Ο καραβομαραγκός Αναστασιάδης

Ο καραβομαραγκός Αναστασιάδης

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Η ελπίδα είναι γοργόνα και φορά για ρούχο της τη θάλασσα.

Μοιάζει με το πιο γόνιμο χωράφι κι είναι φορές που στη ρημάδα την ανάγκη για ζωή, χρειάστηκε μόνο μια στιγμή, για να μεταμορφώσει τους πιο τολμηρούς ανθρώπους στους πιο αντρειωμένους ναυτικούς!

Έστω κι αν εκείνοι ποτέ δεν παραδέχτηκαν τη ναυτοσύνη τους και την απέραντη αγάπη τους για την αγριάδα και το αχαλίνωτο πάθος της θάλασσας.

Όπως ο  Ολυμπίτης καραβομαραγκός Μιχάλης Αναστασιάδης, που με ένα ναυτικό φυλλάδιο όργωσε ολάκερο τον κόσμο.

Είχε μόνο τα χέρια του και κάτι αμίλητους μα ακούραστους συντρόφους: το πριόνι, το σφυρί, ένα χοντρό μολύβι, που είχε για παρέα ένα μικρό λίγο σκουριασμένο κουμπάσο. Με αυτά σχεδίασε και έχτισε ολομόναχος θεόρατα ξύλινα πλεούμενα, μα ο νους του ήταν στη στεριά, στη φαμίλια και το μικρό χωριό, που ήταν ο θόλος στον ουρανό της ψυχής του. Κι όμως ο ίδιος δεν καπετάνευε, ήξερε να σουλατσάρει και να σμιλεύει τη ψυχή του ξύλου, ένιωθε τη θάλασσα σαν τη μοναδική αληθινή διέξοδο, ήταν ο δρόμος της τόλμης, που μπορούσε να τον οδηγήσει πέρα από τα όνειρα του.

Αν κοιτάξεις πίσω, βαθιά μέσα στα χρόνια, θα δεις δεκάδες από «λαθραίους» ταξιδιώτες, πρόσφυγες ή μετανάστες, που έψαχναν κάπου να κουρνιάσουν και να χτίσουν τη ζωή τους.

Ο Μιχάλης Αναστασιάδης γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, το πιθανότερο το 1903, στην Όλυμπο της Καρπάθου. Σε μια περίοδο ταραγμένη από άγριους πολέμους, ενώ τα Δωδεκάνησα άλλαζαν χέρια, ωστόσο κανείς από τους κατακτητές δεν έδειχνε αληθινό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να επιβιώσουν ξυπόλυτοι πάνω στους γυμνούς και κοφτερούς βράχους. Τέταρτο παιδί μιας εννεαμελούς φαμίλιας, μαθητεύει λίγα χρόνια δίπλα στον μαραγκό πατέρα του, μαζί του κάνει τα πρώτα βήματα στη τέχνη της ξυλουργικής, αλλά σύντομα θα τον ξεπεράσει.

Ατίθασος, λέφτερος και με το αίμα να βράζει, αναζητά κάτι παραπάνω και θα το βρεί πλάι σε έναν σπουδαίο καλλιτέχνη δημιουργό, τον Μανόλη Μελεΐση.

( -1981). Στην αρχή ως βοηθός και στη συνέχεια συνεργάτης στο σπίτι του Κωστάκη στo χωριό Όλυμπος.

Μ. Αναστασιάδης, φώτο Μάνος Αναστασιάδης

Ο Μιχάλης γρήγορα άνοιξε τα φτερά του στα υπόλοιπα χωριά της Καρπάθου, δούλευε με άνεση το ξύλο και από πολύ νέος έγινε γνωστός για τη μαεστρία της τέχνης του. Ακόμη και σήμερα αρκεί μια σύντομη παρατήρηση στις ξυλοκατασκευές του για να γίνει φανερή η πρόθεση του να δημιουργεί κάθε φορά μοναδικά αντικείμενα.

