισσα.
Από τις διηγήσεις του Γιώργου Νισύριου, μαθαίνουμε ότι η οικογένεια Σεβαστοπούλου ήταν ξεχωριστή. Ο πρόγονος της φαμίλιας, ήταν κάποιος Νικολάου από τη Μαύρη θάλασσα. Άφησε πολλούς απογόνους, που τους συναντάμε σε θέσεις κλειδιά μέσα στην ιστορία.
Το επώνυμο αλλάζει, γίνεται Μαντόπουλος και κάποιος  προππάπους, φαίνεται να το γυρίζει σε Σεβαστόπουλος. Μια αναφορά στον μεγάλο Χιώτη ευεργέτη, του εφοπλιστή Παντολέωντα Σεβαστόπουλο, που ήταν ένας εκ των θεμελιωτών της Ευαγγελικής σχολής στη Σμύρνη, αλλά και του πρώτου θεραπευτηρίου, που ιδρύθηκε στα 1733, αποδεικνύει τη δυναμική παρουσία της μεγάλης φαμίλιας στην περιοχή.
Από τον Καρπάθιο αξιωματικό Κανονάρχο, που βρέθηκε με τη μονάδα του στη Σμύρνη, μαθαίνουμε ότι τα αδέλφια Σεβαστόπουλοι, είχαν αγροκτηνοτροφικές επιχειρήσεις και απασχολούσαν πολύ μεγάλο αριθμό εργαζομένων στα κτήματα τους.
Από τη Κάρπαθο στη πολύβουη Σμύρνη, απότομο πέρασμα για τη μικρή μοναχοκόρη όλης της φαμίλιας.
Η εποχή απαιτεί από τις γυναίκες λεπτούς χειρισμούς στους τρόπους και χαρακτήρα μαθημένο στο τακτ και την ευγένεια, έτσι ίσως να ήθελαν και τη Ουρανία, να κρύβεται στις γκουίντες, και να στηρίξει με νύχια και δόντια το ισχυρό φύλο, τον άντρα, όμως όχι, δεν θα έπρεπε να προβάλετε η ίδια. Η γυναίκα δεν είχε γνώμη έξω από το σπίτι, ούτε και ψήφο, πρέπει να συνοδεύεται και το κεφάλι πάντοτε να κοιτά χαμηλά. Σε ένα τέτοιο προδιαμορφωμένο περιβάλλον, μεγαλώνει, σπουδάζει και γίνεται γυναίκα η μονάκριβη κόρη της Καλλιόπης Παπαμαγγιώρου.
Ο  γάμος με τον γιατρό
Ολοκληρώνει τις σπουδές στο παρθεναγωγείο Σμύρνης, και επιστρέφει στην Κάρπαθο. Τα προξενιά στο νησί πέφτουν σαν τη βροχή, όμως η μοναχοκόρη μαθημένη από τη πολύβουη Σμύρνη, έχει άλλα μέσα στο μυαλό της. Σύντομα και πριν το πέρασμα στο 1920, αναχωρεί για την Αθήνα με στόχο να συνεχίσει τις σπουδές της. Εκεί θα γραφτεί στο πανεπιστήμιο, όμως ένα από τα πολλά προξενιά θα της ταιριάξει και θα καταλήξει στον πρώτο γάμο της.

