Η ιστορία της αγγειοπλαστικής στην Κάρπαθο

Η ιστορία της αγγειοπλαστικής στην Κάρπαθο

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Πέρασαν εκατό χρόνια από την εποχή που ο αγγειοπλάστης Κωσταντίνος Καραξής, ξεκινούσε να πουλήσει ένα καϊκι φορτωμένο με στάμνες και πανοπίθια. Εκατό δράμια χαλβά και ένα καρπούζι ήταν το φτωχικό μεσημεριανό τους, όμως μια κρυφή δηλητηρίαση χάλασε το πρόγραμμα. Ευτυχώς είχε μαζί του το μικρό του γιό, τον Ιορδάνη, το παιδί  κατάφερε να ανάψει το καμίνι, να ψήσει σωστά το εμπόρευμα και τελικά να το μοσχοπουλήσει στο Αϊδίνι.

Εκείνα τα χρόνια η Κάρπαθος δεν ζούσε από το τουρισμό, εκτός από τα πρωτότοκα παιδιά που το κληρονομικό δίκαιο τα ευνοούσε, τα υπόλοιπα άνοιγαν με τα κορμιά τους δρόμους, λεωφόρους, σε νέες, άγνωστες πατρίδες.

Έτσι και ο Κωσταντίνος Καραξής, που γεννήθηκε στο χωριό Πυλές το 1864. Δούλευε στα κτήματα και ρωτούσε τους γονείς του, τι από τα χωράφια θα γίνει δικό του. Το παιδί δεν άκουγε το όνομα του, αλλά τα κτήματα είχαν πάντα άλλο προορισμό. Το ένα του Νικολή, ετούτο της Ζωγραφινιάς, αυτό της Σοφίλας.

Τολμάς βρέ να ζητάς; ήταν η απάντηση του πατέρα, που του έδωσε και μια κλωτσιά. Εκείνος γύρισε απογοητευμένος στο σπίτι, όμως έκαμε τη στεναχώρια του, αληθινή δράση. Έφυγε για το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, εκεί είχε συμπαράσταση και στήριξη, από τον ευκατάστατο θείο του, τον Κωνσταντίνο Μπενέτα, αδελφό της μητέρας του, που με τα εμπόρια, είχε κάμει γερή κατάσταση.

Ο Κωσταντίνος μορφώθηκε, έμαθε να δουλεύει και με τα χέρια του και να δίνει σχήμα και ζωή στον πηλό. Έγινε λοιπόν αγγειοπλάστης.

Επέστρεψε στο νησί αλλά και πάλι δεν παρέμεινε, έφυγε από τη Τούρκικη Κάρπαθο για την Ελλάδα. Δουλεύει στον Πειραιά, γραμματέας του πασίγνωστου Καρπάθιου μαρμαρά,  Μοσχού, παράλληλα γνωρίζει και ερωτεύεται την Υδραία Αφροδίτη Κυριάκου. Το ζευγάρι προχωρά δεν είναι μια τυχαία, περαστική αγάπη, παντρεύονται και επιστρέφουν στα 1888 στην Κάρπαθο. Φτάνουν στο Φοινίκι και εκεί ανοίγει το πρώτο αγγειοπλαστείο της Καρπάθου.

Ο Κωσταντίνος Καραξής, δεν μοιάζει του προπάππου του.

Εκείνον η ιστορία τον θέλει νευρικό και οξύθυμο. Μάλιστα εκείνα τα παλιά χρόνια, είχε το όνομα Μαυρολέων, αλλά στα σιναριλίκια με Τούρκους στη Μικρά Ασία, του έλεγαν πως εσύ δεν είσαι Καρα-γκιουγλού. Έπρεπε να σε λένε Καρά-ξι, έτσι το παρατσούκλι γίνεται το αληθινό επίθετο της φαμίλιας.

Αντίθετα ο αγγειοπλάστης της ιστορίας μας είναι ήρεμος και καλόβολος, κάνουν οκτώ παιδιά με τη γυναίκα του αλλά υοθετεί ακόμη δύο. Ένα ορφανό αγόρι, παιδί της αδελφής του, που πέθανε από επιδημία τύφου, γίνεται το ένατο μέλος της οικογένεια. Ακόμη ένα μικρό αγόρι, που βρέθηκε απο ψαράδες, παρατημένο πάνω σε ένα βράχο καταμεσίς του Καρπάθιου πελάγους, ο μπογαζιανός, έτσι έλεγαν ετούτο το ορφανό, έγινε το δέκατο παιδί, στην φαμίλια του Καραξή. Ο ίδιος δεν σταματούσε να δουλεύει και να τροφοδοτεί όλη τη Κάρπαθο με κάθε είδος απαραίτητα σκεύη αγγειοπλαστικής.

