Οι Κοντόπουλοι, μια σπουδαία φαμίλια της Καρπάθου

Οι Κοντόπουλοι, μια σπουδαία φαμίλια της Καρπάθου

 

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς 

Μια μεγάλη ιστορία που δάμασε τον χρόνο δεν μπορεί να μην ξεκινά από έναν έρωτα! Κάπως έτσι γράφεται και η διαδρομή μιας φαμίλιας από την Κάρπαθο που μετανάστευσε στις αρχές του 20ου αιώνα και τα παιδιά της γνώρισαν φτώχεια, πόλεμο, αλλά και τιμές, λαμπρές καριέρες, δόξα και τίμησαν στα πέρατα του κόσμου την Κάρπαθο και τα Δωδεκάνησα, ενώ ταυτόχρονα έγιναν αληθινοί πρεσβευτές της Ελλάδας!

Κάποτε λοιπόν υπήρχε ένας ξακουστός τεχνίτης, που είχε μια μάνα που δεν ήταν ψηλή, τώρα θα πείτε τι σχέση μπορεί να έχει με την ιστορία μας, όμως μη βιαστείτε να κρίνετε.

Αυτός λοιπόν ήταν ο Βάσος…της κοντής! Και  κρατούσε από την Όλυμπο της Καρπάθου, όπως λέγανε πως ήταν τέτοιος μάστορας που έφτιαχνε αγγέλους με τα δυο του χέρια.

Κάποτε τον φώναξαν να χτίσει ένα αρχοντόσπιτο στην πρωτεύουσα της Καρπάθου, που τότε ήταν το χωριό Απέρι.

Ήταν το σπίτι του Γιάννη και της Καλλίτσας Νισσύριου, τα συμφώνησαν και η κατασκευή δεν άργησε να ξεκινήσει. Ο πρωτομάστορας μαζί του είχε τον αδελφό του, με βοηθό το γιο και ανιψιό του, το νεαρό Μανώλη.

Οι Ολυμπίτες όλη μέρα δούλευαν στο Απέρι, έπειτα νοίκιασαν ένα σταυλάκι και διανυκτέρευαν  σε ένα όμορφο γειτονικό χωριό, τη Βωλάδα.

Όλα θα κυλούσαν δίχως να υπάρχει κανένας λόγος να θυμόμαστε λεπτομέρειες, όμως ο έρωτας χτύπησε κατάστηθα το Μανώλη και την πρωτοκόρη και κανακαρά Ζωή Νισσύριου. Πίσω από την πλάτης της Καλλίτσας, ταίριαξαν τα χνώτα τους, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να δοθεί συγκατάθεση για έναν τέτοιο γάμο.

Ήταν αδύνατον η πρωτοκανακαρά του Απερίου να έπαιρνε έναν ξενοχωριανό! Κι έτσι ο Μανώλης αποφάσισε να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιά του, που αλυχτούσε και μέρα-νύχτα φώναζε τη Ζωή του!

Η πιο μεγάλη στιγμή του δράματος παίχτηκε μπροστά σε ένα μικρό ξοκλήσι, εκεί συναντήθηκαν στα κρυφά και ο Μανώλης έβγαλε ένα όπλο και της είπε να αποφασίζει και να τον ακολουθήσει ή θα τη σκότωνε και ο ίδιος θα αυτοκτονούσε!

Μάλλον δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη πίεση, η Ζωή ακολούθησε τον Μανώλη, κλέφτηκαν και βρέθηκαν να ανοίγουν σπιτικό λίγα χιλιόμετρα παραπάνω, στο χωριό Πυλές. Ήταν φιλοξενούμενοι στο σπίτι της Μαριγούλας Ηλιάδη, της γυναίκας που λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Γιώργο Παχούλη.

Το νέο ζευγάρι σύντομα παντρεύτηκε, ήταν ο Μανώλης και η Ζωή Κοντόπουλου! Και για να θυμηθούμε λίγο τα παλιά, το Κοντόπουλος βγαίνει από εκείνη τη γιαγιά που μπορεί να ήταν κοντή, αλλά φαίνεται πως ήταν από της χαρισματικές αγωνίστριες και σκληρές Καρπαθιές μάνες, που άφησαν το χνάρι τους βαθιά μέσα στα παιδιά τους.

Το 1909 γεννήθηκε η πρωτοκόρη του ζευγαριού, η Καλλιόπη, τρια χρόνια αργότερα, το 1912 ήρθαν τα δίδυμα, ο Γιάννης και η Ευαγγελία.