Λίγο πριν τον μεγάλο πόλεμο παντρεύτηκε στο Διαφάνι την Καλλιόπη, κόρη του καπετάνιου Γιάννη Λιορεΐση. Όμως αυτός ο θαλασσινός δεν είχε τύχη, έτσι λίγα χρόνια αργότερα χάνεται με τον πρωτογυό του, κάπου στα ανοιχτά από τα Σπόα Καρπάθου, αφήνοντας πίσω έξι παιδιά ορφανά και τη γυναίκα του χήρα και στα μαύρα. Η τραγωδία και οι ανάγκες που γέννησε γίνεται βαριά ευθύνη, ο Αναστασιάδης κατασκευάζει το πρώτο σκάφος του.

Την ίδια χρονική στιγμή οι Ιταλοί κατακτητές απαγορεύουν ακόμη και τα Ελληνικά ονόματα σε όλα πλεούμενα και εκείνος, αληθινά λέφτερη Ελληνική ψυχή που αρνήθηκε να μάθει ακόμη και μια Ιταλική λέξη, βαφτίζει το σκάφος του με το όνομα του Ιταλού επαναστάτη Γκαριμπάλντι!

Με αυτή τη μαούνα γίνονται κυρίως μεταφορές προϊόντων από τη γειτονική Σαρία και έτσι ο ορεσίβιος Αναστασιάδης αποκτά, σχεδόν αναγκαστικά, θαλασσινή ταυτότητα. Και πάλι τα χρήματα δεν είναι αρκετά, πρέπει να βρεθεί δουλειά και έτσι αθόρυβα βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και γίνεται άλλος ένας «μετανάστης της ανάγκης». Περίπου 10 χρόνια ταξιδεύει (1939-1949) με την ειδικότητα του καραβομαραγκού στα υπερωκεάνια «Άννα Μαρία» και «Βασίλισσα Ελισάβετ», έτσι μαθαίνει να δίνει λύσεις στη μέση των ωκεανών. Μια από τις κορυφαίες στιγμές, που πολύ αργότερα καθόρισαν και την εξέλιξη της ζωή του, ήταν η πτώση ενός πολεμικού αεροσκάφους στο επίνειο του χωριού του, στο Διαφάνι.

Όλυμπος Καρπάθου, Καλλιόπης Μαλλόφτη

Ήταν 21 Σεπτέμβρη 1943, όταν ένα ελαφρύ δικινητήριο βομβαρδιστικό αεροσκάφος της RAF, τύπου Martin Baltimore, χτυπήθηκε από αντιεροπορικά πυρά και έπεσε στην θάλασσα στην περιοχή της Βανάντας. Ο Μιχάλης Αναστασιάδης μαζί με συντοπίτες του, είδαν όλη τη σκηνή από τη στεριά. Εκείνος τους ξεσήκωσε, δεν μπορούσαν να αφήσουν τους ανθρώπους να χαθούν, έτσι τους έπεισε και πήραν μια βάρκα και έτρεξαν στο σημείο. Δεν είχε θάλασσα και η μηχανή από το μισοβουλιαγμένο αεροσκάφος ακόμη μούγκριζε, ενώ τριγύρω υπήρχαν παντού ναυτικοί χάρτες. Μάλιστα ο αδελφός του Βασίλης έπιασε έναν από αυτούς, αλλά δεν κατάφερε να τον διαβάσει.

Στο αεροπλάνο επέβαιναν τέσσερις αεροπόροι, ο πιλότος Peter Kennedy, οι λοχίες Alvin Liebich, Jack Ganly και ο άτυχος πυροβολητής Noel Fisher, ο οποίος σκοτώθηκε επι τόπου. Ο Alvin ήταν βαριά τραυματισμένος στο κεφάλι και στα πλευρά, υπέφερε και βογγούσε, έτσι οι συντρόφοι του έκαναν 2 ενέσεις μορφίνης.