Τι  άλλο θα ήταν από έναν γιατρό, τον πιο ιδιαίτερο και φημισμένο Βωλαδιώτη γιατρό της εποχής. Τον Βάσο Βέργη, προξένεψαν στη μάνα της, και εκείνη, όπως γινόταν τότε, έπεισε την Ουρανία που δεν ήθελε και πολύ, αφού η φήμη για τις πατριωτικές πράξεις του γιατρού, η αυτοθυσία του και ο τραυματισμός του, στη μάχη του Δρίσκου, αλλά κυρίως οι δυναμικοί τρόποι του, μα και η εξυπνάδα, όπως και το παράστημα του, έκαναν τους Σεβαστόπουλους να ετοιμάσουν κολαϊνες και προικιά, για τον σπουδαίο γάμο. Μάλιστα πούλησαν και ένα μεγάλο λιόφυτο στη περιοχή Λιά, και τα χρήματα ήταν η προίκα της Ουρανία.
Πέρασαν στέφανα στα γρήγορα, και ο Βέργης άνοιξε και κλινική στο Θησείο, με την οικονομική υποστήριξη της συζύγου του.
Όμορφοι νέοι και οι δύο, ωστόσο δυο πολύ ισχυρές προσωπικότητες δύσκολα κάνουν μαζί, ειδικά όταν δεν έρχεται κι ένας απόγονος.
Δεν κατάφεραν τελικά να «δέσουν» μαζί. Το 192, χώρισαν οριστικά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε από τη πορεία της ζωής του μεγάλου γιατρού Βάσου Βέργη, και της χαρισματικής χειραφετημένης Ουρανίας Σεβαστοπούλου, οι δρόμοι τους ήταν πάντοτε παράλληλοι, ποτέ δεν σύγκλιναν για να τους χωρέσουν.
Ο Βέργης ξαναφεύγει για ένα σύντομο ταξίδι για το Παρίσι, κάνει την ειδικότητα του, ενώ δεν σταματά ποτέ τη σπουδαία πατριωτική, αγωνιστική του δράση.
Η ζωή με τον Κουσουρελάκη
Η Ουρανία είναι λίγο πάνω από τα τριάντα, γνωρίζετε με έναν Κρητικό αξιωματικό, τον πρώην πρόεδρο του στρατοδικείου Αθηνών, τον Νικόλαο Κουσουρελάκη. Και το Γενάρη του 1931, προχωρά στο δεύτερο και οριστικό γάμο της ζωής της.

Ο Νίκος έχει σπουδάσει νομικά, και από μικρός έχει επιλέξει στρατιωτική καριέρα. Από τα δικά του χέρια είναι γραμμένο το πολύτιμο δίτομο έργο με τους “Κώδικες της Κρητικής πολιτείας”, που εκδόθηκε στα Χανιά στις αρχές του 1900.
Γαλόνια, στολές και δεξιώσεις περιμένουν τη Ουρανία, που είναι μαθημένη από την εποχή της Σμύρνης σε μια τέτοια ζωή και δεν είναι καθόλου δύσκολο για κείνη να τον ακολουθήσει στις φημισμένες βεγγέρες των αξιωματικών, στους χορούς ακόμη και μέσα στο παλάτι.
Ο Κουσουρελάκης  από το Δεκέμβρη του 1923, είχε προαχθεί σε στρατιωτικό σύμβουλο Β’ τάξεως, δηλαδή είχε κερδίσει το αστέρι του συνταγματάρχη. Χειρίστηκε μεγάλες  δίκες στο στρατοδικείο ο Νικόλαος, όπως η περίπτωση των Τούρκων κατασκόπων στα 1927, και κατέληξε σε βαριές ποινές, ακόμη και καταδίκες σε θάνατο για τους ενόχους.
Όμως στην καθημερινότητα το ζευγάρι που ζούσε στην ιδιόκτητη κατοικία (ελέγχονται οι πληροφορίες που θέλουν το σπίτι στη Καλλιθέα να είναι το πατρικό του Κουσουρελάκη), παρόλο που δεν ευτύχησε με ένα παιδί, κατάφερνε να  είναι μονοιασμένοι σύμμαχοι, απέναντι στα ζόρια εκείνης της προπολεμικής περιόδου, και του σκοροφάγου χρόνου.
Πόλεμος, ανατροπές και ατέλειωτες δυσκολίες, όμως το ζευγάρι κατάφερνε να τα βγάζει πέρα αξιόμαχα, και όχι μόνο να κρατούν και να ελέγχουν τη περιουσία τους, αλλά με μέθοδο να τη πολλαπλασιάζουν.
Επιστρέφει ξανά στην Κάρπαθο, αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, ήταν το καλοκαίρι του 1953 όταν φτάνει στις Πυλές, μαζί με τον ηλικιωμένο  Κρητικό σύζυγο της. Φιλοξενείτε από συγγενείς, αφού το πατρικό σπίτι χτυπημένο από την εγκατάλειψη, αλλά και από το μεγάλο σεισμό του 1948, είχε κριθεί μη κατοικήσιμο.
Στη σκέψη της κυριαρχεί η επισκευή της πατρικής κατοικίας, όμως η υγεία του  Νικόλαου Κουσουρελάκη, ήταν εξαιρετικά ευάλωτη και η ίδια νιώθει ότι οι ημέρες του συντρόφου της, δεν περισσεύουν. Έτσι φαίνεται να εγκαταλείπει, εκείνη την εποχή, κάθε σκέψη για τη Κάρπαθο, τουλάχιστον δεν ομολογεί στο σύζυγο, που κι αυτός είναι από σπουδαίο χωριό της Κρήτης, την κοινότητα Πομώνι, που ανήκει στο Δήμο Φρέ των Χανίων.
Λίγα χρόνια μετά, πριν από την αυγή του 1960, χάνει τον σύζυγο της, και είναι πια μόνη, όχι εντελώς, στο ταξίδι του ’53, πήρε μια ψυχοκόρη από τη Κάρπαθο, τη δεκάχρονη τότε Μαρία Β. Οικονομίδη, με την υπόσχεση να τη μεγαλώσει, και να την αποκαταστήσει. Το 1963 πάντρεψε τη Μαρία με τον Αρκασιώτη Μιχάλη Πατσουράκη. Εκείνοι που γνωρίζουν, σίγουρα θα πουν πως ο Μιχάλης ήταν περισσότερο από το Φοινίκι, όμως και το γραφικό λιμανάκι στην Αρκάσα έχει την αναφορά του.