Ο Ολυμπίτης Κοντόπουλος  ήταν ανήσυχο πνεύμα, δεν είχε περάσει ούτε μια δεκαετία και πάνω στο δυνάμωμα της ιταλικής κατοχής, αποφάσισε να πάρει την οικογένεια του και να μεταναστεύσει στο Μαρόκο.

Οι φήμες έλεγαν ότι υπήρχε δουλειά για όλους, άλλωστε δεν ήταν ο μοναδικός Καρπάθιος, περίπου 3.000 μετανάστες από το νησί βρέθηκαν να δουλεύουν στα μεγάλα έργα, στα παράλια αλλά και βαθιά στην έρημο, της αφρικάνικης χώρας.

Διάλεξαν την Καζαμπλάνκα και εκεί ο Μανώλης Κοντόπουλος άλλαξε καριέρα, έγινε φωτογράφος!

Την δεκαετία του 1920 γεννήθηκαν ακόμη τρια παιδιά, ο Βενετοκλής, η Λέλα και τελευταίος ο Νικόλαος, όπως μάθαμε, ήταν ταλαντούχος μουσικός, βιρτουόζος στο βιολί και έκανε μάλιστα διεθνή καριέρα.

Εκτός από την Ευαγγελία, που είχε παραμείνει με την γιαγιά στην Κάρπαθο, όλη η οικογένεια ζούσε στην Καζαμπλάνκα, εκεί είχε μεταναστεύσει και ο μικρότερος αδελφός της Ζωής, ο Μιχάλης Νισσύριος, όπως μας αφηγείται ο γιός του Γιάννης, με δική του βοήθεια και παραίνεση ο πρωτογιός Ιωάννης Κοντόπουλος έφυγε για σπουδές στο Παρίσι, αλλά και η πρωτοκόρη Καλλιόπη ταξίδεψε για την Αθήνα, όπου σπούδασε δασκάλα στο Αρσάκειο.

Από τότε η οικογένεια άνοιξε φτερά σε όλο τον κόσμο!

Καρπάθιος Ιππότης της Γαλλίας

Ο Γιάννης Κοντόπουλος έφυγε από το Μαρόκο σε ηλικία 14 ετών, το 1927, έκανε σπουδές στο Παρίσι και πήρε το δίπλωμα του Αρχιτέκτονα-Μηχανικού, όμως η αγάπη για την φωτογραφία άλλαξε την επαγγελματική του πορεία.

Στα χρόνια του 2ου παγκόσμιου πολέμου ήταν 27 ετών και υπηρέτησε στον Γαλλικό στρατό.

Πιάστηκε από τους Γερμανούς και για έναν χρόνο ήταν αιχμάλωτος, όπως μας περιγράφει ο κ. Ηλίας Αντιμησιάρης, ο Γιάννης Κοντόπουλος χτυπήθηκε και βασανίστηκε  άγρια από τους ναζί. Μάλιστα από την Κάρπαθο έστειλαν πολλές επιστολές και τον βοήθησαν, τελικά  κατάφερε να δραπετεύσει και επέστρεψε στο ήδη κατακτημένο Παρίσι.

Από τις 14 Ιουνίου 1940, πέντε εβδομάδες μετά την έναρξη της Μάχης της Γαλλίας, το Παρίσι έπεσε στα χέρια των ναζιστικών δυνάμεων του Άξονα και παρέμεινε υπό κατοχή μέχρι την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1944, δυόμιση μήνες μετά την απόβαση στη Νορμανδία. Αν και το κέντρο του Παρισιού δεν καταστράφηκε, η γαλλική αντίσταση επέμενε, πολλοί ήταν εκείνοι που βασανίστηκαν και πέθαναν στα χέρια της Gestapo. Ο Κοντόπουλος, μέσα από στις γραμμές της αντίστασης, θα γνωρίσει την νοσοκόμα που τον βοηθήσει και λίγα χρόνια αργότερα θα γίνει γυναίκα της ζωής του.

Μετά τον πόλεμο θα ασχοληθεί με την τέχνη του πατέρα του, έγινε φωτογράφος στο Bavay, την πόλη στη Βόρεια Γαλλία, πολύ κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο.  Ωστόσο η Γαλλική κυβέρνηση δεν τον ξέχασε, αναγνωρίζοντας τη δράση του κατά την διάρκεια του πολέμου του απενεμήθει το παράσημο των συμμαχικών στρατευμάτων και το μετάλλειο του πολεμιστή.