Στάμνες, πιάτα, πανοπίθια, γαβάθες, γλάστρες, αλλά και κεραμίδια, σκάλιζε ακόμη και σφυρίχτρες. Γέμιζαν κάρα και μοσχοπουλιούνται σε όλα τα χωριά του νησιού. Το 1900 μεταφέρει το εργοστάσιο στο Σικέλαος των Πυλών και το 1905 ανεβαίνει στο τότε εμπορικό κέντρο του νησιού, την όμορφη Βωλάδα. Μετά από μια επιχειρηματική απόπειρα, που έκαμε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας και με το πέρασμα της Καρπάθου στα Ιταλικά χέρια, έστησε την επιχείρηση του στα Πηγάδια.

Ανάλογα με τα αγγεία που έφτιαχνε ήξερε τις περιοχές της Καρπάθου με το καλό χώμα. Μια από αυτές και το Λάϊ των Μενετών που φρόντισε να αγοράσει μάλιστα και το χωράφι για να έχει πρόσβαση στη κατάλληλη γήη δίχως μπερδέματα και προβλήματα.

Μάλιστα είναι ο πρώτος εργοστασιάρχης της Καρπάθου που κράτησε την επιχείρηση του ακόμα και με ανταλλακτικό εμπόριο. Πράμα με πράμα, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν εκείνη την εποχή. Ξεκινούσε με το φορτωμένο καϊκι για την Όλυμπο και γυρνούσε όχι με χρήματα, αλλά με ένα σωρό τοπικά προϊόντα, τυριά, σιτάρια και όσπρια.

Ο Κωνσταντίνος Καραξής έκαμε με τα χέρια του γερό καλιμέντο, όμως απέφυγε να επαναλάβει τα εθιμικά δίκαια που τον εξόρισαν. Προικίζει και τα οκτώ παιδιά του, με κτήματα που αγοράζει με τα δικά του δημιουργήματα.

Αχόρταγες οι αισθήσεις μας, ταξιδεύουν πάνω στα χρώματα του νησιού, της Καρπάθου, δεν καταλαβαίνουμε αλλά σχεδόν παντού, συναντάμε απομεινάρια, χνάρια, φτιαγμένα από τα χέρια του Καραξή. Τούβλα, κεραμίδια, γλάστρες, αλλά και κάθε είδους σκεύη και χρηστικά μέσα για τα σπίτια. Ενθύμια, που κρύβουν τις σφραγίδες, με το όνομα του Κωνσταντίνου Καραξή.

Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ πιο ζόρικα, με τους ανθρώπους να μην έχουν περιθώρια αμφιβολιών και μικρών σκέψεων. Έπρεπε να βγούν μπροστά από το χρόνο, να ξεπεράσουν τους φόβους, που γεννούσαν μονάχα πείνα και ανέχεια.

Ο Κωνσταντίνος Καραξής ήταν ένα παράδειγμα επιχειρηματία που έκανε μπροστά, ενώ φαίνεται πάντα να λογάριαζε και τα ολάνοιχτα στόματα, τη φαμίλια, που περίμενε από εκείνον για να επιβιώσει.

Έφυγε στα 1938, από νωρίς ο μικρότερος γιός του, ο Ιορδάνης είχε ήδη δείξει την κλήση και την επιλογή στην εργασία του πατέρα του, κληρονόμησε το εργοστάσιο.

Σήμερα όλα μοιάζουν πιο βολικά και εύκολα, μάθαμε στα ξενόφερτα, παντού Γερμανικά και Κινέζικα προϊόντα, είναι τόσο φανερή η απουσία τέτοιων ιδιαίτερων, σπουδαίων ανθρώπων. Με τα γεννήματα της Καρπάθικης γης έκαμαν τον τόπο να ξεχωρίζει.

Ακόμη σήμερα η κόρη του Κυριάκου Καραξή, Έβελυν Λαδή, μοιράζεται τη ιστορία του παππού της με καμάρι. Ευτυχώς όσο κι αν η μνήμη κάνει βιαστικές διαγραφές, θα υπάρχουν οι άνθρωποι που θα φωτίζουν το συλλογικό παρελθόν μας.