Οι μαύρες ώρες μιας επιδημίας που σάρωσε την Κάσο κι άγγιξε την Κάρπαθο

Οι μαύρες ώρες μιας επιδημίας που σάρωσε την Κάσο κι άγγιξε την Κάρπαθο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Από το καιρό των “λουχούω”, στο καιρό του “νεφρίτη” και από εκεί στη “χολέρα” και τη “γρίπη”, που άγγιξε την Κάρπαθο και…ρήμαξε την Κάσο!
Αυτές οι επιδημίες στα αλήθεια είναι παλιές κι αδιάφορες. Όμως πόσο είναι ξεπερασμένες;

Ένας ιδιαίτερος πατριώτης γιατρός, ο Κασιώτης πνευμονολόγος Γιάννης Αράπης, με μνήμη σκέτο ξυράφι, θυμάται τα παιδικά του με το Νι και με το Σίγμα!
Είναι η μάνα του, όπως λέει ο ίδιος, που του έλεγε με τη σειρά, εκείνες τις παλιές ιστορίες. Έτσι κι εκείνος, τις τύπωνε μέσα στο μυαλό του, και τώρα ήρθε η δική του ώρα, για να τις περάσει στους επόμενους.
Στέκεται και το ψάχνει, ερευνά ειδικότερα τα θέματα της επιστήμης του, ξεσκονά βιβλία, μιλάει με όλους τους εμπλεκόμενους, έπειτα βγάζει συμπεράσματα, και θέλει να τα μοιραστεί μαζί μας.
Κρατάει γερά την κασιώτικη προφορά, περηφανεύεται για τη καταγωγή του, και ξεδιπλώνει εκείνη τη τραγική ιστορία της επιδημίας του 1938, τότε που χάθηκαν τουλάχιστον 80 Κασιώτες, κυρίως από τα χωριά Αγία Μαρίνα, το Φρύ (που έφτασε να έχει 4 κηδείες την ημέρα) και τη Παναγιά (πέθαναν 2 αδελφές).
Στα άλλα χωριά, το Αρβανιτοχώρι και το Πόλι, δε τρύπωσε η αρρώστια, γιατί σύμφωνα με το όνειρο κάποιας ηλικιωμένης, ένας Άγιος δεν άφησε το μικρόβιο να μπει στα χωριά. Εκείνος έστεκε και φυλούσε τα περάσματα, για να μη περάσει προς τα πάνω η επιδημία!
Σύμφωνα με τα στοιχεία από τον επισιτισμό της Κάσου, του Δημάρχου Μαυρικάκη, στο 1947, το νησί είχε 1392 κατοίκους. Με βάση αυτό τον αριθμό, οι χαμένοι από την επιδημία Κασιώτες, το χειμώνα του 1938, αγγίζουν περίπου το 5% του πληθυσμού. Επίσημη αιτία θανάτου την encefalite influenzale, σύμφωνα με τα Ιταλικά αρχεία και τελευταίο θύμα της γρίπης αναφέρεται η Ανθουλιά Μαστροπαύλου, στις 4 Απριλίου 1939. Η επιδημία με την άνοιξη και την αλλαγή του καιρού εξαφανίζεται!

Ποιά όμως ήταν τα συμπτώματα της νόσου, και ποιους προτιμούσε η αρρώστια;
Νέα άτομα, και τα πιο δυνατά, ήταν τα περισσότερα θύματα, μάλιστα είχε κλείσει ακόμη και το σχολείο στο Φρύ, έπειτα από το θάνατο της οκτάχρονης Άννα Ασλανίδη.
Η αρρώστια, που δεν έκανε χατίρια, όποιον έπιανε τον ξεπάστρευε μέσα σε 2-3 ημέρες, άφηνε και κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις.
Η κλινική εικόνα των ασθενών ήταν ο πολύ υψηλός πυρετός, ο πονοκέφαλος και το ρίγος, ο έντονος πονόλαιμος και η κυάνωση. Όσο η ώρα κυλούσε, ο ιός δούλευε και η κατάσταση έπαιρνε τη κάτω βόλτα και χειροτέρευε δραματικά.
Προς το τέλος ασθενής έφτανε σε αναπνευστική ανεπάρκεια, σπασμούς, και κατέληγε από πνευμονικό ή οίδημα λάρυγγα.
Ένα παράδειγμα είναι ο Κώστας Αντώναρης. Ο άτυχος έχτιζε έναν τοίχο στη Λάκα, όταν σχόλασε στάθηκε σε μια πεζούλα και ζήτησε λίγο νερό, ένιωθε έναν απότομο και ισχυρό πονοκέφαλο. Μέχρι να πάει σπίτι είχε πέσει σε κώμα, και την επόμενη μέρα κατέληξε.

