Ένα φονικό στα Πηγάδια

Ένα φονικό στα Πηγάδια

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς 

Τον καιρό που ήταν αγέννητοι οι γονείς των παππούδων μας είχε συμβεί εκείνο το κακό. Πρόκειται για μια παράξενη υπόθεση από κείνες που εδώ και  χρόνια έπαψαν να τις ξομολογούνται στις απογεματινές αποσπερίες.

Η ιστορία αυτή κουβαλούσε μέσα της ένα θανατικό, δεν ήθελαν λοιπόν να τη διηγούνται, να τρομάζουν τα αμούστακα παιδιά και να τα κάμουν να φοβούνται τις απόκρημνες γωνιές του νησιού.

Τέλος του προ-περασμένου αιώνα, η Κάρπαθος, όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα ήταν χρυσό δαχτυλίδι στο χέρι των Οθωμανών.

Ο διοικητής, ο καϊμακάμης, παρέα με τους δικούς τους έκανε το κουμάντο, όμως άφηναν τους χριστιανούς στη πίστη και στο δρόμο τους.

Τα καΐκια πήγαιναν κι έρχονταν, όσοι ήταν νόμιμοι διάλεγαν συνήθως το λιμανάκι στο Φοινίκι ήταν άλλωστε το θαλάσσιο κέντρο του τόπου μιας και πιο κοντά στην Κρήτη. Τα Πηγάδια, μόλις που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, μα ακόμη ήθελαν πολύ δρόμο μέχρι να γίνουν πρωτεύουσα του νησιού.

Σε ένα απάγκιο φυσικό λιμανάκι, λίγο έξω από το σημερινό, εκεί που σήμερα βρίσκεται το ερείπιο που θυμίζει την προσπάθεια για δημοτικό σφαγείο, συνήθιζε να δένει το καΐκι του ένας δεινός καπετάνιος.

Ο καπετάν Αντώνης ήταν Δωδεκανήσιος, όπως θυμάται ο συλλέκτης φωτογραφιών και ιστοριών Γιάννης Κασσώτης, ήταν από κείνους που δε λογάριαζαν τους Τούρκους, ούτε και προσκυνούσαν τα τσιράκια τους! Δε σήκωνε κουβέντες, αυτό που λέμε άνθρωπος βαρύς.

Κοσμογυρισμένος όπως ήταν, είχε φάει τη θάλασσα με το κουταλάκι του γλυκού, με τα μακριά γένια του πιο πολύ θύμιζε καλόγερο παρά καπετάνιο, μα συνήθως όταν μας γελούν τα μάτια μας δυσκολευόμαστε ακόμη πιο πολύ να πιστέψουμε μια ιστορία.

Ακόμη δεν είχε φέξει, όταν εκείνος έδενε στο μεγάλο βράχο λίγα μέτρα μακριά από την μικρή παραλία. Κουβαλούσε τσουβάλια με καπνό, αυτή ήταν η παράνομη πραμάτεια του κι ήξερε καλά ότι οι Τούρκοι κυνηγούσαν με λύσσα όλους τους κοντραμπατζήδες κι αυτό γιατί έχαναν το χρήμα από τους φόρους. Ο καπετάν Αντώνης γνώριζε ότι τον είχαν επικηρύξει, πάλευαν να τον πιάσουν, όμως είχε διαλέξει  την καλύτερη κρυψώνα κι μαζί με έναν ναύτη θα έβγαζαν στη στεριά τον καπνό κι έπειτα θα περίμεναν τον σύνδεσμο να παραδώσουν και να κάμουν το λογαριασμό.

Όμως η μοίρα τους έβγαλε σε άλλο δρόμο. Στην ακτή ήταν κρυμμένοι οι τούρκοι αστυνόμοι καθώς  λοιπόν ο καπετάν Αντώνης έδενε στο βράχο μυρίστηκε τον κίνδυνο. Στάθηκε και έκαμε το σινιάλο, όμως δεν πήρε απάντηση.

Ξαναπροσπάθησε και τότε σιγουρεύτηκε ότι προδόθηκαν και τους την έχουν στημένη. Έβαλε το ναύτη να κόψει τα σκοινιά και εκείνος άρπαξε τα κουπιά, ήθελε να ξανοιχτεί μια στάλα, να ανοίξει τα πανιά κι να πάρει δρόμο.

Οι αστυνόμοι κατάλαβαν ότι θα τον έχαναν κι άρχισαν να φωνάζουν να παραδοθεί κι εκείνος για να κερδίσει χρόνο μέσα στο σκοτάδι, κάτι τους φώναξε.

Ήταν δεν ήταν 20 μέτρα από του γιαλού το κύμα, οι διώκτες φανερώθηκαν κρατώντας όπλα στα χέρια κι ο καπετάνιος δεν έχασε καιρό, άρπαξε το δικό του όπλο σημάδεψε και πέτυχε εκείνος που κρατούσε τη λάμπα και του φώναζε να παραδοθεί. Οι αστυνόμοι ταχασαν, μέσα στην αναμπουμπούλα το καΐκι ανοίχτηκε στη θάλασσα. Έτσι γλύτωσε ο καπετάν Αντώνης τη σύλληψη, όμως έκαμε χρόνια να περάσει από την Κάρπαθο, φοβούμενος ότι έτσι σταμπαρισμένος, αν κατά τύχη τον δουν στα σίγουρα δε θα είχε ελπίδα σωτηρίας.

Και μα την αλήθεια είναι τόσο παράξενο, σε αυτές τις παλιές ιστορίες, θυμόμαστε και μνημονεύομε το όνομα εκείνου που έχει κάνει το έγκλημα και σπάνια κρατάμε το όνομα του νεκρού. Έτσι και σε τούτη την ιστορία, δεν έμεινε τίποτε από τον σκοτωμένο!

Ο μικρός κόλπος, λίγο έξω από το σημερινό λιμάνι του νησιού, ακόμη και σήμερα, που δε μας τρομάζει τίποτε στη φύση, έχει κάτι παράξενο. Με πρώτη ματιά λες πως είναι το άχαρο ερείπιο που κάποτε θα γινόταν σφαγείο. Μα είναι κάποιες παλιές ψυχές, που βολοδέρνουν με τα κύματα, εκείνες λοιπόν ψιθυρίζουν για κείνο το αποτυχημένο και αιματηρό κοντραμπάντο.