Το ξεχασμένο φάντασμα της Καρπάθου

Το ξεχασμένο φάντασμα της Καρπάθου

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Μια παράξενη σκιά, μισολένε για κάποιο φάντασμα, που τριγυρνά τα βράδια στις απόκρυμνες ακτές των Πυλών της Καρπάθου! Δεν το αντάμωσα, όσες φορές πέρασα από τον αμαξωτό δρόμο, εκεί πλάϊ στη θάλασσα, δεν το βρήκα.

Ποτέ όμως δε κατέβηκα παρακάτω, σε μια από τις παραλίες, για να ακούσω τις κραυγές και τα κλάματα του. Εκείνοι που το γνωρίζουν κρύβουν τα λόγια τους, δεν θέλουν να λένε πολλά για κείνο το ξεχασμένο τρομερό φονικό.

Ήταν χειμώνας, εκατό χρόνια πίσω. Το βλέπω μπροστά, σα νάναι τώρα, άγριος καιρός, κανείς δεν έβγαινε, κανένας δε ξεμυτούσε από τα γιατάκια του. Μοναχά ο αθεόφοβος, ο Γιώργης της Μαμής, ο γνωστός πειρατής με το παρατσούκλι Φανάρης, μαζί με τη γυναίκα του και τον συνέταιρο του, το Σφακιανό, είχαν λύσει κάβους από τη Κρήτη και κατέβαιναν μέσα στη φουρτούνα για τη Κάρπαθο.

Εκεί στις πίσω ακτές του νησιού, θα κάναν τη μοιρασιά από τη λεία τους. Ότι είχαν κονομήσει από τα κοντραμπάντα και τις αρπαγές, ήταν η ώρα να τα χωρίσουν και να περάσουν το χειμώνα αραχτοί, ξεκοκκαλίζοντας το χρήμα.

Ο Σφακιανός λένε πως ήταν σα θεριό, μια αρκούα, τόσο μεγάλος και ογκώδης,  που ακόμη και τα χτήματα (μουλάρια), όταν τύχαινε να τα καβαλικέψει, δίναν μια και κόβαν τα χαλινάρια από το φόβο τους. Που να σηκώσουν τέτοιο γομάρι, πάνω στις ταλαίπωρες πλάτες τους.

Αυτός ο κρητίκαρος με δυό πήχες στριφτό μουστάκι, έπλεκε στριφτά τσιγάρα, ενώ η θάλασσα της Καρπάθου, ερχόταν κάθε τόσο και μαστίγωνε το πρόσωπο του. Εκείνος βλαστημούσε κάτι για τη γυναίκα και τα πεθερικά του Ποσειδώνα και τον καλούσε να βγει πάνω, για να μετρηθούν με τα χέρια τους, σαν άντρες!

Ο Φανάρης  καθόταν ζούπα από τη θάλασσα, στην άλλη άκρη της πρύμνης, ξάνοιε, μια τα βουνά και μια, όλο νεύρα, χτυπούσε το χέρι του στα βρεμένα ξύλα. Παράγγελνε τη νταμιτζάνα με το μπρούσκο κρασί, και κατέβαζε μονορούφι τις ξέχυλες κούπες. Κάθε τόσο η γυναίκα του έφερνε λίγο ψωμί, δυό ψιλοελιές και λίγο ξερό τυρί,  κείνος τι μια το έριχνε το κολατσό στα ψάρια και την άλλη βουτούσε μέσα στο κρασί τα ξεροκόματα και τα κατάπινε αμάσητα. Έπειτα σκούπιζε τα μούτρα του, φούσκωνε και χασκογελούσε.

Σαν έφτασαν στο Προνί, έδεσαν στα πρώτα βράχια, έκοψε το μεγάλο σκαμπανέβασμα, αλλά και ποιός ένιωνε. Έπεσαν όλοι ξεροί για ύπνο.

Μέσα στη γλυκά του ονείρου, ο Σφακιανός ένιωσε τα δόντια του Φανάρη στο σβέρκο του. Αυτή ήταν η αδυναμία του κοντού πειρατή, να δαγκώνει, να νιώθει φρέσκο, ανθρώπινο κρέας, μέσα στα στραβά του δόντια. Ο συνέταιρος πετάχτηκε όλο νεύρο, πλύθηκε με παγωμένο, θαλασσινό νερό και κάθησε δίπλα στο μπαούλο με το χρήμα και τα κλεμμένα λάφυρα. Ήταν η ώρα που θα ξεκαθάριζαν τα μερτικά τους και δεν ήθελε να καβγαδίσει με τον μεθυσμένο  Φανάρη, που ήταν ικανός να μονομαχήσει για ψύλλου πήδημα.

Άνοιξαν και αναποδογύρισαν το μπαούλο, πέταξαν πάνω στα βρεμένα ξύλα του σκάφους όλη τη κονομησιά τους.

Η μέρα είχε γίνει πια μπλέ, ετοιμαζόταν να φύγει και να παρατήσει τους πειρατές στα σκοτεινά, ασθενικά χέρια της νύχτας.