Το αναπάντεχο τέλος
Μετά τον γάμο της μικρανεψιάς της, όπως έλεγε τη Μαρία, ελεύθερη και μόνη όπως ήταν, η Ουρανία είχε πια στόχο να ταξιδεύει πιο συχνά στο νησί.  Και πράγματι τα επόμενα  καλοκαίρια βρέθηκε ανάμεσα σε συγγενείς και αγαπημένους φίλους στις Πυλές, τελευταίο έμελλε να είναι το καλοκαίρι του 1966.
Τότε που έκανε και τη περίφημη δίαιτα με τα σταφύλια! Η Ουρανία φαίνεται πως πάντοτε πάλευε με τα λίγο παραπανίσια κιλά της, κάθε τόσο μάζευε το φαγητό, και πρόσεχε τη διατροφή της, ακολουθώντας τις μοντέρνες δίαιτες της εποχής.
Ο Γιάννης Νισύριος θυμάται καλά την Ουρανία, όταν καλεσμένη στο σπίτι του Γιάννη Λαχανά, είχε άποψη για όλους και για όλα, που τη διατύπωνε με σαφήνεια και μια αφοπλιστική βεβαιότητα, θύμιζε το χαρακτήρα που έχουν όλες οι δασκάλες.
Ένα βιβλίο στο χέρι και με θέα πέρα το απέραντο γαλάζιο μέχρι τη Κάσο, απολάμβανε τη παχιά σκιά της γέρικης Συκιάς, στο σπίτι της Μαρίας Λαχανά. Όμως αν έπιανε  κουβέντες στο αέρα, τίποτε συζητήσεις, από το δρόμο ή το σπίτι, ήταν έτοιμη να μπει στην παρέα, να διεκδικήσει θέση και να εκφράσει με πάθος την άποψη της.
Άλλοτε πάλι ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους και τους τραβούσε για πεζοπορίες στα γύρω βουνά των Πυλών, έκανε τα πιο μικρά παιδιά, που δυσανασχετούν εύκολα, να αναρωτιούνται, μα που να κρύβει η θεία Ουρανία τέτοιο πάθος.
Άτυχη, αν είναι μόνο ατυχία το χτύπημα μιας βαριάς, αθεράπευτης αρρώστιας, η Ουρανία βρέθηκε στο κρεβάτι του “Ευαγγελισμού”,  γιατρός και θεραπευτής της ο Πυλιάτης, κι αυτός ένας ακόμη παθιασμένος Καρπάθιος, Μανώλης Οικονομίδης. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1966, και όλα δείχνουν ότι η υγεία της είναι βαριά κλονισμένη, δύσκολα θα ξεπερνούσε έναν τέτοιο κάβο.

