Μητροπολίτης πρ. Καρπάθου και Κάσου Νείλος (1836 – 9 Αυγούστου 1917)

Μητροπολίτης πρ. Καρπάθου και Κάσου Νείλος  (1836 – 9 Αυγούστου 1917)

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

 

Έμεινε μονάχα τρία χρόνια ως Μητροπολίτης Καρπάθου και Κάσου στη συνέχεια παραιτήθηκε και αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Μόνασε στην Καλύβη της Υπαπαντής, της Κουτλουμουσιανής σκήτης του Άγιου Παντελεήμονος και στη συνέχεια στο Κουτλουμουσιανό Κελί της Μεγάλης Παναγίας, ζώντας με αυστηρότητα, εργατικότητα και ασκητικότατα.

Ο κατά κόσμον Νικήτας Σμυρνιωτόπουλος γεννήθηκε το 1836 στο χωριό Πιάλι Τρικάλων, τη σημερινή Αλέα. Σε ηλικία 20 ετών έγινε μοναχός στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους.

Το 1880  υπέβαλε διατριβή με τίτλο “Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας” αποφοίτησε από τη θεολογική σχολή της Χάλκης και στην συνέχεια υπηρέτησε ως Αρχιερατικός Επίτροπος Βριούλων της Μητροπόλεως Εφέσου.

Τρία χρόνια αργότερα (1883) χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Ερυθρών, Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Εφέσου για το τμήμα Κυδωνιών. Τη χειροτονία τέλεσε ο Επίσκοπος Κρήνης Θεόκλητος, συμπαραστατούμενος από τους Επισκόπους Χριστουπόλεως Κύριλλο και Αρκαδιουπόλεως Άνθιμο.

Στις 23 Ιουνίου 1886 εξελέγη Μητροπολίτης Καρπάθου και Κάσου. Μόλις τρία χρόνια αργότερα, στις 5 Αυγούστου 1889, παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος, όπου εφησύχαζε μέχρι το 1912.

Εκοιμήθη στις 9 Δεκεμβρίου 1916. Ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή.

Κατά τον λόγιο Ιερομόναχο Χριστόφορο Δοχειαρίτη (Κτενάς) ο Μητροπολίτης πρ. Καρπάθου και Κάσου Νείλος: «έζη βίον πάνυ λιτόν και εγκρατέστατον, πολύ σπανίως εσθίων βρώμα ψημένον, ουδέποτε δε πίνων οίνον ή άλλο τι οινόπνευμα, πλην όπου εκκαλείτο δι’ αρχιερατικήν υπηρεσίαν, αλλά και τότε ελάχιστον και μεμιγμένον ύδατι, και μόνον ίνα μη προξενήση σκάνδαλον».

Κάποιοι τον παρεξήγησαν ως φιλάργυρο, ωστόσο η αφιλοχρηματία του φάνηκε από τις μεγάλες του δωρεές και προσφορές ιδιαίτερα στον τόπο του.

Όταν πληροφορήθηκε ότι στον πόλεμο του 1897 καταστράφηκαν αρκετές εκκλησίες της Θεσσαλίας, πήγε εκεί και πρόσφερε ιερατικές στολές, που είχε ράψει ο ίδιος, γιατί ήταν και καλός ράφτης, καθώς και άλλα άμφια και ιερά σκεύη.

Κατόπιν πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου έκτισε δημοτικό σχολείο, σχολαρχείο, ακόμη και αρχαιολογικό μουσείο. Επίσης έκανε πολλές δωρεές στους ναούς.

Στην Κωνσταντινούπολη πρόσφερε δωρεά για τη βιβλιοθήκη της τροφού του Σχολής της Χάλκης και τα φιλανθρωπικά καταστήματα. Έμεινε αρκετό χρόνο στην Πόλη, ζώντας πάντα λιτά, εξυπηρετώντας τις ανάγκες των χριστιανών, οι οποίοι σύντομα τον εκτίμησαν και τον αγάπησαν και όλοι τον ζητούσαν στις εκκλησίες τους.

Τα λίγα χρήματα που του έδιναν, ήξεραν καλά πως δεν θα βραδύνουν να πάνε στους φτωχούς. Δεν παρέλειψε να κάνει πλούσιες δωρεές ακόμη και στο Πατριαρχείο.

Διετέλεσε ακόμη και σχολάρχης της Αθωνιάδος Σχολής. Το 1913 χάρηκε πολύ που πήγε στο Άγιον Όρος και το είδε να είναι απελευθερωμένο από τον τουρκικό ζυγό και να κυματίζει παντού η ελληνική σημαία.

Κατά τον Χριστόφορο Δοχειαρίτη, «προτραπείς υπό του αειμνήστου Χαρίτωνος του Κουτλουμουσιανού και υπ’ εμού, όπως μένη εν Αγίω Όρει, ένθα μεγίστου απήλαυε σεβασμού, τιμής και υπολήψεως, ού μόνον διότι ην πρότυπον ασκητού, αλλά και διά τας εθνικάς δωρεάς, απεποιήθη ειπών εν πεποιθήσει ότι πορεύεται εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα μετά του τιμίου Σταυρού υποδεχθή τα ελληνικά στρατεύματα και λειτουργήση εν τω ιερώ ναώ της Αγίας του Θεού Σοφίας…».

Ακόμη και ο φειδωλός σε επαίνους Μ. Γεδεών τον χαρακτηρίζει:

«λιτόν, ασκητικόν, χριστιανικόν βίον διανύσαντα, ου θησαυρίζοντα εαυτώ αλλ’ εις Θεόν πλουτούντα, κατά το Ευαγγελικόν, πένητα πάντοτε, ευεργετούντα».

 

Πηγές-Βιβλιογραφία:

Διαδικτυακό περιοδικό πολιτισμού: Πεμπτουσία

Χριστοφόρου Κτενά. αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες από του 1845-1916. Αθήναι 1930, σσ. 76-80. Μανουήλ Γεδεών. Αποσημειώματα χρονογράφου. Αθήναι 1932. σσ. 148-149. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου. Πόθος και Χάρις στον Άθωνα. Άγιον Όρος 2000. σσ. 353-354.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ – 1900-1955, σελ. 143-145, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.