Όμως τον Δεκέμβρη του 1971 ήρθε μια πραγματικά μεγάλη διάκριση, ο Γιάννης Κοντόπουλος προτάθηκε από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας και ονομάστηκε Ιππότης κοινωνικής αξίας. Πρόκειται για την ανώτατη διάκριση σε έναν πολίτη!

Για πολλά χρόνια ήταν ο δικαστικός εντεταλμένος του τοπικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου και υπήρξε Πρόεδρος της Εμπορικής και βιοτεχνικής Ενώσεως του Bavay.

Ο Νομάρχης Dumont, περιέγραψε τον Κοντόπουλο με τα θερμότερα λόγια:

«Οι, έμποροι και οι βιοτέχνες της πόλης Bavay οφείλουν πολλά στον Κοντόπουλο, έναν άνθρωπο της σοφίας, γεννημένο για να δημιουργεί»!

Κι όμως, ποτέ δεν αρνήθηκε το νησί του, την Κάρπαθο, μάλιστα έφτασε να γράψει και να ταχυδρομήσει ευχές για τον γάμο του Γιάννη Νισσύριου, που ήταν έμμετρες, ήταν πολλές σελίδες μαντινάδες! Όσο για τις επισκέψεις του στο νησί, εκείνες ήταν πάντοτε φορτωμένες αγάπη και άπειρη συγκίνηση.

Καλλιόπη Κοντοπούλου, η πασίγνωστη Griega των Καναρίων νήσων

Ο Γιάννης ξεχώρισε στο Παρίσι, όμως η αδελφή του ήταν εκείνη που συνδύαζε απίστευτη εξυπνάδα και ταυτόχρονα υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη.

Η Καλλιόπη διακρίθηκε σε ένα δύσκολο θαλασσινό επάγγελμα, για πολλά χρόνια ήταν  σιψάντισα (από το ship chandler) στο Λας Πάλμας και την Τενερίφη. Ήταν η πασίγνωστη Ελληνίδα που εφοδίαζε τα πλοία που ανέβαιναν από την Αφρική για την Ευρώπη.

Η Καλλιόπη ήταν μια από τις πρώτες Καρπαθιές που σπούδασε δασκάλα στο Αρσάκειο. Νέα και δυναμική γυναίκα, ένιωθε να κρατά όλο τον κόσμο στα χέρια της, όμως μια απώλεια άλλαξε ολάκερη τη ζωή της.

Στο ξέσπασμα του 2ου παγκοσμίου πολέμου σκοτώθηκε ένας νέος άντρας, που είχε καταγωγή από το ίδιο νησί.

Η Καλλιόπη Κοντοπούλου κάπου είχε δει τον Καρπάθιο Παναγιώτη Ορφανίδη πριν τον πόλεμο και την είχε εντυπωσιάσει. Κράτησε στο μυαλό και στην καρδιά το όμορφο παλικάρι, με την ελπίδα σύντομα να τον γνωρίσει και γιατί όχι, αφού ήταν από τον ίδιο τόπο, ίσως να ταίριαζαν!

Ο σπουδαίος νέος της ιστορίας μας, ήταν ο πιλότος Παναγιώτης Ορφανίδης, που έφτασε να δηλώσει τη γέννηση του, έναν χρόνο νωρίτερα, το 1908 αντί το 1909. Το ψέμα ήταν για να γραφτεί, κρυφά από τους γονείς του, στη σχολή αεροπορίας, στη Θεσσαλονίκη το 1926.

Τέτοιο άσβεστο πάθος για τους ουρανούς και αγάπη για τη πατρίδα, είχε ο Παναγιώτης, που με την έναρξη του πολέμου, ζητά να αγωνιστεί στη πρώτη γραμμή και σε μια αληθινά μάχιμη μονάδα.

Μετατέθηκε και υπηρετούσε στα ολοκαίνουρια, εγγλέζικα ελαφριά βομβαρδιστικά, bristol blenheim,με διοικητή τον Χαράλαμπο Ποταμιάνο.

Ένα δικινητήριο βομβαρδιστικό θα απογειωνόταν στις 30/12/1940, από τη Λάρισα, στο πιλοτήριο θα καθόταν ο Ποταμιάνος. Τελευταία στιγμή τα σχέδια άλλαξαν, πέταξε ο Παναγιώτης Ορφανίδης, μαζί με τους Μιχάλη Αναστασάκη και τον Δημήτρη Γκίκα.

Το αεροπλάνο έπεσε λίγο μετά την απογείωση του, με τραγικό αποτέλεσμα να εκραγούν οι βόμβες που μετέφερε. Ο πιλότος και το πλήρωμα σκοτώθηκαν επι τόπου.