Μεγάλα ερωτηματικά γεννήθηκαν στην ίδια, μια τέτοια περιουσία μπορούσε είτε να μοιραστεί, και να ανακουφίσει αρκετούς ανθρώπους, είτε να δοθεί σε ένα ίδρυμα ή ακόμη καλύτερα, να δημιουργηθεί ένα ίδρυμα, και να την διαχειριστεί, με στόχο να προσφέρει παντοτινά στο σύνολο. Κάποιοι κρυφοί κύκλοι, προωθούσαν την ιδέα να πέσει στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου, ο ίδιος να ξενοιάσει και να ζήσει πλουσιοπάροχα.

Ο γιατρός Οικονομίδης ήταν φλογερός πατριώτης, πρόεδρος του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων, ωθεί τη σκέψη της Ουρανίας για το κοινό καλό, πρώτα των Πυλών και στη συνέχεια όλης της Καρπάθου, όμως δεν είναι ο μόνος που προτείνει λύση στη γυναίκα, που έχει απόλυτο έλεγχο και βαθιά ωριμότητα στη σκέψης της. Μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο της κάποιοι καλοθελητές, από διάφορα ευαγή ιδρύματα, αλλά και κάποιοι πιο στενοί, και προσωπικοί φίλοι της.
Όλοι  φέρνουν βόλτα την ιδέα, φλερτάρουν με διακριτικότητα και τακτ, για τα μετρητά, τις λίρες και τα ακίνητα της μοναχικής γυναίκας.
Λίγο πριν την τελική απόφαση, φαίνεται πως ένα μοιραίο γεγονός έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο.

Στις 3 Γενάρη 1967, η Βασίλισσα Άννα-Μαρία, βρέθηκε στον Ευαγγελισμό και έκοψε τη πίτα του νοσοκομείου. Με την παραίνεση του γιατρού Οικονομίδη, η Βασίλισσα ανέβηκε στο δωμάτιο και έδωσε με τα χέρια της, το κομμάτι της βασιλόπιτας στην Ουρανία. Αφού της ευχήθηκε περαστικά, την εξήρε για τη σπουδαία πράξη, να φτιάξει ένα ίδρυμα με το όνομα της, και να αφήσει την περιουσία στον τόπο της.
Τις αμέσως επόμενες ημέρες, η Ουρανία ήταν σίγουρη, ο συμβολαιογράφος Λεωνίδας Χριστοδούλου σύνταξε με τις οδηγίες της, τη διαθήκη με αριθμό 2660, παρουσία των μαρτύρων.
Ανοιχτοχέρα, με μια αγκαλιά για όλους, πολύ μακριά από μίζερη θλίψη, έτσι γράφονται οι λέξεις, οι τελευταίες επιθυμίες της Πυλιάτισσας Ουρανίας Σεβαστοπούλου-Κουσουρελάκη.
Η δασκάλα πριν προχωρήσει στη δημιουργία του ιδρύματος, φροντίζει να αφήσει περίπου 500.000 δραχμές, μοιρασμένες σε 25 διαφορετικές συγγενικές της και μη, οικογένειες.