Που όμως οφείλεται, σύμφωνα με τους κατοίκους, η περίεργη επιδημία της παράξενης γρίπης;
Τέσσερις εκδοχές καταγράφει ο Γιάννης Αράπης για το κακό που βρήκε τη Κάσο, από τον Οκτώβρη του 1938 μέχρι και τον Απρίλη 1939.

Πρώτο ζήτημα η “αμαρτία”, που έγινε για πρώτη φορά στο τραπέζι του Σταυρού.

Στο πανηγύρι που στρώθηκε στις 14 Σεπτέμβρη 1938, υπήρχαν αρκετοί Κασιώτες μετανάστες, που είχαν ταξιδέψει από την Αίγυπτο για να περάσουν το καλοκαίρι στον τόπο τους. Και οι ντόπιοι για να τους ευχαριστήσουν άλλαξαν το νηστίσιμο μενού του παραδοσιακού τραπεζιού.
Ο Γιάννης Αράπης, πέρα από τα ιατρικά ζητήματα, θυμάται και τη μαντινάδα που κυκλοφόρησε για τους ταξιδιώτες που έφθασαν από την Αίγυπτο και έκαναν εντύπωση στους ντόπιους, φίλους και συγγενείς τους:

“Αμίαντο και Σαντακρού, φορούν και μπαγιαντέρα
και λέουσι το χαίρεται, αντί για καλημέρα”.

Το καθιερωμένο πιλάφι λοιπόν δεν ήταν “σαϊτιά”, αλλά έβρασε μέσα στο ζωμό από κοτόπουλα. Σφάξανε μπόλικες πούλες, για να τιμήσουν τα “καμινέτα”, έτσι αποκαλούσαν περιπαικτικά τους μετανάστες, που κουβαλούσαν ακόμη και γκαζιέρες μαζί με τις αποσκευές τους. Κάποιοι, λιγοστοί, θεώρησαν αμαρτία την αλλαγή από τη νηστεία, και την επιδημία της αρρώστιας το τραγικό αποτέλεσμα!
Μια άλλη εκδοχή χωρίς δεισιδαιμονίες, μιλούσε για την απότομη αλλαγή του καιρού, στο τέλος Σεπτεμβρίου, του ’38. Οι παλιοί θυμούνται εκείνον τον ξαφνικό παλιόκαιρο, που γέμισε χιόνι ακόμη και τις βάρκες, μέσα στο λιμάνι της Μπούκας.
Οι νοικοκυρές δεν είχαν προλάβει να βγάλουν τα χειμωνικά ρούχα, ξυπόλητοι και με κοντοπαντέλονα οι περισσότεροι πιτσιρίκοι αρρώστησαν, κρεβατώθηκαν και να τα χαΐρια τους.
Κάποιος άλλος έκανε λόγο ακόμη και για “Δάγκειο πυρετό”, τον ιό, που πιθανόν έφεραν μαζί τους οι ταξιδιώτες από την Αίγυπτο. Μιλούσαν για κάποιο κουνούπι, που θα τους είχε τσιμπήσει, πριν το ταξίδι, έτσι έφεραν και σκόρπισαν την αρρώστια πάνω στα βουνά της Κάσου.
Τελευταία εκδοχή ακούστηκε η πιθανότητα της έρημης “μαύρης ώρας”, κυρίως λόγο της αιφνίδιας έναρξης των συμπτωμάτων.
Η περίπτωση του νεαρού Γιώργη Περσελή, του “Βασιλιά” είναι χαρακτηριστική.
Ο άτυχος ασθένησε αφού πρώτα πήγε για ψάρεμα στα βράχια που παλαιότερα είχε σκοτωθεί από πτώση ο γέροντας Αρακάς, εκείνου το φάντασμα λένε πως πέταξε μια πέτρα, στη κεφαλή του Γιώργη και τον χτύπησε γερά.

