Ο βουτηχτής Νικολής Μπαλάνος

Ο βουτηχτής Νικολής Μπαλάνος

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

 

Ο Νικολής Μπαλάνος ήταν δύτης, τώρα πια ένας ξεχασμένος άνθρωπος της θάλασσας, μα είναι αλήθεια από τους λιγοστούς Καρπάθιους, που γύριζε στις θάλασσες κι αρμύρα κατέλυσε τα χρόνια του.

Τίποτε δεν θα είχε μείνει για να τον θυμηθούμε, όμως ο μικρόσωμος βουτηχτής εκτός από τα πνευμόνια και την άπνοια, είχε ακόμη μια αγάπη, το τραγούδι και τη λύρα, στο τέλος έγινε δουλειά και ο Νικόλας, που είχε σπουδαίο ταλέντο, γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Πληροφορίες θα μας δώσει ο γαμπρός του Μπαλάνου, ο Νικόλαος Παυλίδης είχε παντρευτεί την κόρη του Θετεκούλα. Σε ένα δικό του χειρόγραφο, γραμμένο το 1920, αναφέρει ότι ο πατέρας του Κομνηνός Παυλίδης, εργάστηκε για δύο χρονιές στην σπογγαλιεία, την πρώτη φορά σε συμιακά καΐκια, με αμοιβή 60 λίρες Αγγλίας και την δεύτερη χρονιά βρέθηκε σε χαλκίτικα και είχε μισθό 80 λίρες.

Στο ίδιο χειρόγραφο αναφέρει ότι ο Μπαλάνος ήταν ικανός λυράρης και τραγουδιστής και έβγαζε αρκετά χρήματα από αυτή τη δουλειά, όμως ήταν αρκετά σπάταλος και χρειάστηκε κάποιες φορές να δουλέψει και στα σφουγγάρια για να συντηρήσει την οικογένεια του.

Ο Νικολής ήταν γερός μαντιναδόρος, έπαιζε λύρα και τραγουδούσε, δεν έχανε ευκαιρία, δεν έχανε στιγμή, ή θα τρυγούσε τη θάλασσα ή θα σκάρωνε μαντινάδες και θα φόρτωνε συναίσθημα την παρέα του. Κοντούλης, ξερακιανός, με ένα ψιλό μουστακάκι, ξεχώριζε ο Μπαλάνος, είχε βλέπεις καταγωγή από τα ψηλά, τα Βόρεια του νησιού, την αγέρωχη Όλυμπο.

Μοναδική πηγή για την ζωή του οι μαντινάδες που σώθηκαν, μεταφέρθηκαν στόμα με στόμα, αφού είναι αλήθεια πως τίποτε αυθεντικό και αληθινό δεν χάνεται, μπορεί να σιωπά, αλλά κάθε φορά που ξετρυπώνει σβήνει την καθημερινή πληροφορία που μοιάζει απελπιστικά αδιάφορη, ψιλή και λίγη.

Πόσο βαθιά μέσα στη θάλασσα έφτανε ο Μπαλάνος;

“Σαράντα οργιές, πέντε βουτιές έκαμες βρε Μπαλάνο

κι ο σκύλος ο Καβασιλής δε λεει πάρτον πάνω.”

Αυτή η μαντινάδα μας δίνει τα μέτρα! Κι αν υπολογίσουμε τις οργιές σε μέτρα τότε είμαστε στα -80 μέτρα! Να το πιστέψουμε; και γιατί όχι; ποιος άλλωστε μπορεί να μας διαψεύσει.

“Ω καπετάνο Μορφοπό α(ν) τύχει και περάσεις

ρίξε με πάνω στη Σαριά να ζήσεις να γεράσεις.”

Ο Μπαλάνος δούλευε βουτηχτής στα καΐκι του Χαλκίτη Μορφοπού Πιπίνου, όμως δεν σταματούσε να τραγουδά για το νησί του, είχε την Κάρπαθο Βασίλισσα της ψυχής του και φαίνεται πως όταν έπιανε τη λύρα τους ταξίδευε στον δικό του βράχο και είχε τρελάνει τους Συμιακούς, τους Χαλκίτες και τους Καλύμνιους, όλα τα πληρώματα από τα καΐκια των σφουγγαριών.

Είχε παιδιά και φαμίλια, έκανε αγώνα για να στείλει το μηνιάτικο και να τα αναθρέψει, όπως οι περισσότεροι Καρπάθιοι, ο Μπαλάνος φρόντιζε να κάμει προίκες για την πρωτοκόρη του, μόνο που η δική του ελπίδα και διέξοδος ήταν ο πάτος της θάλασσας!

Έβγαινε από το βυθό και έπιανε τη λύρα και είχε το χάρισμα να ταιριάζει στη στιγμή και να τραγουδά τις αυτοσχέδιες μαντινάδες του, αυτές τον έκαναν περιζήτητο για τα γλέντια του νησιού. Και εκείνος που είχε μάθει να ξεχωρίζει τους ανθρώπους, δεν χαριζόταν εύκολα και ότι είχε να πει το ταίριασε σε δίστιχα.

Μια ιστορία που αναφέρει ο Οθείτης Νικόλαος Στεφανής είναι η συνάντηση του Μπαλάνου με τον Πυλιάτη Εμμ. Χατζαντρούλη.

Ο Μπαλάνος είχε πάει στον Χατζαντρούλη για να του φτιάξει τα στι(β)άνια (παπούτσια) του κι εκείνος φαίνεται πως δεν του έκανε δουλειά της προκοπής αλλά για αμοιβή του ζήτησε 2 λίρες! Όμως ο Νικολής Μπαλάνος δεν ξέχασε τον Χατζαντρούλη και σε ένα γλέντι τον συνάντησε, μα δεν του χαρίστηκε, αντίθετα του τα έψαλλε τραγουδιστά!

Αυτή τη φορά ο Μπαλάνος ήταν ο λυράρης και ο Χατζαντρούλης χορευτής στον κάβο! Και τότε ο Μπαλάνος ταίριαξε τις δυο μαντινάδες που ξεπέρασαν τη λήθη του χρόνου.

“Τώρα που σε κατάφερα κι άνοιξες το σακούλι

θα σου τον πάρω τον παρά διαόλου Χατζαντρούλη!”

“Και το στι(β)άνι μου έραψες που ήταν ξενεραμμένο

και τον παρά μου γύρεψες σα το ξεψυχισμένο!”

Οι αυθεντικές κουβέντες, τα καθαρά λόγια όταν ξεπηδούν μέσα από την καρδιά πάνε και χτυπούν πάνω στις καρδιές των ανθρώπων, τόσο που καμιά φορά μάλιστα ματώνουν!

Έτσι κι ο Μπαλάνος, μπορεί να ξεχάστηκε το σκληρό θαλασσινό του επάγγελμα, να μην μάθουμε για τις οργιές που έφτανε και μάζευε σφουγγάρια, όμως είχε το χάρισμα του ποιητή και οι μαντινάδες του δεν έχουν ηλικία!