Κωστής βασιλαράκης, τ΄άχολο περιστέρι της Καρπάθου

Κωστής βασιλαράκης, τ΄άχολο περιστέρι της Καρπάθου

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Ήταν χτυπημένος από τον καρκίνο κι αφού ολοκλήρωσε τις θεραπείες του στην Αθήνα, επέστρεψε όρθιος στην Κάρπαθο. Εκείνο το καλοκαίρι, του 2018, ετούτος ο ξεχωριστός λεβέντης πήγαινε δυο φορές τη μέρα στο καφενείο, χαιρόταν τους φίλους, καμάρωνε το τόπο του. 

Στο γλέντι τις Άπλα, στο χωριό Σπόα, ήταν η τελευταία φορά που βγήκε από το σπίτι. Στο λιτό, μα πανέμορφο εκκλησάκι, είχε κάμει ένα τάμα και δεν απουσίαζε από τη χάρη της τα τελευταία 52 χρόνια! Προσκύνησε, στάθηκε στο γλέντι και το συναίσθημα του βγήκε ποιητικά: 

«Όταν θωρώ τους φίλους μου, παίρνει η καρδιά μου αέρα

Μόνο χολιό που με έπιασε η αρρώστια εις τα γέρα

Εγέρασα παράωρα κι ήρθε ο καιρός να φυω

Ναρχεστε να γλεντίζουμε και στο νεκροταφείο».

Μετά το γλέντι γύρισε στο λατρεμένο του χωριό, στο Όθος, θα του έμενε ακόμη ένας μήνας ζωής.

Ο Κωστής Βασιλαράκης σε όλη τη διαδρομή της ζωή του υπήρξε ο Καρπάθιος μουσικός πρότυπο, δεν ήταν μόνο το ταλέντο, το ήθος κι ο φωτεινός χαρακτήρας του, που τον έκαναν να ξεχωρίσει. 

Ήταν η εργασία, ο καθημερινός του μόχθος, που είναι συνυφασμένα με την πιο μακριά, την πιο λαμπερή κι αγωνιστική ιστορία της Καρπάθου.

Μάστορας στις οικοδομικές κατασκευές, με ειδικότητα στον σοβά, ο Κωστής έδωσε πνοή, ζωντάνεψε και δόξασε τη λύρα, ενώ ταυτόχρονα αναδείκνυε τις αρχιτεκτονικές δημιουργίες, γνώριζε τον τρόπο να τις «ντύσει» και να τις κάνει να σταθούν κόντρα στις αλλαγές τις κοινωνίας και στον αδάμαστο χρόνο.

Γεννήθηκε το 1926, λυράρης ήταν ο παππούς, λυράρης κι ο πατέρας του. 

Ο Κωστής ήταν η τρίτη γενιά μουσικών της οικογένειας, ακόμη και οι επόμενες, οι σημερινές γενιές, ακολούθησαν στα ίδια βήματα και μάλιστα δεν περιορίστηκαν στο παίξιμο της λύρας.

Ο προπάππους του είχε καταγωγή από την Όλυμπο, τράβηξε για την Κάσο, εκεί βρήκε μεροκάματο στην οικοδομή. 

Εκτός από τη μουσική η οικογένεια Βασιλαράκη είχε μακριά παράδοση στα οικοδομικά, τα επιχρίσματα ή, όπως έχουμε μάθει να τα λέμε το σοβάτισμα, ήταν η ειδικότητα τους κι αυτό τραβούσε τέσσερις γενιές προς τα πίσω. 

Αρκετά από τα νεοκλασικά που συναντάμε στην Κάρπαθο, στο συντριβάνι ή στο κέντρο του Απερίου, έχουν γίνει από τα χέρια των προγόνων του Κωστή Βασιλαράκη. 

Ο Κωστής παρακολούθησε το ιταλικό σχολείο, έφτασε μέχρι και την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Από το 1938 και σε όλη την περίοδο του πολέμου, μέχρι την απελευθέρωση, η οικογένεια του ζούσε στις Βάτσες, εκμεταλλευόμενη τα κτήματα της Μονής του Αγίου Γεωργίου. 

