Παλιά πλεούμενα και δεινοί καπεταναίοι της Καρπάθου

Παλιά πλεούμενα και δεινοί καπεταναίοι της Καρπάθου

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Αφορμή για την ιστορία είναι ένα στιγμιότυπο από το αρχείο του Γιάννη Κασσώτη. Μια φωτογραφία με μεγάλη ιστορία, όχι μόνο για αυτά που αποκαλύπτει, αλλά ακόμη και για τον τρόπο που βρέθηκε. Λοιπόν ο Καρπάθιος συλλέκτης  την είδε πεταμένη και τη μάζεψε μέσα από κάποιο χωράφι, έτσι η εικόνα σώθηκε κι ο Γιάννης την παρουσιάζει με καμάρι.

Λένε λοιπόν ότι η Κάρπαθος δεν έχει σπουδαία ναυτική ιστορία. Όμως δεν είναι αλήθεια κι απόδειξη είναι ετούτο το μοναδικό ντοκουμέντο, που δείχνει περίπου 80 ανθρώπους να χαιρετούν μπροστά στον φωτογράφο.

Μήπως είναι ένα από τα καΐκια του Λάμπρου; Δεν είμαστε σίγουροι, όμως όπως συμπεραίνουμε από τα λυροτσάμπουνα, τον παπά και όλο τον κόσμο, κυρίως άντρες, που είναι ντυμένοι με καλά ρούχα, πρόκειται λοιπόν για μια γιορτινή καθέλκυση.

Το σκάφος άφηνε το καρνάγιο και έπαιρνε τη θέση του στη θάλασσα της Καρπάθου. Αρκετοί φορούν φέσια και ας σημειώσουμε ότι δεν υπάρχουν Ιταλοί στρατιώτες, συνεπώς το καΐκι έπεσε στο νερό κάποια χρόνια πριν από το 1912.

Μελετώντας τον καρπάθικο θησαυρό που άφησε ο Μιλτιάδης Παπαμανώλης, την εφημερίδα “Δωδεκανησιακή Αυγή”, συναντάμε πέντε άρθρα του Απερίτη δασκάλου Παπαβασίλειου Πετρίτη, γραμμένα την Άνοιξη 1936. Αυτά γίνονται οδηγός και  μας φωτίζουν για τα καρνάγια της Καρπάθου.

Η βάση του Παπ. Πετρίτη είναι οι μαρτυρίες του Βασίλειου Χατζηπαπά και του Παπαφιλιππή.

Σύμφωνα με αυτές τις συνεντεύξεις, σε δύο περιοχές της Καρπάθου, στον Βρόντη και στην κυρά Παναγιά, από τον 17ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, αναπτύσσονται καραβοστάσια και κατασκευάζονται πλοία.

Γίνεται λόγος για 600 εργαζόμενους σε αυτά, που μάλιστα φαίνεται να διαφώνησαν με τους Υδραίους εργοδότες, όταν εκείνοι αποφάσισαν να φέρουν ξένους μαστόρους.

Έτσι οι ντόπιοι κατέβασαν τα εργαλεία και οι Υδραίοι αποχώρισαν, αναζητώντας άλλον τόπο για να ξεκινήσουν κατασκευές.

Όμως γύρισαν πίσω μετανιωμένοι, τότε πάντοτε σύμφωνα με τη διήγηση του Παπαφιλιππή, υπεύθυνος των εργασιών, ήταν ένας Πελοποννήσιος ή για άλλους Κασιώτης, ο Διακογεώργης, που άφησε όνομα, τόσο για τη ναυπηγική του τέχνη, όσο και για τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού των καρνάγιων.

Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο χειρισμός των υλοτόμων, που κατάφερε να τους κάμει να δουλεύουν πιο οργανωμένα και μεθοδικά πάνω στα βουνά της Καρπάθου.

Ακόμη μια ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τον “επιφανέστερο πολίτη της Καρπάθου κατά τους χρόνους της Ελληνικής Επαναστάσεως, λόγω μορφώσεως, πλούτου και γένους” (σύμφωνα με τον Μιχαηλίδη-Νουάρο).

Ο Χατζής-Ηλίας Οικονόμου, βλέπει την ραγδαία άνοδο της ναυπηγικής στο νησί και επιβάλει φόρο “ένα γρόσι ανά δέντρο που κόβεται”, επίσης την ίδια φορολογία βάζει και πλοία που ελλιμενίζονται στο νησί.

Στόχος είναι η μόρφωση, η δημιουργία σχολείου και η αμοιβή του δασκάλου.  Με την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης στα 1821, o  χαρισματικός πατριώτης ναυπηγεί ακόμη και πλοίο στο καραβοστάσι του Βρόντη, και το στέλνει με πλοίαρχο τον Ανδρέα Διακανδρά (και Νισυριά) να αγωνιστεί στο πλευρό του ναυάρχου Μιαούλη κατά των Τούρκων. Μάλιστα με γράμμα ο πυρπολητής της εποχής Μιαούλης, φαίνεται να αναζητά Καρπάθιους ναύτες, επειδή όπως αναφέρει, είναι “οικογενειάρχες, προκομένοι και αποδοτικοί”.

