Οι τρεις καταστροφές του επιχειρηματία Γεώργιου Κασσώτη

Οι τρεις καταστροφές του επιχειρηματία Γεώργιου Κασσώτη

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα η Κάρπαθος είχε την ευλογία να δεχθεί ορισμένους εσωτερικούς μετανάστες από τα Δωδεκάνησα.

Πιο συγκεκριμένα έγινε η πατρίδα αρκετών Συμιακών που δημιούργησαν στο νησί τέτοιες ευκαιρίες ώστε να αναπτυχθούν επιχειρηματικά και να φτιάξουν γερές φαμίλιες. Αυτές οι οικογένειες μέχρι σήμερα εξακολουθούν να γεννούν σημαντικές προσωπικότητες του τόπου.

Ένας από εκείνους τους μετανάστες, που μετοίκησαν στην Κάρπαθο, ήταν και ο Γεώργιος Σάββα Κασσώτης.

Το επίθετο Κασσώτης φαίνεται ότι δόθηκε πολύ μεταγενέστερα. Οι πρόγονοι του είχαν ρίζες από τη γενιά των Μουσουρών της Κρήτης. Μια φαμίλια που έφθασε στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αιώνα, όταν οι Βυζαντινοί απελευθέρωσαν τη μεγαλόνησο από τους Άραβες.

Πολλούς αιώνες αργότερα μέλη από την οικογένεια Μουσουρέ εγκαταστάθηκαν στην Κάσο και ασχολήθηκαν με τη ναυτιλία και το εμπόριο. Μάλιστα περίπου στα μέσα του 16ου αιώνα κάποιοι βρέθηκαν να ζουν στη Μασσαλία και εκεί συναντάμε το επώνυμο Musure! Κάποιοι άλλοι διάλεξαν την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για να ζήσουν.

Οι Μουσουρέ της Κάσου ήταν επιχειρηματίες και με τα ταξίδια, άλλα και τις εμπορικές συναλλαγές, το επίθετο Μουσουρέ έμεινε πίσω και οι πελάτες έμελλε να τους θυμούνται ως «Κασιώτες», αφού δήλωναν την Κάσο ως κατοικία. Κάπως έτσι έμεινε και το επώνυμο Κασσώτης.

Παρά το εμπορικό δαιμόνιο ο πατέρας του Γεώργιου, ο Σάββας Κασσώτης, βρέθηκε μέσα στη μικρασιατική καταστροφή και έχασε την περιουσία του. Τότε μαζί με τον ξάδελφο του, τον Αργύρη Καστάνια, έφτιαξαν καΐκι και ξεκίνησαν να τροφοδοτούν τα Δωδεκάνησα με εμπορεύματα.

Την μεταφορά και την πώληση των εμπορευμάτων στην Κάρπαθο και την Κάσο την είχαν αναθέσει στον αδελφό του Σάββα, τον Γιάννη και στον 18χρονο γιο του, τον Γιώργο. Ο Γιώργος έμελλε να επιλέξει την Κάρπαθο, να κάμει οικογένεια, να στεριώσει και να ζήσει τη ζωή του. 

Ήταν το 1923, αρχικά πήγε στο Διαφάνι, γρήγορα όμως είδε την ανάπτυξη των Πηγαδίων που τότε είχε 50-60 σπίτια όλα κι όλα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 1922 στα Πηγάδια ψήφισαν 79 κάτοικοι. Δήμαρχος εκλέχθηκε ο Γεώργιος Μανωλάκης με 65 ψήφους και ακολούθησε ο υποψήφιος Μηνάς Γιανναγάς, με 14 ψήφους.

Ο Κασσώτης άνοιξε κατάστημα στο κέντρο, νοίκιασε την αποθήκη του Λάμπρου για τα εμπορεύματα του. Ο Γιάννης Κασσώτης θυμάται καλά ότι ο πατέρας του έφερε το πρώτο φορτηγό στην Κάρπαθο, τον περίφημο «Κεραυνό».  Ήταν στις αρχές δεκαετίας του 1930,  εκείνη την εποχή μάλιστα ξεκίνησα να χτίζονται τα κτήρια των διοικητηρίων από τους Ιταλούς.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1927, ο Χατζαντώνης είχε κατεβάσει στο νησί δυο μικρά αυτοκίνητα και τα είχε κάνει ταξί.  