Ήταν το 1942, στον γάμο ενός πλούσιου Οθείτη, όταν ο Κωστής, έφηβος σε ηλικία 16 ετών, έπαιξε για πρώτη φορά επαγγελματικά λύρα. Ίσως να πρέπει να υπογραμμίσουμε τους κανόνες, που εκείνα τα χρόνια ακολουθούσαν το καρπάθικο γλέντι. 

Ο Κωστής λοιπόν διδάχτηκε το σεβασμό, έμαθε να στέκει ταπεινά, πάντοτε πίσω από τον πατέρα του και να δείχνει καρτερία για τους πρωταγωνιστικούς μουσικούς ρόλους που δεν άργησαν να έρθουν.  

Το 1953, μαζί με έναν άλλο Οθείτη, τον Δήμο Θεοχαρίδη, έφυγαν από την Κάρπαθο και βρέθηκαν στη Κεφαλλονιά, για να εργαστούν. Λόγω του μεγάλου σεισμού, που είχε συμβεί το καλοκαίρι στο νησί, εκεί είχαν καταστραφεί πολλές κατοικίες και υπήρχε πολύ δουλειά στην ειδικότητα τους. 

Όμως οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες, έμειναν 3-4 μήνες κι έπειτα αποφάσισαν να ταξιδέψουν για τον Πειραιά. 

Όπως έλεγε στην εγγονή του, Βασιλεία Βασιλαράκη, όταν βρέθηκε στην Κεφαλλονιά ήρθε, για πρώτη φορά, σε άμεση επαφή με άλλα είδη μουσικής και εννοούσε την πλούσια παράδοση των Επτανήσων. 

Μάλιστα έπαιζε ένα κομμάτι, το «μάρς», κι έλεγε ότι έχει τον ίδιο μουσικό ρυθμό με κάποια ιταλικά τραγούδια. 

Ο Κωστής έπαιζε στη λύρα δυο ρεμπέτικα τραγούδια, πολλά κρητικά, όλους τους καρπάθικους χορούς (αντιπατιτή, ζερβό, κάτω χορό κλπ), επίσης και δυο ιταλικά τραγούδια. Για τους σκοπούς έλεγε ότι «τα πολλά τα παίζουν όλοι, τα καλά τα παίζουν λίγοι».

Από νωρίς φάνηκε η επαγγελματική του συνείδηση και προτιμούσε να παίζει αυτά που τον συγκινούσαν και τα γνώριζε καλά.

Εκείνα τα χρόνια (1953) στον Πειραιά βρέθηκε και ο πατέρας του, για τρία χρόνια εργάστηκαν σε διάφορες οικοδομές. Τα καρπάθικα γλέντια δεν έλειπαν από τη ζωή του, έτσι ο Κωστής τη μια ήταν στα Καμίνια και την άλλη έτρεχε στις καρπάθικες γειτονιές στο Μαρούσι. Τότε στήθηκαν ανεπανάληπτα γλέντια, που έμειναν να στοιχειώνουν τη μνήμη όσων τα έζησαν και να αποτελούν ενεργό κομμάτι της αυθεντικής παράδοσης του νησιού.

Στον Πειραιά ήρθε σε επαφή και διδάχτηκε την κρητική μουσική. Όπως έλεγε ο ίδιος, σε ένα καφενείο, που πήγαιναν στο μεσημεριανό διάλλειμα από τη δουλειά, ήταν δυο ηλικιωμένοι κρητικοί που έπαιζαν μουσική κι από αυτούς έμαθε να παίζει κρητικά της τάβλας, το χανιώτικο κλπ. 

Όπως θυμάται η εγγονή του, όταν επέστρεψε από τον Πειραιά, το 1956, έπαιξε κρητικά στην πλατεία του Όθους κι ο χορός ξεκινούσε από την Παναγία κι έφτανε μέχρι το Χριστό!  Εκείνα τα χρόνια ήταν ο πρώτος που έσπασε τα δεδομένα, ο Κωστής Βασιλαράκης ξεκίνησε να παίζει κρητική μουσική στα μεγάλα γλέντια της Καρπάθου. 