Οι τρεις ζωντανοί είχαν τύχη, εντοπίστηκαν σχεδόν αμέσως από τους θαρραλέους Ολυμπίτες και μεταφέρθηκαν με τη βάρκα στη στεριά, μάλιστα ο Μιχάλης Αναστασιάδης έσκισε το πουκάμισο του και με αυτό έδεσε όπως-όπως τα τραύματα του πιλότου, ενώ ένας κοντινός νερόμυλος έγινε το πρόχειρο καταφύγιο. Στον τόπο σήμανε συναγερμός, αμέσως ειδοποιήθηκε ο γιατρός Αντρέας Λάμπρος (1909-2002) που έτρεξε και μετά από λίγες ώρες έφτασε στο Διαφάνι μαζί με τους Κώστα Γιαννουρή και Στέλιο Φαρμακίδη. Νοσοκομείο δεν υπήρχε και ο Έλληνας γιατρός έκανε 32 ράματα στο κεφάλι, φρόντισε τα χτυπήματα στο στήθος και ουσιαστικά έσωσε τον Alvin Liebich.

Οι τρεις αεροπόροι της RAF κυνηγήθηκαν, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν από τους Γερμανούς στην πρωτεύουσα του νησιού, στα Πηγάδια. Ο Alvin ήταν τόσο αδύναμος που δεν μπορούσε ούτε να σκύψει και να αγγίξει τα δάχτυλα των ποδιών του. Σύμφωνα με περιγραφή του πιλότου, οι δυο σύντροφοι έδεναν τα κορδόνια σφιχτά γύρω από το παντελόνι του, για να εμποδίσουν τις κατσαρίδες να περάσουν και να περπατήσουν πάνω στο κορμί του.

Οι τρεις αιχμάλωτοι πρώτα ταξίδεψαν για το λιμάνι του Πειραιά, στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με τρένο στη Θεσσαλονίκη και συνέχισαν μέχρι που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Dulag Luft, κοντά στην Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Στο Dulag Luft πραγματοποιήθηκαν οι αρχικές ανακρίσεις. Τελικός προορισμός τους ήταν το Stalag IVB στο Mühlberg, όπου πέρασαν όλο το υπόλοιπο διάστημα μέχρι το τέλος του πολέμου.

Στο ταξίδι ο Alvin είχε ελάχιστη ιατρική φροντίδα, όμως τα κατάφερε, τα προβλήματα, από τα χτυπήματα στο στήθος, μετά από δυο χρόνια γιατρεύτηκαν.

“[Πληροφορίες από την συνέντευξη του πιλότου στο βιβλίο του Mark Lax “Alamein to the Alps : 454 Squadron RAAF 1914-1945» – σελίδες 73-74].

Η ιστορία δεν σταματά εδώ, με ένα γράμμα ο Alvin Liebich ευχαριστεί τον σωτήρα του, ενώ και ένα Αγγλικό πολεμικό πλοίο φτάνει στην Κάρπαθο τον Ιούλιο του 1946 και αναζητά τον γιατρό του νησιού, Αντρέα Λάμπρο.

Ο κυβερνήτης είχε εντολή να συγχαρεί τον γιατρό για εκείνη την πράξη του και να τον ανταμείψει οικονομικά. Όμως ο Λάμπρος αρνήθηκε ευγενικά και προέταξε το δεδομένο πατριωτικό καθήκον του.

Ο Αξιωματικός αφού τον ευχαρίστησε, αναγνώρισε το Ελληνικό θάρρος και τη μεγαλοψυχία, ενώ αναγνώρισε ότι «στις φλέβες του σίγουρα τρέχει το ίδιο αίμα με τους αρχαίους Έλληνες, τους νικητές του Μαραθώνα»!

Στη συνέχεια του παρέδωσε έγγραφως την ευχαριστήρια διαταγή (No16091) που υπέγραφε ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων, στρατηγός Harold Alexander, παρόμοιες επιστολές δόθηκαν και στους δυο Καρπάθιους που συνόδευαν τον Αντρέα Λάμπρο.

Το θρυλικό «Ακρόπολις» γύρω στο 1950 τη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα στη Σαρία, μεταφέροντας πανηγυριώτες.

Όμως ο σωτήρας των τριών αεροπόρων, ο άγνωστος καραβομαραγκός Μιχάλης Αναστασιάδης, ακολουθούσε το δικό του γολγοθά, υπήρξαν εποχές που ακροβατούσε με την ταμπέλα του «παράνομου» μετανάστη, για να καταφέρει να τα βγάλει πέρα και να επιβιώσει.

Μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, όλα μύριζαν αισιοδοξία και έδειχναν καλύτερα, έτσι το 1950 αποφασίζει και κάνει ένα δάνειο με στόχο την αλλαγή της μηχανής στο 70τόνο καΐκι «Ακρόπολις», το σκάφος που σχεδίασε και κατασκεύασε με τα χέρια του στο Διαφάνι, κάπου προς το τέλος της Γερμανικής κατοχής (1944).

Το καΐκι μέσα στον πόλεμο δούλεψε παράτολμα σε όλο το Αιγαίο, δεν ήταν λίγα τα κοντραμπάντα που έβγαλε πέρα, από την Κύπρο μέχρι πάνω στο Βόρειο Αιγαίο, έτσι λοιπόν συνέχισε να οργώνει με επιτυχία τις ανοιχτές θάλασσες. Ο Αναστασιάδης ζούσε τη φαμίλια και ξεπλήρωνε με τιμιότητα τις δόσεις του δανείου στην Αγροτική τράπεζα, όμως η ξαφνική υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολλαρίου από τον Μαρκεζίνη, το 1953, μαύρισε όλο τον κόσμο του καλλιτέχνη καραβομαραγκού. Το δάνειο σε μια μέρα διπλασιάστηκε, το σκάφος πέρασε στα χέρια της τράπεζας και λίγα χρόνια αργότερα βούλιαξε παρατημένο στη Τζιά, ενώ ο ίδιος ξανάβγαλε το ναυτικό φυλλάδιο από το συρτάρι, έπρεπε και πάλι να δώσει μια λύση ανάγκης για να ζήσει την οικογένεια του.

Σε ένα από εκείνα τα ταξίδια θα ξεμπαρκάρει στην Αμερική και θα καταφέρει να δουλέψει περίπου 5 χρόνια «λαθραία» στη Νέα Υόρκη, ώσπου κάποιος άλλος Έλληνας, συντοπίτης του Καρπάθιος, «συνάδελφος» και ανταγωνιστής του, θα τον…«καρφώσει»!

Οι αρχές εφαρμόζοντας τους μεταναστευτικούς νόμους θα τον στείλουν βιαστικά πίσω. Έτσι θα χάσει όλες τις οικονομίες του και το σπουδαιότερο, μια ξύλινη κασέλα με όλα τα εργαλεία της τέχνης του, έτσι θα επιστρέψει στο χωριό του ταπεινωμένος, διωγμένος και απένταρος.

Όμως και πάλι δεν το έβαλε κάτω, γρήγορα θα βρει δουλειά στη μάνα θάλασσα! Αναλαμβάνει ξανά καραβομαραγκός σε υπερωκεάνια, αυτή τη φορά τα πλοία είχαν για προορισμό την Αυστραλία.

Το 1963 είναι 60άρης, όμως τα χρόνια δεν μετράνε πάνω στην ανάγκη!

Ο Αναστασιάδης θα ξανα-βγεί παράνομα και «λαθραίος» στο Σίδνευ, εκεί η μοίρα θα χαμογελάσει και θα φέρει μια παλιά και ξεχασμένη θαλασσινή ιστορία στην επιφάνεια.

Η μοίρα άραγε να θυμάται τις ηρωικές μας πράξεις;

Ο Νεοζηλανδός πιλότος, που ο Αναστασιάδης έσωσε μέσα από τη θάλασσα της Καρπάθου πριν από 20 χρόνια, διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην πρωτεύουσα της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας και ήταν πετυχημένος επαγγελματίας. Με τη βοήθεια ενός συμπατριώτη, του Μηνά Καμαράτου, ο Μιχάλης θα βρεθεί στο γραφείο του Peter Kennedy και έκπληκτος το πρώτο πράγμα που παρατηρεί είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του επινείου της Ολύμπου, το γραφικό Διαφάνι της Καρπάθου στόλιζε το δικηγορικό γραφείο!

Με τη βοήθεια του Peter ο Αναστασιάδης θα πάρει την Αυστραλιανή υπηκοότητα, δεν είναι μόνο αυτός. Ο δικηγόρος ποτέ δεν ξέχασε, έδειξε την ευγνωμοσύνη του και προσπάθησε να δώσει την ευκαιρία και σε άλλους Ολυμπίτες να μεταναστεύσουν στην μακρινή Ήπειρο, ωστόσο στην προσφορά δεν υπήρξε ανταπόκριση.

