Ο μποναμάς του Χάρου σε έναν ανθρακωρύχο

Ο μποναμάς του Χάρου σε έναν ανθρακωρύχο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Ποιες γιορτές έγιναν ανάμνηση αν όχι εκείνες που έφεραν τα πιο πικρά χτυπήματα της μοίρας;

Συνήθως τα γιορτινά χαμόγελα και οι στιγμές ευτυχίας ξεχνιούνται εύκολα, φτάνει η επόμενη στιγμή να φέρει μια σκοτούρα, έστω κάτι γκρίζο, για να ξεχαστεί και το πιο γλυκό χαμόγελο.

Αντίθετα, οι αναποδιές μοιάζουν με κόμπους που στέκουν αιώνια στην άκρη της γλώσσας ή ακόμη χειρότερα, είναι εκείνες οι μικρές πετρούλες μέσα από τα μάτια που πιέζουν τα δάκρυα για να ξεπεταχτούν στον έξω κόσμο.

Οι οικογένειες ζουν τα πιο μεγάλα και σιωπηλά μυστικά δράματα, ειδικά όταν η κοινωνική ανισότητα φτάνει στα όρια της. Και τότε οι άνθρωποι ψάχνουμε για μοίρες και σκαλίζουμε τη μαύρη ώρα της τύχης ή μιας άγνωστης κατάρας.

Αυτή είναι η ιστορία του Νικόλα και της Μαρίας, ενός ζευγαριού που έσπασε λίγο πριν το ξημέρωμα της αυγής του 1936.

Ήταν παραμονή μιας μοιραίας πρωτοχρονιάς όταν αυτός ο μετανάστης ανθρακωρύχος τραυματίστηκε βαριά μέσα σε μια στοά και κατέληξε αβοήθητος σε ένα νοσοκομείο. Η γυναίκα στο νησί δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα και η μοναχοκόρη, που δεν γνώρισε ποτέ πατέρα, στις γιορτές θυμάται, σκυθρωπιάζει και έχει δεν πάψει να επαναλαμβάνει τον άπειρο πόνο.

Το ζευγάρι μοιάζει με ήρωες θεατρικής παράστασης, είναι η ιστορία της επιβίωσης και η κατάληξη του μετανάστη εργάτη σε μια εποχή που η φτώχεια ρουφούσε το μεδούλι κάθε αξίας από τη ανθρώπινη ζωή.

Η Μαρία, προτελευταία κόρη του παπά Νικόλα Σακελλαρίδη, δεν ήταν εύκολο πλάσμα, από παιδί έδειξε το ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα.

Το κορούλι γεννήθηκε το 1900 στην Κάρπαθο, λίγα χρόνια αργότερα θα ακολουθήσει τον ιερέα πατέρα της στην Κρήτη, όταν εκείνος μετατίθεται στα χωριά Κρουσώνας και Δαφνές.

Την αλλαγή στη ζωή θα φέρει η θεία της, Μαριγώ Γεραπετρίτη, εκείνη θα πείσει τον παπά-Νικόλα και θα τραβήξει τη μικρή Μαρία το 1913 στην Αίγυπτο. Εκεί η Ελληνική παροικία ήταν ακόμη ισχυρή και ευκατάστατη, έτσι η Μαρία θα μπορούσε να μορφωθεί, να γνωρίσει τον κόσμο και να χτίσει χαρακτήρα.

Σε όλο το ταξίδι η μικρή δεν έφυγε από τη γέφυρα του πλοίου, στεκόταν δίπλα στον καπετάνιο, διάβαζε ουρανό και θάλασσα, αμίλητη προετοιμαζόταν για την αλλαγή της ζωής.