Με την επιστροφή στο νησί σύντομα θα ανοιχτούν οικοδομικές εργασίες στο χωριό Σπόα. Εκεί τα αδέλφια Βασιλαρά, μερακλήδες μετανάστες, θέλησαν να κατασκευάσουν τα σπίτια τους και να ξεχωρίζει η αρχιτεκτονική τους.

Τα πρώτα δυο χρόνια έμεινε στο ορεινό χωριό, τον αποδέχτηκαν κι εκείνος, αν και κατωχωρίτης μουσικός, πήρε πολλά στοιχεία από την ντόπια ξεχωριστή μουσική παράδοση.

Επέστρεψε στο Όθος και λίγο αργότερα παντρεύτηκε τη Σοφία Χατζαντώνη, που ήταν ερωτευμένος 6 χρόνια μαζί της. Είχε ξεχωρίσει αυτό το κορίτσι σε ένα πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, εκείνος ήταν 22 χρονών, έπαιζε λύρα και είπε μια μαντινάδα για κείνη που ήταν μόλις στα 14 της.

«Όλες οι κόρες όμορφες, μα μια μικρή μ΄αρέσει

που κάνει τη χωρίστρα της στης κεφαλής τη μέση».

Η Σοφία ντράπηκε κι αμέσως έκοψε από το χορό και έφυγε από το γλέντι.

Δεν ήταν μονάχα αυτή η μαντινάδα, της έχει τραγουδήσει περισσότερα από 30 δίστιχα, μάλιστα η εγγονή του δεν τα λησμονεί, κάθε φορά συγκινείται με τον ειλικρινή και άδολο έρωτα των προγόνων της και σιγοτραγουδά στη μνήμη τους μια μαντινάδα του παππού της: 

«Όλοι αγαπούν τριαντάφυλλα μα εγώ το γιοσμαράκι

και το όνομα σου θα γραφτεί Σόφη Βασιλαράκη».

Στη συνέχεια το ζευγάρι παντρεύτηκε, έκαναν οικογένεια και έφεραν στον κόσμο δυο αγόρια και τρία κορίτσια.

Στις επόμενες δυο δεκαετίες, 1960-70, τα γλέντια ήταν καθημερινά, ειδικότερα στα γλέντια του καλοκαιριού δεν υπήρχε στιγμή ηρεμίας. Μα τότε τα γλέντια ήταν πολυήμερα, γνήσια και φορτωμένα συναισθήματα, ένας γάμος κρατούσε 5 μέρες!

Ο Κωστής λοιπόν συχνά άφηνε το σπίτι στο χωριό, πήγαινε στον οικογενειακό στάβλο στις Κάλενες, γιατί δεν ήθελε να τον ξυπνούν το πρωί οι παρέες και να τον παρασύρουν στο καφενείο. 

Εκείνος διάλεγε να ξυπνήσει και να τραβήξει για τη δουλειά, στην οικοδομή, γιατί ο επαγγελματισμός τον χαρακτήριζε σε κάθε βήμα, εξίσου μεγάλο πάθος με τη μουσική είχε στην τέχνη του. 

Αγαπούσε την οικοδομή, κάποτε μάλιστα του έφεραν έναν μικρό δεκάχρονο Ολυμπίτη, για να τον κάνει σοβατζή. Το παιδί μεγάλωσε, έμεινε επτά χρόνια στο Όθος. Ήρθε στα 10 και έφυγε 18 χρονών και δεν έμαθε μόνο την οικοδομική τέχνη και το σοβάτισμα, διδάχτηκε τα μυστικά της λύρα και έμαθε να τραγουδά!

Ο Κωστής Βασιλαράκης το 1968 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αμερική, εκεί είχαν ήδη βρεθεί τα αδέλφια του. Ωστόσο αυτή η εμπειρία ήταν αρνητική, έμεινε οκτώ μήνες όμως δεν έμεινε ευχαριστημένος. 