Στην Αυστραλία ο Αναστασιάδης παραμένει και εργάζεται για 20 περίπου χρόνια, πρώτα στο Σίδνεϊ και στη συνέχεια στην πρωτεύουσα Καμπέρα, που δούλεψε σε αρκετά κτήρια, όπως η δημόσια βιβλιοθήκη και φιλοτέχνησε Νίκου το ξυλόγλυπτο τέμπλο Ναού του Αγίου Νικολάου Καμπέρας πάνω σε αρχιτεκτονικά σχέδια του γιού του, Νικόλαου Αναστασιάδη. Το τέμπλο αυτής της εκκλησίας θεωρείται ίσως το ωραιότερο στο Νότιο ημισφαίριο.

Το έργο του έγινε γνωστό σε όλη την Αυστραλία και από το Πανεπιστήμιο της Καμπέρα του προτάθηκε να διδάξει την τέχνη του, συζητώντας μάλιστα και ένα επταετές συμβόλαιο. Ογδοντάρης πια ο Αναστασιάδης, προτίμησε να επιστρέψει στην πατρίδα που, αφού η νοσταλγία δεν γνωρίζει αντιπάλους.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής περνά τους χειμώνες στην Ρόδο, ενώ κάθε καλοκαίρι επιστρέφει στο Διαφάνι και την Όλυμπο.

Μέχρι το τέλος κατασκευάζει έπιπλα, γραφεία, προσκυνητάρια, ξυλόγλυπτους σοφάδες, κάθε ξύλο έμοιαζε με ένα μαλακό ζυμάρι μέσα στα χέρια του.

Ωστόσο ο Μιχάλης απορεί και τακτικά επαναλαμβάνει στον γιο του ότι όταν τραβά μια γραμμή με το μολύβι, την βλέπει, όμως καθυστερεί, αργεί ένα λεπτό. Αυτό δεν μπορούσε, δεν επέτρεπε στον εαυτό του να το δικαιολογήσει! Δεν ήταν τα γηρατειά, έπρεπε να υπάρχει κάποια λύση.

Σε μια από τις τελευταίες επιστολές, που έχουν παραλήπτη τον γιο του Γιώργο, ζητά επειγόντος ένα ζευγάρι γυαλιά, αφού: «επιτέλους υπάρχει η θεραπεία του γιατρού και έτσι θα λυθούν τα προβλήματα της όρασης του!»

Από τα έξι παιδιά του, βγήκε ένας αρχιτέκτονας, ένας πολιτικός Μηχανικός, ένας ζωγράφος-φωτογράφος κι ένας γιατρός-φωτογράφος.

Κι ο ζωγράφος γιος του, ο Μάνος θα γράψει για κείνον: «…περιπλανώμενος σαν τον Οδυσσέα για χρόνια ολόκληρα, τα περισσότερα χρόνια της δημιουργικής και δύσκολης ζωής του, χωρίς να κάνει πράγματα τυπικά μόνο για το μεροκάματο και την επιβίωση αυτού και της οικογένειάς του».

Ο Μιχάλης πεθαίνει το 1994, σε ηλικία 91 ετών.

Αν ζούσε σε μια άλλη χώρα η διαδρομή και τα βάσανα της ζωής του θα ήταν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, ένα μάθημα για την μετανάστευση και το όνομα του θα ήταν μπροστά στους ξυλογλύπτες της Δωδεκανήσου, γιατί όχι και όλης της Ελλάδας.

Μιχάλης Αναστασιάδης, καραβομαραγκός και λαθραίος μετανάστης!

Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης της στεριάς και της θάλασσας…

Σχέδιο του πατέρα από τα χέρια του ζωγράφου γιου, του καλλιτέχνη Μάνου Αναστασιάδη.

Μαρτυρίες και φωτογραφικό αρχείο: Γεώργιου Αναστασιάδη, Μάνου Αναστασιάδη

Επιστολή: Ανδρέα Ηλ. Λάμπρου στον Kennedy, 1983

Φωτογραφία Ολύμπου της Καλλιόπης Μαλλόφτη