H Μαρία Σακελλαρίδη με τη μοναχοκόρη της, Φραγκίτσα 

Πράγματι το πολύβουο Πορτ Σάιντ ήταν γεμάτο Έλληνες, κυρίως Κασιώτες, εκεί συνέχισε τα γράμματα και παρακολούθησε σχολείο οικοκυρικών, ραπτική και κέντημα. Ένας ηλικιωμένος Ιταλός γείτονας ήταν αφορμή να μάθει Ιταλικά, αφού η Μαρία διάβαζε τις εφημερίδες και τα περιοδικά του. Στην Αίγυπτο θα γίνει η καλύτερη παρέα της οικογένειας Γαϊτάνου, του γιατρού στην καραντίνα της Διώρυγας, έτσι θα ζήσει από κοντά ακόμη και την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού, του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1915. Την ίδια εποχή θα μάθει τον πόλεμο, ο Τουρκικός στρατός με διοικητή τον Εμβέρ πασά θα επιχειρήσει να πάρει τη διώρυγα του Σουέζ, έναν χρόνο μετά, το 1916, θα ολοκληρώσουν τη συγκρότηση Αιγυπτιακής εκστρατευτικής δύναμης. Η ιστορία του πολέμου είναι από εκείνες που χαράχθηκαν βαθιά στη μνήμη της, θυμόταν τους βομβαρδισμούς και τα πτώματα των νεκρών γειτόνων που μετρούσαν όταν έβγαιναν από τα καταφύγια.

Όσο μεγάλωνε η Μαρία τόσο πλήθαιναν και τα προξενιά, καλοθελητές έφερναν προτάσεις από ενδιαφερόμενους, όμως το κορίτσι δεν έμπαινε σε κουβέντες.

Να πάτε στο νησί μου, στην Κάρπαθο, κι αν ο πατέρας μου συμφωνεί τότε ίσως το κουβεντιάσουμε! Μέχρι τότε δεν υπάρχει τέτοιο θέμα -και έβαζε τελεία και παύλα.

Μονάχα ένα παλικαράκι, ένας καπετάνιος με καταγωγή από τη Σμύρνη, έδειχνε αποφασισμένος και υποσχέθηκε να τη ζητήσει από τον πατέρα της, όμως τα λόγια δεν έγιναν πράξη, ίσως τον έκοψαν τα τραγικά γεγονότα, ο πόλεμος που ξέσπασε λίγο αργότερα στην πατρίδα του, τη Μικρά Ασία.

Την Άνοιξη του ᾽20 η θεία και η ανιψιά πήραν το καράβι για την Ελλάδα, βγήκαν στο Ναύπλο και ανέβηκαν στην Αθήνα. Όμορφο κορίτσι και με τρόπους, έτσι και εκεί δεν άργησαν οι προτάσεις να πέφτουν σα βροχή, με την Μαρία ωστόσο και πάλι να μην δέχεται κουβέντα. Άλλωστε, δεν έβλεπε την ώρα της επιστροφής στο νησί τους.

Εκεί, πάνω στο μακρινό βράχο, η ζωή δεν έμοιαζε καθόλου με την Αίγυπτο, η Μαρία θυμήθηκε τα χούγια του μικρού τόπου και έκανε υπομονή. Και πάλι το μόνο που δεν κουβέντιαζε ήταν ένας ενδεχόμενος γάμος, θα παντρευόταν, αλλά με κάποιον που είχε ταξιδέψει, με έναν άνθρωπο που τα μάτια του θα μαρτυρούσαν εμπειρία ζωής και όχι έναν άνθρωπο που δεν ξέφυγε από τα όρια του νησιού.

Έτσι, κάπως στα ξαφνικά, μπήκε στη ζωή της ο Νικόλας Κόρσος, μα δεν ήταν το πραγματικό επώνυμο, το παλικάρι λεγόταν Νικόλαος Ηλιάδης, αλλά κληρονόμησε έναν θείο με αυτό το επώνυμο, η αλλαγή έγινε στην Αμερική, έτσι απέφυγε και μια συνωνυμία με έναν ξάδερφο που δημιουργούσε μπερδέματα.