Ο Κασσώτης με το θείο του λειτουργούσαν εμπορικά καταστήματα σχεδόν σε όλα τα χωριά. Άνοιξαν ακόμη και στα Σπόα. Λίγο αργότερα ήρθε ο Φαρμακίδης, κι αυτός από τη Σύμη κι άνοιξε εμπορικό στο Μεσοχώρι.

Ο Γιώργος Κασσώτης παντρεύτηκε την κανακαρά Ζωή Εμμ. Σταματάκη, εκείνη την εποχή το νεαρό κορίτσι μόλις είχε επιστρέψει από την Αμερική.

Πήγαν στη Σύμη το 1932 για να παντρευτούν. Τότε συνέβη η πρώτη καταστροφή του Κασσώτη.

Άγνωστοι έβαλαν φωτιά, έκαψαν τις αποθήκες και τα καταστήματα του, με αποτέλεσμα να χαθούν τα εμπορεύματα. Δεν έφτανε η φωτιά κάποιοι, που προφανώς δεν καλόβλεπαν την επιχειρηματική άνοδο του Κασσώτη, βάλθηκαν να τον αποτελειώσουν. Ο Κασσώτης είχε ασφαλισμένο το εμπόρευμα, όμως βρέθηκαν μάρτυρες που  είπαν στο δικαστήριο ότι εκείνος έβαλε τη φωτιά. Ο Κασσώτης είχε δικηγόρο τον γνωστό Συμιακό Ι. Τσαβαρή, δικαιώθηκε και γρήγορα ξεπέρασε το τραύμα που προξένησε η φωτιά στις επιχειρήσεις του. Μπορεί να κέρδισε τη δίκη, ωστόσο τα χρήματα, που πήρε ως αποζημίωση, ήταν ελάχιστα λόγω υποτίμησης.

Με το γενικό εμπόριο στην Κάρπαθο, λίγο πριν από τον 2ο Παγκ. Πόλεμο, επιχειρούσαν οι Γιώργος Κασσώτης, Ηλίας Ορφανός, Αλέξης Μανωλάκης και ο Νικήτας Λυριστάκης.

Τα καταπιεστικά μέτρα των Ιταλών δεν επέτρεπαν καμιά ανάπτυξη, το αντίθετο. Μάλιστα κατά καιρούς οι κατακτητές έβρισκαν προφάσεις και αφαιρούσαν τις άδειες λειτουργίας των καταστημάτων. Το ελάχιστο κέρδος το κατασπάραζε ο πληθωρισμός.

Μέσα στο 1943, λίγους μήνες πριν από την άφιξη των Γερμανών στο νησί, ήταν η εποχή της πτώσης κι ο αποκλεισμό της Ιταλίας, έπιασαν τους τέσσερις εμπόρους και με το ζόρι τους ανάγκασαν να ταξιδέψουν για τη Ρόδο. Τους πίεσαν να δώσουν ότι χρήματα είχαν για φέρουν εμπορεύματα και τρόφιμα στην ήδη απομονωμένη  Κάρπαθο που παρουσίαζε σοβαρό πρόβλημα σίτισης. Ο Κασσώτης, όπως και ο Ορφανός, μπήκαν σε μια ντακότα, έγινε μάλιστα μια έκρηξη κατά την απογείωση και σκίστηκε το παντελόνι του δεύτερου.

Από την Ιταλία είχαν στείλει τρόφιμα στη Ρόδο, έτσι οι έμποροι ξόδεψαν τις τελευταίες οικονομίες τους και γέμισαν ένα καΐκι.

Αφού ολοκλήρωσαν τις αγορές, ο Κασσώτης, όπως και ο Ορφανός, φοβούμενοι τη θάλασσα και τα μαζικά χτυπήματα των συμμάχων, δεν ήθελαν να επιστρέψουν με το καΐκι.

Από καθαρή τύχη συνάντησαν μια γνωστή τους, μια Καρπαθιά, η οποία ζούσε στη Ρόδο κι ήταν παντρεμένη με Ιταλό. Η γυναίκα είχε γνωστούς Ιταλούς αξιωματικούς. Εκείνη λοιπόν προθυμοποιήθηκε και μεσολάβησε, έτσι οι Καρπάθιοι επιχειρηματίες επέστρεψαν με το αεροπλάνο.