– Που όμως κατέληξε ο ερευνητής μας; ο πνευμονολόγος Γ. Αράπης;

“Πρόκειται για ένα τριτογενές κύμα της φοβερής Ισπανικής γρίπης, δηλαδή H1N1, γρίπη τύπου Α που κατάφερε να τρυπώσει στο νησί”!
Όμως τα μοιρολόγια άνοιξαν τη πόρτα στο φοβερό μικρόβιο!
Το φθινόπωρο του 1938, ένας Ιταλός αξιωματικός έφτασε στη Κάσο. Έλεγαν πως ήταν κι αυτός Μαρεσάλος, όμως ήταν ένας Καπιτάνο, δηλαδή ένας λοχαγός.
Ο Αξιωματικός του πεζικού, έφτασε ήδη άρρωστος, έφερε τη γρίπη που είχε κολλήσει από το λιμάνι του Τάραντα, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία του ερευνητή Γ. Αράπη, ακριβώς την ίδια εποχή, Γάλλοι ναύτες είχαν μεταφέρει το μικρόβιο από την Βηρυτό, και το κόλλησαν σε όλο το ναύσταθμο της περιφέρεια Απούλια, της Ιταλίας.
Ο δύστυχος Καπιτάνο έβγαλε τρεις μέρες άρρωστος στην Κάσο, δεν άντεξε και τελικά κατέληξε.
Οι Κασιώτισσες τον λυπήθηκαν, δεν ήθελαν να αφήσουν άκλαυτο το ξένο παλικάρι. Πήραν το σώμα του στο Αη Γιάννη και όλη νύχτα του έλεγαν μοιρολόγια. Αυτό ήταν, η γρίπη διαδόθηκε πολύ γρήγορα, και διάλεξε να τρυπώσει στα πιο δυνατά κορμιά.
Από θεραπείες και φάρμακα, τα πράγματα ήταν φτωχά έως ανύπαρκτα.
Σύμφωνα με το έθιμο, που ακόμη και σήμερα κάποιοι το λένε μέσα από τα δόντια τους , “αν σου κάτσει Κουκουβάγια κοντά στο σπίτι του ασθενή κλάφτα Χαράλαμπε”!
Μάλλον οι ελπίδες δεν ήταν πάνω στην επιστήμη, άλλωστε τότε δεν υπήρχαν αντιβιοτικά.

Υπήρχαν μονάχα κάποια αναλγητικά, αντιπυρετικά και κάποιες θεραπείες με βιταμίνες. Τις ρετσέτες που έδινε ο φιλότιμος, γιατρός της Κοντότας (διορισμένος από τους Ιταλούς). Ο πολύπειρος Έλληνας γιατρός, Εμμ. Σταματάκης από τα Σιάνα της Ρόδου, έκανε ότι μπορούσε και τις συνταγές του εκτελούσε ο μοναδικός φαρμακοποιός του νησιού, ο Ηρακλής Πιπίνος, και οι δύο ήταν παντρεμένοι με Κασιώτισσες.

Το έλεγε η καρδιά εκείνου του γιατρού, και δεν άφησε ασθενή πάνω στη Κάσο για να μην φροντίσει. Μάλιστα όταν αρρώστησε ο Γιανουρής, και κατάφερε να ξεπέρασει την παλιοαρρώστια, είπε του γιατρού μια μαντινάδα:

“Εκούστηκε στο τόπο μας, εκούστηκε στα ξένα
καθηγητής των Αθηνών, δεν είναι σαν εσένα”!

Η αρρώστια φέρθηκε περίεργα, ταξίδεψε μέσα σε έναν Κασιώτη ασθενή ( όπως προαναφέρθηκε ήταν ο Γιώργος Περσελής) με βάρκα για Κάρπαθο, έφτασε στο Φινίκι και από εκεί, πάνω στην αναζήτηση του γιατρού, ο νέος πέθανε στα Πηγάδια.
Αναφέρονται λιγοστά κρούσματα, και δεν φαίνεται να διαδόθηκε ο ιός της γρίπης στη Κάρπαθο. Μάλιστα ο νεκρός πια ασθενής, επέστρεψε στη Κάσο, και οι συνταξιδιώτες του κόλλησαν το μικρόβιο.
Τα Καρπάθικα ονόματα, που αναφέρονται σαν θάνατοι από την επιδημία γρίπης, στην εφ. “Δωδεκ. Αυγή”, του Μιλτ. Παπαμανώλη, τον Γενάρη του 1939, ήταν:

“ο γιατρός Κ. Κοντός, η Μ. Λάμπρου, ο Ηλ. Γεργατσούλης, η Γιαν. Μαστροπαναγιώτη και στο Απέρι η Χατζή Καλή Καπετανάκη και η Σοφίλα Ηλ. Παπαγεωργίου”.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1935, η ίδια εφημερίδα, “Δωδεκανησιακή Αυγή”, κάνει λόγο για πολλά κρούσματα “τυφοειδή πυρετού”, σε όλα τα χωριά της Καρπάθου, που ευτυχώς τα περισσότερα ήταν ιάσιμα. Και σύμφωνα με τον ανώνυμο Καρπάθιο αρθρογράφο, πρόκειται για το απαρχαιωμένο και κατεστραμμένο δίκτυο υδρεύσεως, που ήταν γεμάτο από μικρόβια.

Ο μαντιναδόρος Μενετιάτης, Αριστείδης Παπουτσάκης, ήταν έφηβος μέσα στα χρόνια εκείνης της επιδημίας. Θυμάται τον “κοιλιακό τύφο”, που τον έλεγαν και “νεφρίτη”, φέρνει στο νου του μια μαντινάδα γάμου, που είπαν για τρία θύματα, που είχαν οι Μενετές:

“Τρία καλά προσώπατα λείπουνε από το σπίτι,
του Γιώργου η κόρη, η Στυλιανή, και του Κατωγυρίτη”.

Ο πνευμονολόγος Γ.Αράπης, ερευνώντας το θέμα ανατρέπει ξανά τα δεδομένα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει, δεν πρόκειται για μια επιδημία τύφου, αλλά για χολέρα!
Ένα Συμιακό καΐκι έφερε το μικρόβιο από τα παράλια της Μικράς Ασίας, που εκείνη τη περίοδο η επιδημία χολέρας ήταν σε έξαρση. Μεταδόθηκε σχεδόν αυτόματα στη Κάρπαθο, αλλά δεν αναπτύχθηκε ώστε να κάνει μεγάλο κακό.
Κι αν φαίνεται μακρινό παρελθόν αξίζει να θυμίσουμε ότι στα 1918 η Ισπανική γρίπη “έφαγε” 40.000.000 με 100.000.000 ανθρώπους, και ήταν η ουσιαστική αιτία για τη παύση του Α΄Παγκοσμίου πολέμου, αφού ακόμη και ο στρατός, ειδικ’οτερα οι αξιωματικοί είχαν αποδεκατιστεί από την πανδημία.
Για το μικρόβιο της Ισπανικής γρίπης σήμερα υπάρχουν θεραπείες, εάν όμως το γνώριμο σε όλους H1N1, τα καταφέρει και εξελιχθεί, θα ξαναθερίσει χιλιάδες από όλους εμάς.
Ας θυμηθούμε τον ‘Αγγλο οικονομολόγο Τ. Μάλθους, και τη μακάβρια θεωρία του.
Όπως έγραψε το 1798: ”Ο παγκόσμιος πληθυσμός πρέπει να μειωθεί το ταχύτερο δυνατό, όπως και η κατανάλωση στις αναπτυγμένες χώρες ώστε να αποφευχθεί ένα ντόμινο οικονομικών και περιβαλλοντικών δεινών”.
Ίσως για κάποιους θα ήταν τέλεια λύση, μια επανάληψη της παρόμοιας πανδημίας, όπως η Ισπανική γρίπη του 1918. Όμως υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια!
Ο ιός δεν χτυπά μόνο τη πόρτα των φτωχών, και αυτό είναι το άλυτο πρόβλημα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα…
Πηγές-Μαρτυρίες
Γιάννης Αράπης
Αριστείδης Παπουτσάκης
Δωδεκανησιακή Αυγή, 1935-36. Μ. Παπαμανώλης
Δημοτική βιβλιοθήκη Ρόδου, η Ισπανική γρίπη
Πνευμονολογική εταιρία