O Νικόλας Κόρσος 

Ο Νικόλας, μόλις τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από την Μαρία, από τη δεκαετία του ´20 ήδη είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, ήταν ακόμη ένας εργάτης, ένας ανθρακωρύχος στην valley coal corporation του Wheeling στη West Virginia. Από μικρός μεγάλωσε μέσα στις σκοτεινές μίνες, στις στοές των ορυχείων και στο τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα έγινε το προξενιό.

Αν μέσα στις στοές οι ανθρακωρύχοι ήταν κατάμαυροι και έμοιαζαν με κομμάτια κάρβουνου, στην επιφάνεια της γης ήταν κι αυτοί άνθρωποι, που διεκδικούσαν λίγο αέρα και έψαχναν την αληθινή ζωή. Το σκληρό, πολλές φορές θανατηφόρο μεροκάματο έγραφε πιο καθαρά την ανθρωπιά, την αυθεντικότητα και την ειλικρίνεια πάνω στο μέτωπο τους. Πολύ χαμηλά μεροκάματα, ίσα που φτάνουν τα 3,5$ για δωδεκάωρη ή δεκατετράωρη δουλειά στα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία, όμως η πιο δύσκολη ιστορία είναι εκείνη των εργατών στα ορυχεία. Οι μιναδόροι, όπως τους αποκαλούν, κατεβαίνουν σε μεγάλα βάθη μέσα στη γη, σκάβουν ατέλειωτες ώρες, και με πρωτόγονα μέσα φόρτωναν στα βαγόνια το κάρβουνο.Η πληρωμή τους γινόταν με το ζύγι και συνήθως οι Αμερικάνοι εργοδότες, που είχαν τα κουμπούρια γεμάτα και κρεμασμένα πάνω τους, έκλεβαν τους μετανάστες εργάτες.

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, οι απεργίες των ορυχείων στη Δ. Βιρτζίνια και το Οχάιο, όπως και σε όλη την Αμερική, είχαν τρομερό αντίκτυπο μέσα στη κοινωνία. Πολύμηνες κινητοποιήσεις χωρίζουν σε στρατόπεδα τους εργαζόμενους. Σε εκείνους που απεργούν με αυτονόητα αιτήματα: Την οκτάωρη εργασία (αφού ήδη δουλεύουν 12 με 14 ώρες), να εργάζονται χωρίς φρουρούς, την αύξηση στο μισθό 10%, και να μην τους κλέβουν στο ζύγισμα. Από την άλλη οι απεργοσπάστες. Ορδές από εργάτες που δεν πιστεύουν σε κινήματα, δεν έγιναν μετανάστες, όπως έλεγαν, για να κάθονται! Θέλουν να βλέπουν φιλεύσπλαχνα και ηθικά τα αφεντικά τους. Πιστεύουν ότι θα τους δώσουν ένα δολάριο παραπάνω μόλις ανοίξουν οι αγορές και αν οι ίδιοι είναι καλοί και υπάκουοι εργάτες. ‘Αλλωστε κανένας δεν θέλει να βγάλει “ρίζες” στο ξένο τόπο.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς με τον αέρα να είναι πάντοτε λιγοστός, όσο για τη ζωή στα μικρά ξύλινα σπιτάκια γύρω από το ορυχείο, δεν ήταν παρά η ολιγόωρη αναμονή μέχρι να ξαναφορέσουν τις φόρμες και να ξανακατέβουν στα σκοτεινά λαγούμια μέσα στα σπλάχνα της γης. Στην καθημερινότητα δεν χρησιμοποιούσαν αληθινά χρήματα, η πληρωμή των ανθρακωρύχων συνήθως γινόταν λίγο πριν το ταξίδι της επιστροφής, τότε οι εργάτες έβγαιναν από τη γη του ορυχείου μετρούσαν ώρες και μεροκάματα κι έπειτα τραβούσαν για το λιμάνι. Από εκεί έμοιαζε σαν μια ευθεία γραμμή, ένα πέταγμα για την μικρή, όμως αληθινά μεγάλη, πατρίδα τους.

