Μιχάλης Μαργαρίτης, ένας αητός της Καρπάθου

Μιχάλης Μαργαρίτης, ένας αητός της Καρπάθου

γραφει ο Μανώλης Δημελλάς

Δεν είναι σπουδαίο να βγάζεις μια σημαία στο μπαλκόνι, ίσως τέτοιες μέρες να γίνεται λίγο πιο δύσκολο, αφού κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς ρομαντικός εθνικιστής, άσε που δεν φτιάχνουν πια σιδερένιες υποδοχές στα κάγκελα των διαμερισμάτων.

Στην ιστορία έμειναν εκείνοι που ξεκρέμασαν σημαίες και έμειναν ολοζώντανοι ήρωες, τα αληθινά παραδείγματα θάρρους και αυθεντικής δράσης.

Όπως ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, τον Μάιο 1941, από την Ακρόπολη. Αλλά και ο Σολωμός Σολωμού το 1996 στην Κύπρο.

Έτσι και σήμερα, κάθε που γυρνά ο χρόνος σε μια σπουδαία επέτειο, όπως η σημερινή, οι ήρωες ξυπνούν και ψιθυρίζουν λέξεις, λόγια, που όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν αλλάζει το νόημα και το μέγεθος τους.
Πιο σπουδαίοι είναι οι θαμμένοι ήρωες στα κατάβαθα του χρόνου, δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα, μα τα έδωσαν όλα.

Ένας τέτοιος αυθεντικός πατριώτης ήταν ο Μιχάλης Μαργαρίτης. Ο Καρπάθιος που δεν δίστασε να κατεβάσει την ιταλική σημαία από το κέντρο των Πηγαδίων Καρπάθου, το φθινόπωρο του 1920.
Εκείνο το καλοκαίρι υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών.

Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας και αυτή, με την σειρά της, υπέρ της Ελλάδας για όλα τα δικαιώματα και τους τίτλους, στα κατεχόμενα νησιά καθώς και στις νησίδες πού εξαρτώνται από αυτά.
Οι Ιταλοί βλέπουν πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν φαίνεται να αστειεύεται και τα μαζεύουν από τα Δωδεκάνησα. Τηλεγραφήματα από το Ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων μιλούν για την σταδιακή αποχώρηση των καραμπινιέρων και από την Κάρπαθο.

Ο Μιχάλης Μαργαρίτης είναι ήδη στα 38 του, πρωτότοκος γιος του Γιώργου Μαργαρίτη και της Βικτωρίας Χατζηλιώς, πετάει στα σύννεφα, επιτέλους βλέπει τους Ιταλούς στρατιώτες να επιβιβάζονται σε τορπιλακάτους, κάπου πέρα στον Βρόντη, και να εγκαταλείπουν το νησί.

Ήταν λίγες μέρες πριν τις εκλογές στην Ελλάδα, 30 Οκτωβρίου 1920, ο Μιχάλης δεν άντεχε να βλέπει την Ιταλική σημαία καρφωμένη στα ψηλά, ανέβηκε στο ιστό και την ξήλωσε!

Η πράξη δεν έμεινε στην ιστορία, οι Ιταλοί δεν έφυγαν, αντίθετα ξαναγύρισαν μόλις ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των Ελληνικών εκλογών. Το κόμμα των φιλελευθέρων, του Ελευθερίου Βενιζέλου, που δεν εκλέγει ούτε βουλευτής, έχασε με ελάχιστη διαφορά, από τον Δημήτριο Γούναρη. Το εκλογικό σύστημα ευνόησε την ενωμένη αντιπολίτευση, που με ποσοστό 49,3% έλαβε 260 έδρες, ενώ το κόμμα των φιλελευθέρων με 50,6% πήρε μόλις 110 έδρες.

Σκύλιασαν οι Ιταλοί, τον αναζήτησαν παντού, έφεραν τούμπα όλο το νησί, μα εκείνος φυγαδεύτηκε με βάρκα από το Φοινίκι της Αρκάσας για την Κρήτη.

Ξαναγύρισε λίγους μήνες αργότερα, αν και φρεσκοπαντρεμένος με την Μαρία Σεβδαλή, νέο παλικάρι με χαρακτήρα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο.

Τον Νοέμβριο του 1921, ακόμη μια φορά, του δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξει το θάρρος και την εξαιρετικά παθιασμένη φύση του.

Ο Ιταλός διοικητής κόμης Μπόσδαρι, με ένα διάταγμα καλούσε τους κατοίκους να συμμετέχουν στην καταγραφή των κατοικιών, αλλά και την απογραφή των κατοίκων του νησιού. Στις Μενετές που ήταν και το χωριό του Μιχάλη Μαργαρίτη, επικρατούσε αναβρασμός, κανένας δεν ήθελε να γραφτεί στα Ιταλικά κατάστιχα.