Για να έχουμε μια εικόνα για την εποχή, το 1966 ο πρωθυπουργός έχει μισθό 23.600 δραχμές και των υπουργών 22.400 δραχμές (λίγους μήνες αργότερα και μόλις ανέβηκε η Χούντα στην εξουσία, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5.10.73).
Την ίδια στιγμή η χρυσή λίρα Αγγλίας ήταν στις 306 δραχμές (σήμερα 340 ευρώ), ενώ το πασχαλιάτικο επίδομα ανέργων έφτανε τις  400 δραχμές.
Η Ουρανία ανάλογα με την οικογένεια, μοίρασε από 25.000 μέχρι 5.000 δραχμές.
Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν λησμόνησε ούτε τον πρώην σύζυγο της, τον γιατρό Βάσο Βέργη, που του άφησε 15.000 δραχμές!
Ακόμη και τα ακίνητα που άφησε σε κάποιους από τους κληρονόμους, φρόντισε με ειδικό όρο, να τακτοποιήσει η ίδια, τον φόρο κληρονομιάς!
Στη συνέχεια μοίρασε τα έπιπλα, τα ρούχα αλλά και τα ακριβά της κοσμήματα. Χρυσό, διαμάντια και μπριγιάν.
Σύμφωνα πάντως με τους υπέυθυνους του ιδρύματος, ορισμένα από τα πανάκριβα κοσμήματα, που ανέφερε η Ουρανία Σεβαστοπούλου-Κουσουρελάκη, δεν βρέθηκαν ποτέ.
Στη συνέχεια και με πολύ προσεκτική γραφή, διατύπωσε την δημιουργία του ιδρύματος, που θα διαχειριζόταν την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της δίχως δικαίωμα πώλησης.
Το Ίδρυμα με την προσωνυμία ” Ουρανία Κουσουρελάκη Σεβαστοπούλου”, με έδρα την Αθήνα  και στόχο: “την άσκηση φιλαθρωπικών και μορφωτικών έργων υπέρ της γενέτειρας μου νήσου Καρπάθου με προτεραιότητα το χωριό Πυλαίς Καρπάθου”.
Στις 17 Γενάρη του 1967, η Ουρανία Σεβαστοπούλου-Κουσουρελάκη, ξεκίνησε το αιώνιο, αληθινό ταξίδι της. Κι εκείνη δεν πήρε τίποτε μαζί της, από τη μεγάλη περιουσία μαζί της. Όμως το ίδρυμα που φρόντισε να δημιουργήσει, ξεκίνησε σχεδόν αμέσως τη δράση του.

Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο ήταν οι:
1. Εμμανουήλ Ιωάννου Οικονομίδης, πρόεδρος.
2. Γεώργιος Ιωάννου Καραϊτιανός, μέλος.
3. Εμμανουήλ Γεωργίου Χαλκιάς, μέλος.
4. Νικόλαος Φιλιππίδης (εκπρόσωπος ΣΑΚ)
5. Νίκος Νικολέτος (εκπρόσωπος κοιν. Πυλών)

Μια από τις πρώτες πράξεις του ιδρύματος μετά την σύσταση του, με το Βασιλικό διάταγμα 571/1967, ήταν το 1969, η αγορά του κτήματος “Άζι”, της Χατζηνιάς Σόφιλου, στην είσοδο του χωριού Πυλών, στη θέση “Ακρύ”.
Μετά από την κατάλληλη διαμόρφωση, τοποθετήθηκε η μαρμάρινη προτομή της Ουρανίας Σεβαστοπούλου-Κουσουρελάκη, που φιλοτέχνησε ο φημισμένος γλύπτης Αντώνης Σώχος.
Τα εγκαίνια του ιδρύματος πραγματοποιήθηκαν στις 10 Σεπτέμβρη 1972. Από τότε τα οστά της Ουρανίας μεταφέρθηκαν, και παραμένουν στην είσοδο του χωριού της, για να θυμίζουν σε όλους πως η αληθινή προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, ότι τρόπο ή μέθοδο κι αν ακολουθεί, είναι που μας κάνει  αθάνατους.

(Από τις διηγήσεις των αδελφών Γιάννη και Γιώργου Νισσύριου, και των μελών του ΔΣ του ιδρύματος Κουσουρελάκη-Σεβαστοπούλου).

Manolis Dimellas