Ένα για σένα, ένα για μένα, και παράχωνε ακόμη ένα φλουρί ο Φανάρης, και δώστου, ένα για μένα ένα για σένα…

Ο Σφακιανός γελούσε με τη καρδιά του, ήξερε το χούι του συνεταίρου του, στα σκοτεινά όλο και βουτούσε ένα χρυσό για να ισοφαρίσει την αναγκαστική χασούρα. Έπεσε σκοτάδι, τόσο που δεν ξεχώριζαν ούτε τα πρόσωπα τους και ο λύχνος που είχε ανάψει η γυναίκα του Φανάρη, έφτανε να κιτρινίσει μοναχά ότι ήταν δίπλα του, φώτιζε τη νταμιτζάνα με το κρασί και κάτι ξεροκόματα που κοκκαλιούσαν αφού τα στομάχια τους είχαν αρχίσει να κάνουν τα λικοκτονισμένα γατάκια.

Πάνω που τέλειωναν τα μετρήματα και είχε αδειάσει το σεντούκι, σε ένα από τα πολλά “αίβα λοιπό, και καλώς να σ’ έβρω” ξεγλίστρησε ένα γρόσι από το χέρι του Σφακιανού. Εκεί πια όλα άρχισαν να τρέχουν ανάποδα.

Αρπάχτηκαν στα χέρια δίχως δεύτερη κουβέντα, ο Φανάρης πιο μικρός αλλά σκέτο νευρόσπασμα, κοπανούσε με λύσσα όπου έβρισκε τον γεροδεμένο συνέταιρο του και εκείνος αμυνόταν και προσπαθούσε να τον πετάξει στη θάλασσα. Πάνε οι υπολογισμοί και τα μετρήματα, όλα έμπλεξαν με τις μπουνιές και τις κλωτσιές τους. Και εκεί ο Φανάρης άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του, να τη διατάζει,  ήθελε το μαχαίρι του!

Εκείνη όσο μπορούσε, καθυστέρησε, μα ήξερε τι θα τη περίμενε, αν δεν γινόταν η προσταγή του, του πάσαρε φοβισμένα το μαχαίρι και εκείνος δεν έχασε καιρό, το κάρφωσε αμέτρητες φορές στο κορμί του Σφακιανού. Όσο εκείνος τραβιόταν, τόσο το έμπηγε μέσα στα σπλάχνα του, και όσο έβλεπε το αίμα να ξεπετάγεται και να πέφτει πάνω στις λίρες και τα φλουριά, τόσο φέγγαν από εκδίκηση τα μάτια του. Το φονικό έγινε γνωστό σε όλη τη Κάρπαθο, γρήγορα ήρθαν αποσπάσματα από τη Κρήτη και κυνηγήγησαν μέχρι που τσάκωσαν το Φανάρη και τον έστειλαν για δίκη στην Αθήνα. Μα ο δαιμόνιος πειρατής και πάλι βρήκε τρόπο για να την κοπανήσει. Δραπεύτευσε και χάθηκε, τριγύριζε και ρίμαζε τα Κυκλαδονήσια.

Η ιστορία γίνεται μύθος και χάνεται. Μέσα στις διηγήσεις μπαίνουν ακόμη και ερωτικά ζητήματα, όπως ακούστηκε η γυναίκα του Φανάρη τα είχε φτιάξει στα κρυφά με τον Σφακιανό και η εκδίκηση του απατημένου σύζυγου ήταν ετούτος ο αναπάντεχος φόνος. Δεν απέμεινε όμως κανένας για να μας βεβαιώσει το χρονικό.

Το φάντασμα του Σφακιανού, λένε πως έρχεται τα βράδια στο Προνί και γκρινιάζει, το τρώει το αλάτι κι η μοναξιά. Ψάχνει κάποιον περαστικό να πει το πόνο του, να ξομολογηθεί τις αμαρτίες και τα πάθη του, αλλά δε στέκεται κανένας πάνω στα περίεργα βράχια των ακτών.

Ο ταξιδεμένος Απερίτης Γιώργος Νισύριος, γαμπρός στις Πυλές, λίγο περισσότερο λογικός, δίνει μια άλλη εξήγηση για τη διατήρηση του παράξενου μύθου.

Η περιοχή έχει αλυκές καθώς και μπόλικο μάραθο, είναι προτιμότερο όπως λέει με νόημα, να υπάρχει κάποιος αόριστος φόβος και να μην πηγαίνουν άνθρωποι για να τρυγίσουν το αλάτι, ούτε να κόψουν τα άγρια χόρτα. Έτσι κάποιοι επιτήδιοι, με τα παραμύθια, γέμιζαν στα γρήγορα τις αποθήκες τους!

Αν καμμιά νύχτα, ο πίσω δρόμος της Αρκάσας, σας βγάλει από το Προνί, να κρατάτε μια φωτογραφική μηχανή και ποιος μπορεί να ξέρει, αν δε τρομάξετε, ίσως σας τύχει καμμιά αναμνηστική φωτογραφία, με ένα μοναχό, δύσμοιρο κι άκληρο φάντασμα!