Έτσι κι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Νικόλαος Κόρσος, το 1932 έπειτα από πολλά χρόνια πάλης με το κάρβουνο ντύθηκε με κουστούμι και γύρισε καθαρός στο νησί, εκεί έμαθε για την κόρη του παπά! Την Μαρία Σακελλαρίδη.

Το προξενιό έφερε αμέσως αποτελέσματα και στις αρχές Μαρτίου 1932 το ζευγάρι στεφανώθηκε στις Μενετές Καρπάθου.

Μόλις τρεις μήνες αργότερα, στις 16 Ιουνίου, ο Κόρσος ταξίδευε με το ευρύχωρο Ιταλικό υπερωκεάνιο Vulcania για τη Νέα Υόρκη, η βέρα στο χέρι του μαρτυρούσε πως δεν ήταν πια μόνος, μα το γλέντι του γάμου είχε πια σχολάσει και ο γαμπρός έπρεπε να επιστρέψει στις μίνες. Οι στοές των ορυχείων περίμεναν και τα κάρβουνα θα έδιναν μεροκάματο για ζήσει η φαμίλια στο νησί.

To υπερωκεάνιο Vulcania

Την ίδια χρονιά, μόλις τρεις μέρες μετά από τα Χριστούγεννα του 1932, ήρθε στον κόσμο και το παιδί τους. Η Μαρία Σακελλαρίδη Κόρσου γέννησε μια κορούλα, τη Φραγκίτσα τους! Όσο για το Νικόλα, αυτός μπορεί να κατέβαινε βαθιά μέσα στις στοές των ορυχείων όμως πέταγε στα σύννεφα.

Οι μέρες, οι μήνες που περνούσαν έφερναν επιστολές με ειδήσεις, πληροφορίες και μια ρημάδα προσμονή, μόλις θα μαζευόταν ένα κομπόδεμα ο ανθρακωρύχος θα άφηνε μια για πάντα τις αξίνες και τα φτυάρια και θα μαζευόταν στο νησί. Θα γυρνούσε για να χαρεί τη γυναίκα και την κόρη, που μεγάλωνε δίχως να γνωρίζει τον πατέρα. Ήταν Χριστούγεννα του 1935, ενώ στο νησί η μικρή Φραγκίτσα γιόρταζε τα τρία της χρόνια, ο πατέρας της, ο Νικόλας Κόρσος, που δεν γνώριζε από γιορτές και σκόλες, δούλευε βάρδιες μέσα στις στοές των ορυχείων.

H Φραγκίτσα Κόρσου 

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκεί πάνω στην τελευταία βάρδια του 1935, ένα βαγονέτο φορτωμένο μέχρι τα μπούνια από κάρβουνο πέρασε πάνω από το πόδι του Καρπάθιου ανθρακωρύχου, τον τραυμάτισε σοβαρά και μέχρι να τον ανεβάσουν στην επιφάνεια ο Νικόλας είχε ήδη χάσει πολύ αίμα και λιπόθυμος μεταφέρθηκε στο τοπικό νοσοκομείο.

Δυο βδομάδες αργότερα, στις 18 Φλεβάρη 1936, ο 40χρονος Νικόλαος Κόρσος κατέληξε, έσβησε δίχως να προλάβει την κόρη του, μακριά από την πατρίδα του, ένας ακόμη παντόξενος, μια ζωή τρυπωμένος σε άγνωστα χώματα που τελικά τον διάλεξαν και τον κράτησαν σφιχτά στην αγκαλιά τους.

Δεκάδες επιστολές από τους δικηγόρους, αρκετές θεωρίες και μπόλικες συγνώμες. Στο τέλος μια στεγνή αποζημίωση έβαλε την ταφόπλακα στη μνήμη του ανθρακωρύχου.

Όταν οι ανάποδες στιγμές της μοίρας πέφτουν πάνω σε γιορτινές μέρες τότε μεταμορφώνονται σε αξέχαστες αναμνήσεις βουβού πόνου, άλλωστε ακόμη και σήμερα το μαρτυρούν τα μάτια της κόρης του Νικόλα, της Φραγκίτσας…