Επέστρεψε με την προοπτική  να βρει δουλειά στην Ελλάδα, εκείνη την περίοδο πέθανε  ο πατέρας του, τότε αυτός έγινε ο μουσικός του διάδοχος. 

Να αναφέρουμε ότι όλα τα αδέλφια του  παίζουν όργανα και είναι καλοί μουσικοί. Συνολικά ήταν 8 αδέλφια, 5 αγόρια και 3 κορίτσια, και τα πέντε αγόρια παίζουν μουσική. 

Εκείνη την περίοδο, τέλη της δεκαετίας του 1960, πέθανε ακόμη ένας  σημαντικός κατωχωρίτης μουσικός, ο Βαγγέλης Γεργατσούλης, από το χωριό Απέρι. Ο Κωστής θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο του πατέρα του αλλά και του Βαγγέλη Γεργατσούλη, ο Κωστής έλεγε ότι από αυτούς είχε πάρει τα πατήματα.

Σήμερα υπάρχουν  δυο ημερολόγια γραμμένα από τα χέρια του. Πρόκειται για τετράδια με τις μουσικές του εργασίες  από το 1974 μέχρι το 2005. 

Μέσα σε αυτά αναφέρει στοιχεία από τις εκδηλώσεις, που τον καλούσαν για να παίξει λύρα.  Σε αυτά καταγράφονται στοιχεία  γάμων, η ημερομηνία, καθώς και το ποσό που έπαιρνε σαν όργανο. 

Ενδεικτικά, μόνο για μια χρονιά, το καλοκαίρι του 1978, μετράμε τη συμμετοχή του σε 40 γάμους! Αν λοιπόν υπολογίσουμε χοντρικά, από το 1975 μέχρι το 2005, φτάνουμε τους 2.500 γάμους. Ο γιος του προσμετρά τις εκδηλώσεις συνολικά, γάμους, βαφτίσια και τα εφτά, αφού τότε ήταν μεγάλη γιορτή και καλούσαν όργανα, φτάνουμε περίπου τις 7.000 εκδηλώσεις που ήχησε η λύρα του!

Οδηγός μας, στο ταξίδι της ζωής του Κωστή Βασιλαράκη, είναι η εγγονή του Βασιλεία κι αυτό που εύκολα ξεχωρίζουμε στο λόγο της είναι οι αρχές και οι αξίες του λυράρη παππού της.

Ο Κωστής  σεβόταν τη δουλειά των άλλων μουσικών. Δεν ήταν άνθρωπος του χρήματος, ήταν καλοπληρωμένο όργανο, όμως είχε αρχές που αποτελούσαν τον οδηγό της ζωής του. 

Όταν βρισκόταν σε ένα χωριό και συναντούσε ένα έτοιμο γλέντι με ένα ζευγάρι όργανα, ακόμη κι αν τον καλούσαν στο τραπέζι ποτέ δεν θα έπιανε τη λύρα! 

Στα πανηγύρια δεν πήγαινε μόνο για το γλέντι. 

Είχε μια βασική αρχή για κάθε καρπάθικο πανηγύρι, για παράδειγμα στην Παναγία τη Βρυσιανή, στο Μεσοχώρι, στη Άπλα ή στην Ευαγγελίστρια, είχε αρχή να βρεθεί από την αρχή. Όλη η οικογένεια του έπρεπε να πάει στην εκκλησία, στη λειτουργία στο φαγητό και μετά θα ακολουθούσε το γλέντι. 

Θεωρούσε προσβλητικό να βρεθεί αποκλειστικά στο γλέντι, χωρίς να αφήσει κάτι στην εκκλησιά, στο φαγητό ή στο υπόλοιπο πανηγύρι. 

Στο Μεσοχώρι πήγαινε από την παραμονή, η γιαγιά του άλλωστε ήταν Μεσοχωρίτισσα, πήγαινε με τα πόδια μέσα από τα βουνά, με τη λύρα στο χέρι και το χαρακτηριστικό καπέλο και το σακάκι ριγμένο στη πλάτη.

Έμπαινε μέσα στο καφενείο, μαζί με το μπαρί του κι ήταν ο πρώτος που θα έβαζε το κρασί και τους μεζέδες πάνω στο τραπέζι για να ξεκινήσει το γλέντι. 