Στο χωριό πρωτοστατούσαν η Ευθυμία Επιτρόπου (σύζυγος Μιχ. Οθείτη), η Καλλιρόη Φρεσκάκη (του Χατζημηνά) και η διαλαλήστρα του χωριού, Κυρανιά του Αντρούλη.

Στην πρώτη γραμμή αντίστασης ο Μιχάλης, στην συμπλοκή με τους καραμπινιέρους δεν αστειεύτηκε, άρπαξε ένα όπλο και το έσπασε στις πέτρες. Οι Μενετές, δεν ήταν το μόνο χωριό που πρόβαλλε αντίσταση για την απογραφή.

Οι συλλήψεις από τον Ιταλικό στρατό, ήταν αθρόες σε όλη την Κάρπαθο.
Οι Χανιώτης, Οικονομίδης ,τα αδέλφια Βασίλης και Μανώλης Σακελλαρίδης. Μάλιστα οι Κ. Αμανεζής, και ο Αρ. Χατζηκωστής μεταφέρθηκαν στην φυλακή της Ρόδου όπου και δικάστηκαν.

Ο Μιχάλης Μαργαρίτης, άγρια καταδιωκόμενος έφυγε για τον Πειραιά. Αυτή τη φορά όχι μόνος, η γυναίκα του, που έξι μήνες νωρίτερα, είχε γεννήσει την μοναχοκόρη τους Θεοδώρα.

Οι γονείς που προσπάθησαν πολύ για να αποκτήσουν παιδί, θεώρησαν την μικρή, ένα αληθινό δώρο από Τον Θεό, έτσι διάλεξαν κι αυτό το όνομα για την κόρη τους.

Ο Μιχάλης όμως δεν ανέβαινε για πρώτη φορά στην Αθήνα, τριγυρνούσε από τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα στη μεγαλούπολη.

Πέρασε και αυτός από τη δουλειά που έκαμαν σχεδόν όλοι οι Καρπάθιοι της εποχής, από τα νταμάρια τις Πεντέλης και του Διονύσου, όπου δούλεψε σαν εξορύχτης και λαξευτής.

Ανήσυχος και νευρικός, από τότε ήθελε κάτι να κάμει και αυτός, για το κατακτημένο νησί του.
Στις αρχές το 1911 παρουσιάζεται εθελοντής στο πολεμικό ναυτικό και υπηρετεί στο Θωρηκτό Αβέρωφ, με την ειδικότητα του διόπου πυροβολητή.

Στο μεγάλο, σαν νησί, πολεμικό καράβι, υπηρετούν 620 ναύτες και 20 αξιωματικοί. Συμμετέχει στις νικηφόρες μάχες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και απολύεται με το τέλος του.

Το δεύτερο, αναγκαστικό, ταξίδι του Μιχάλη Μαργαρίτη στην ελεύθερη Ελλάδα, είναι και το τελευταίο. Θα περάσει μια δεκαετία στο Τρικέρι, δουλεύει στην εξόρυξη του πασίγνωστου βολιώτικου, κόκκινου μαρμάρου.
Επιστρέφουν λίγα χρόνια πριν την κήρυξη του πολέμου στον Πειραιά, ξεκινούν νέο σπιτικό, στην οδό Λευκωσίας στον Πειραιά. Φτώχεια, αλλά καρδιά και πάθος.

Τα εγγόνια του, που μας αποκάλυψαν τις λεπτομέρειες της ιστορίας, ακόμη μιλούν για την ξεκλείδωτη πόρτα στα Καμίνια. Τα καθιστά καρπάθικα γλέντια και τον Μιχάλη που δεν έχανε ευκαιρία για τραγούδι.

Εκεί τους βρίσκει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο ευαίσθητος εξηντάρης με το περιποιημένο μουστάκι, Μιχάλης Μαργαρίτης, δεν αντέχει δεύτερη φορά τους κατακτητές.

Σβήνει στο τέλος Αυγούστου 1942, είναι οι στερήσεις, η πείνα και οι κακουχίες, που κάνουν το σώμα αδύναμο και ανίκανο να αντισταθεί.

Κυρίως είναι ο θάνατος της ελπίδας. Όλα τα χρόνια ο Μιχάλης είχε μια σημαία κρυμμένη στα μπαούλο, κάθε τόσο την έβγαζε να πάρει αέρα το ύφασμα, περίμενε τη στιγμή να την υψώσει στον πατρικό του τόπο, την Κάρπαθο.

Δεν πρόλαβε να δει, να ζήσει, με το νησί λεύτερο, έφυγε στα πιο μαύρα, στα λυγισμένα χρόνια.
Ο γλεντζές Μιχάλης έπαψε να γράφει και να τραγουδά μαντινάδες, οι πράξεις του όμως θα θυμίζουν πως η τρέλα και το παράτολμο οδηγούν πάντα την ιστορία.