Το αναπάντεχο τέλος του Ορφανίδη ήταν μια από τις πιο σκληρές στιγμές της ζωής της Καλλιόπης, δεν θα μάθουμε ποτέ αν  οι δυο τους αντάλλαξαν έστω και μια κουβέντα. Όπως η ίδια εκμυστηρεύτηκε στον Νικόλαο Νισσύριο, «όταν χάθηκε ο Παναγιώτης Ορφανίδης ήταν σα να χάθηκε ο κόσμος όλος»!

Τότε η Καλλιόπη αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα, ταξίδεψε στο Παρίσι, κατατάχτηκε εθελόντρια στο στρατό. Δεν ήταν η μόνη, το 1939 έξι χιλιάδες εξακόσιες γυναίκες θα ενταχθούν στο γαλλικό στρατό, σύμφωνα με το νόμο της 11ης Ιουλίου 1938, του στρατηγού Ντε Γκώλ.

Με τη λήξη του πολέμου θα περάσει από την Κάρπαθο και στη συνέχεια θα ταξιδέψει στη Καζαμπλάνκα. Στην αρχή δούλεψε στην τηλεφωνική εταιρία, όμως γρήγορα θα αναπτύξει την ιδέα της, μια επιχείρηση εφοδιασμού πλοίων.

Στις 2 Μαρτίου 1956, αρχικά η Γαλλία και στη συνέχεια η Ισπανία, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Μαρόκου, την επόμενη χρονιά ανακυρήχθηκε βασίλειο. Ωστόσο η κατάσταση στη Βόρεια Αφρική ήταν έκρυθμη, η Αλγερία συνέχισε να βρίσκεται σε γαλλική κυριαρχία και σε πόλεμο.

Στο Μαρόκο ακολούθησε εσωτερική αναστάτωση, μάλιστα τον Ιούνιο του 1965 η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Η Καλλιόπη Κοντοπούλου ήταν περίπου 50 ετών, είχε εμπειρία στο ναυτικό επάγγελμα και ήδη μιλούσε 5 γλώσσες, έτσι διάλεξε να αλλάξει έδρα και μόνιμη κατοικία. Πέρασε στα γειτονικά Κανάρια νησιά, ξεκίνησε μια νέα ζωή στο Λας Πάλμας και άνοιξε υποκατάστημα με εφόδια πλοίων στη Τενερίφη.

Το νησί βρίσκετε 150 χιλιόμετρα από την βορειοδυτική ακτή της Αφρικής και είναι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή πόλη που βρίσκετε εκτός συνόρων της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Το Las Palmas ιδρύθηκε το 1478 και είναι μαζί με την Santa Cruz της Τενερίφης, πρωτεύουσα των Καναρίων Νήσων.

Ίσως να μην υπάρχει πλοιοκτήτης και καπετάνιος της ποντοπόρου ναυτιλίας που να μην θυμάται την ελληνίδα σιψάντισα στο Λας Πάλμας!

Ένας από αυτούς και ο Κασιώτης καπετάνιος Μανώλης Φουντής, ακόμη και σήμερα δεν ξεχνά τη διαπεραστική φωνή, ούτε τη σπιρτάδα του μυαλού της.

Από το τέλος της δεκαετία του 1970 η Καλλιόπη ταξίδεψε λίγες φορές την Κάρπαθο και το χωριό της, το Απέρι. Το νησί ήταν πάντα βαθιά στην καρδιά της.

Στο χωριό της, μέσα στα οικογενειακά κτήματα, έχτισε και ένα αφιερωματικό εκκλησάκι στους γονείς της, την Αγία Αναστασία, μέσα σε αυτό μετέφερε από το Μαρόκο και τοποθέτησε τα οστά των γονιών της! Ο Μανώλης και η Ζωή ξαναγύρισαν στην Κάρπαθο.

Το απίστευτο της ιστορίας, δίπλα στο εκκλησάκι βρίσκεται το παλαιό εκκλησάκι της Αγίας Καλλιόπης, εκεί κλέφτηκαν οι γονείς της!  

Μακριά από στείρα πρότυπα απολιθωμάτων, που μας κατακλύζουν με απίστευτη αδιαντροπιά, οι Κοντόπουλοι εξακολουθούν να φωτίζουν και να ανοίγουν μάτια και μυαλά. Είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Καρπάθιων μεταναστών που έζησαν τα δραματικά γεγονότα του 20ου αιώνα, κράτησαν σταθερή αναφορά στον γενέθλιο τόπο τους,  πάλεψαν για προκοπή και ξεχώρισαν στις νέες χώρες που τους αγκάλιασαν.