Ήταναπό τους λυράρηδες που είχαν αντοχή, το παίξιμο του είχε διάρκεια έτσι ικανοποιούσε όλους του γλεντιστές. Για αυτό και τον αναζητούσαν στους γάμους, όπως και στα μεγάλα γλέντια. είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τα 80 χρόνια του, μπορούσε να παίζει τη λύρα τρεις και τέσσερις ώρες ασταμάτητα.

Όσοι τον γνώρισαν είναι σίγουρο ότι δεν ξεχνούν το ντύσιμο του. Ήταν πάντοτε καλοντυμένος, φορούσε κουστούμι, γραβάτα με το χρυσό της πιάσιμο. 

Όπως και οι παλαιότεροι μουσικοί, ο Βλάχος,  ο Φραγκιός βασιλειώτης, γνώριζαν ότι η εμφάνιση έπαιζε σημαντικότατο ρόλο στην παρουσία του οργανοπαίχτη. Δεν μπορούσε, δε γινόταν, να πάει οπουδήποτε χωρίς να έχει διαλέξει με προσοχή τα ρούχα του, ήταν το πρώτο βήμα για να κερδίσει τον σεβασμός των ανθρώπων. Ο ίδιος έλεγε συχνά, πως όταν έμπαινε σε ένα καφενείο στα Πηγάδια γνώριζε το σεβασμό που είχαν οι γιατροί κι εκείνος ήταν ένας οργανοπαίχτης.

Ακόμη ένα στοιχείο, από την καθημερινότητα του Κωστή Βασιλαράκη, ήταν ο αληθινός σεβασμός και η αναγνώριση προς τους άλλους οργανοπαίχτες και ταυτόχρονα το άνοιγμα του και η παράδοση της σκυτάλης στις νέες γενιές.

Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που τραβούσαν για το καφενείο στο Όθος, ζητούσαν να κάνουν παρέα με τον Κωστή, όπως και παλαιότερα έκαναν παρέα με τον πατέρα του. Όπως ο Μηνάς Παπαδάκης, ο Δημήτρης Τσαγκάρης, άνθρωποι που μετανάστευσαν στην Αμερική και είχαν το μεράκι, το πάθος για το νησί και τις μουσικές του ιδιαιτερότητες.

Ένα από τα περιστατικά που αξίζει να αναφέρουμε συνέβη το 1981, την εποχή που παραδόθηκε ο δρόμος της Ολύμπου. Τότε λοιπόν περίμεναν τους επίσημους και τους βουλευτές, για να κόψουν τη κορδέλα. 

Ο Κωστής ήταν στον γάμο του Αντώνη Παπουτσάκη, στη Βωλάδα, με μεγάλη παρέα, μεταξύ τους ήταν και πολλοί άλλοι ξακουστοί γλεντιστές. 

Στις 4 τα ξημερώματα πήραν τον μπολτοζιέρη κι άνοιξαν το δρόμο, έκοψαν τις κορδέλες και τράβηξαν για στο Διαφάνι. Σύντομα στην παρέα προστέθηκαν οι Ολυμπίτες κι όλοι μαζί γλεντούσαν δυο μέρες. Αργότερα, όταν έφτασαν οι επίσημοι για να κόψουν τις κορδέλες και να εγκαινιάσουν το δρόμο δε βρήκαν τίποτα! 

Ο Κωστής Βασιλαράκης ήταν ο λυράρης που δεν περιοριζόταν στα στενά όρια του χωριού του, ήταν κάτι παραπάνω από αγαπητός, ήταν αποδεκτός σε όλη την Κάρπαθο, κάτι αντίστοιχο για τα σημερινά δεδομένα είναι ο Ολυμπίτης λυράρης Μιχάλης Ζωγραφίδης. 

Ακόμη μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ζωής του, ενώ τα αδέλφια του, όπως και ο πατέρας του, κατάφεραν να κάνουν επαγγελματική ηχογράφηση, ο ίδιος δεν μας άφησε μια τέτοια κληρονομιά. 