Το ναυλωμένο καΐκι έφυγε φορτωμένο  εμπορεύματα, εκτός από το πλήρωμα του επιβιβάστηκαν και λιγοστοί Καρπάθιοι και ενώ βρισκόταν έξω από τη Χάλκη έτυχε το αναπάντεχο. Μια νάρκη βυθού παρασύρθηκε πάνω σε μια ξέρα και με τη θαλασσοταραχή ανατινάχθηκε την στιγμή που το καΐκι περνούσε δίπλα της. Από τα ξαφνικά κύματα το φορτωμένο τρόφιμα σκάφος μπατάρησε και κατέληξε στο βυθό της θάλασσας. Το πλήρωμα και οι επιβάτες ήταν τυχεροί, η Χάλκη ήταν κοντά, κολύμπησαν και βγήκα στη στεριά, όμως όλα τα εμπορεύματα χάθηκαν.

Οι οικονομίες των εμπόρων, όπως κι εκείνων που είχαν επενδύσει στα τρόφιμα, βούλιαξαν στη θάλασσα. Αυτή ήταν η δεύτερη καταστροφή του Κασσώτη.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1950, ήταν Έπαρχος ο Ξανθούλης, έμαθε την υπόθεση, πήγε στη Ρόδο, ερεύνησε το θέμα και έπειτα από αρκετούς μήνες ο Γιώργος Κασσώτης πήρε αποζημίωση μόλις 500 δραχμές!

Ακόμη μια περίπτωση καταστροφής του Κασσώτη συνέβη με την απελευθέρωση. Η ιστορία ξεκινά από το μεράκι και την όρεξη του να φτιάξει οινοποιείο αλλά και βιοτεχνία αναψυκτικών.

Μέσα στον πόλεμο ο Κασσώτης έφτιανε ούζο, μαστίχα, πορτοκαλάδες και ρετσίνα στην περιοχή Βλυχά, από εκεί έπαιρναν  και το νερό που χρησιμοποιούσαν.

Ο Κασσώτης επιθυμούσε να εκδώσει άδεια για να παρασκευάζει και να εξάγει τη ρετσίνα του.  Έκαμε δείγμα και είδε ότι ήταν αρίστης ποιότητας και υπήρχε καλό περιθώριο κέρδους. Έδωσε λοιπόν 1.000 λίρες για να βγάλει την άδεια κι όλα πήγαιναν καλά.

Η υπόθεση του κόστισε πολύ ακριβά αλλά δεν τρόμαζε από τα έξοδα. Έφερε εκατοντάδες μπρούτζινα μπιτόνια και ένα καΐκι φορτωμένο μέχρι τα μπούνια με μικρά τενεκάκια. Με αυτά θα δούλευαν τα συνεργεία στην Όλυμπο και στα Σπόα για να μαζεύουν το ρετσίνι. Επίσης έφερε μεγάλα  καζάνια και τα είχε τοποθετήσει ο Ορφανός στο υπόγειο ενός κτηρίου του Αγγελίδη.

Όταν έφυγαν οι Εγγλέζοι τα πράματα άλλαξαν. Η ελληνική κυβέρνηση ήταν ανένδοτη, δεν επέτρεψε στον Κασσώτη να προχωρήσει την επιχείρηση. Δεν του έδωσαν άδεια και έτσι χάθηκαν τα χρήματα και τα εργαλεία πουλήθηκαν κοψοχρονιά, ως μπρούτζος και παλιοσίδερα. Η ιδέα της καρπάθικης ρετσίνας πήγε στράφι.

Ο Κασσώτης, όπως θυμάται ο γιος του Γιάννης, είχε φτάσει μέχρι τον Καρπάθιο βουλευτή Πειραιώς Περ. Χρυσοχέρη και πάλεψε μήπως τα καταφέρει να τους πείσει, αλλά δεν πέτυχε να τους αλλάξει γνώμη.

Ο Γεώργιος Κασσώτης το 1962 πήρε τη φαμίλια του και μετανάστευσε στην Αμερική.

Η ιστορία του δείχνει αφενός το ζήλο και το αστείρευτο πάθος για εργασία και προκοπή, αφετέρου τα διαρκώς αμέτρητα εμπόδια, που αντιμετώπιζαν οι επιχειρηματίες της εποχής απ΄ όλους εκείνους που κυβέρνησαν τον τόπο. Εμπόδια που σήμερα μοιάζουν με σκηνές από μυθιστορήματα κι όμως οι καταστροφές του Κασσώτη δεν ήταν παρά μια ακόμη όψη από τη σκληρή καθημερινότητα που ζούσαν οι κάτοικοι του νησιού και παρόλα αυτά κατάφεραν να το αναπτύξουν.

 

Φωτογραφία αρχείο Ιωάννη Γ. Κασσώτη

Πηγές Ιωάννης και Μανώλης Κασσώτης