Αυτός ο ξεχωριστός Καρπάθιος δολοφονήθηκε το 1829, ενώ προσπαθούσε να επιβάλει τάξη και ευνομία στο νησί (Καρπαθ. Προσωπογραφία, Κ. Μελάς).

Σύμφωνα πάντοτε με τον Πετρίτη, μετά το 1820 τα δύο ναυπηγεία ατονούν, όταν οι Κασσιώτες επιλέγουν το νησί τους για να φτιάχνουν βαπόρια και αγοράζουν ξυλεία από την Κάρπαθο.

Σιγά-σιγά η τέχνη των καραβομαραγκών ξεχνιέται και σβήνει.

Για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε κάτι ακόμη για τον δάσκαλο Παπαβασίλειο Πετρίτη. Το 1868 κατάφερε να βάλει και τα κορίτσια στο Απερίτικο σχολείο! (Δελτίο Ομόνοιας Αττικής, 11/12/1-2004-05).  

Ακόμη ένα σπάνιο έγγραφο, που έφερε στο φως η “Δωδεκανησιακή Αυγή”, φανερώνει ακόμη ένα καραβοστάσι που υπήρχε στη Κάρπαθο. Το τρίτο ναυπηγείο ήταν στο χωριό Μεσοχώρι, στην περιοχή Καταφή. Ναυπηγός ήταν ο Μηνάς Κώστα Καμπούρης και παραγγελιοδόχος ο Μιχάλης Ιωάννου.

Το σκάφος που χτίστηκε ήταν μια γρήγορη Γολέττα και ονομάστηκε ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ. Η απόδειξη παράδοσης γράφει ημερομηνία 19 Απριλίου 1859!

Φανταστείτε το θόρυβο και την αντάρα στα καρπάθικα καραβοστάσια, στοίβες από το ζωντανό κερεστέ (ναυπηγήσιμη ξυλεία) να περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Οι ξυλοκόποι να πριονίζουν, οι καραβομαραγκοί να γλυκαίνουν τους κορμούς  κι οι εργάτες να βαρούν σφυριά, να χτίζουν από το μηδέν ολάκερα ξύλινα νησιά.

Αλλοτινά εκείνα τα χρόνια, μόνο μια περίεργη άλικη αρμύρα απομένει στους ξερικούς και σιωπηλούς πια κάμπους του νησιού μας.

Ουσιαστικότερες πληροφορίες για τους καρπάθιους θαλασσόλυκους έχουμε για τον 20ο αιώνα.

Όπως μαθαίνουμε από τον Χαράλαμπο Κάσσιο, υπήρχαν αρκετοί καπεταναίοι και πλοιοκτήτες. Κι από αυτούς συναντάμε καταρχήν τον θρυλικό καπετάν Καράβια, ακολουθούν οι Λάμπρηδες, με αρχηγό τον Ιωάννη Λάμπρο, έπειτα οι Μηνάς και Φωκάς Γιαννακάδες, που το άτυχο καΐκι τους έσπασε σε μια θαλασσοταραχή μέσα στα Πηγάδια.

Η επόμενη γενιά, με τον Κωνσταντάκη Λάμπρο και τους γιούς του, Γιαννάκη, χατζή, Μανώλη, Ηλία και τον Μηχαλιό. Ο Ηλίας Φιλίππου (Γιαμπρέσης), ο Ανδρέας του Αναστάση, ο Ποταμιάνος, ο καπετάν Γιώργης Χατζηπαναγιώτης, ο καπετάν Μανώλης Χατζηπαναγιώτης και ο γιός του Μιχάλης, ο αλησμόνητος κι αδικοχαμένος καπετάν Χάρης Αλεξανδρίδης κι ο Ανδρέας Χατζηπαναγιώτης.

Κι αξίζει να σταθούμε μια στιγμή στα ιστιοφόρα των Εμμανουηλ Παναγιωτού, Εμμανουήλ Λάμπρου και Εμμανουήλ Κανακη, του Καστελλορίζιου Βαρθολομαίου Μαμιού, των Καλύμνιων Σ. Καβουκλή και Κωνσταντίνου Φτιά και του Σταυριανού Ψιλάκη από τη Σύμη.

Τα καΐκια των Ιωάννη και Μηνά Λάμπρου, που ήταν καμωμένα από τα χέρια του Κασιώτη καραβομαραγκού Αντωνάκη.

Επίσης τα πλεούμενα των Πιττά, των αδελφών Φελουζή, του Αθανάσιου Πατσούρου από το Φοινίκι, του Δράκου, του Πρωτόπαπα από την Όλυμπο, του Φαρμακίδη, του Θεοχάρη του Συμιακού, του Γιώργη της μαμής από την Κρήτη, όπως και του θρυλού καπετάν Ζαμαλή από τη Κάσο.

Ας μη ξεχνάμε και τις ψαρόβαρκες του Γιώργου Κουτσάκη, του Νιωτή (Μιαούλη), του Γεωργίου Ματθαίου Τσαγκαράκη, του Κατροζανάκη, του Γεωργίου Λάμπρου και του Πετροπουλάκη.

Ας με συγχωρήσουν εκείνοι δεν κατάφερα να βρω και δεν τους αναφέρω. Σε εκτενέστερη ναυτική έρευνα της Καρπάθου, θέλω να πιστεύω, ότι θα μπορέσουμε και αυτούς να τους μνημονεύσουμε.