Το 1974 έγινε μια προσπάθεια, να γράψουν και τα τέσσερα αδέλφια μαζί έναν δίσκο, όμως δεν τα κατάφεραν. Αλλά και τη δεκαετία του 1980, που ήταν στην Ελλάδα και θα μπορούσε να μπει σε ένα στούντιο, τα απανωτά χτύπημα της μοίρας στην οικογένεια Βασιλαράκη δεν το επέτρεψαν. Τελευταία αποτυχημένη προσπάθεια επαγγελματικής ηχογράφησης του Κωστή έγινε από τον γιό του, όταν εκείνος έστειλε προκαταβολή και έκλεισε στούντιο στην Κρήτη.

Κληρονομιά μας οι 320 σελίδες ενός μοναδικού βιβλίου με θέμα την καρπάθικη λύρα και τους ντόπιους οργανοπαίχτες, που δυστυχώς ακόμη σήμερα παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά, σε αυτό ο Κωστής Βασιλαράκης έχει τιμητική θέση. 

Η έρευνα, από τον αείμνηστο εθνικομουσικολόγο Rudolf Maria Brandl (1962-2018) κράτησε πολλά χρόνια, μέσα στο βιβλίο καταγράφονται πολλοί από τους μουσικούς της Καρπάθου.

Ο σπουδαίος Αυστριακός εθνομουσικολόγος ταξίδεψε και βρέθηκε πολλές φορές στην Κάρπαθο, δούλεψε με τους μουσικούς, ηχογράφησε τους σκοπούς τους, δούλεψε τα διαφορετικά παιξίματα, μετρούσε το τέμπο των σκοπών, προσπαθούσε να τους συγκρίνει μεταξύ τους. 

Είχε διαλέξει τον Χαψή, το Νίκο Μάλτα, τον Σαρρή, τον Μανώλη Λαθουράκη, τον Ασπρομάτη, το Νταργάκη. Πρόκειται για οργανοπαίχτες με διαφορετική διαδρομή στα όργανα, ωστόσο όλοι τους είχαν πολύ αγάπη για τη μουσική.

Στο βιβλίο DieVolksmusikderInselKarpathos(Brandi,R. M. Reinsen, D.OrbisMusicarum, 1992) υπάρχουν 17 καταγραφές του Κωστή Βασιλαράκη, επίσης επιλέχθηκε μια φωτογραφία του κι αυτή έγινε το εξώφυλλο του βιβλίου. 

Ο Κωστής γνώρισε πολλές δυσκολίες, όμως έμαθε να μην κρύβεται από τον πόνο, δεν απέφευγε το πένθος, κάποτε συμμετείχε στα γλέντια με το μαύρο περιβραχιόνιο περασμένο στο χέρι του. 

Ρωτώ την εγγονή του, τη Βασιλεία, τι θα πει άχολο περιστέρι;

Κι εκείνη, που δεν αφήνει να σβήσει η μνήμη του,  σιγοτραγουδά τη μαντινάδα του:

«Εγώ ήμουν το πουλί, το άχολο περιστέρι

που νυχτοξημερώνω μου Όθος Βολά κι Απέρι».

Άχολος ο Κωστής, αγέρωχος, ήρεμος, αθύμωτος. Σα να στέκει κάπου δίπλα μας, κρατά το δοξάρι και τη λύρα, εξακολουθεί να σκορπά τις μελωδίες του και να λάμπουν τα διαπεραστικά  μάτια του! 

Ένας γνήσιος άνθρωπος, ένας συνεπής αγωνιστής της ζωής, που έμαθε να φωτίζει τις ζωές των ανθρώπων με την ξεχωριστή μουσική και το τραγούδι του.  Συνδύαζε και τις δυο τέχνες του, περήφανος για την μουσική του, αλλά και για τη μαστοριά του στην οικοδομή, από κείνους που εξακολουθούν να χτίζουν και να ανεβάζουν ψηλότερα την Κάρπαθο. 

(Αρχείο φωτογραφιών Βασιλεία Βασιλαράκη)