Στο τελευταίο καμίνι των Μενετών Καρπάθου

Στο τελευταίο καμίνι των Μενετών Καρπάθου

 

 

Ωτοστόπ για ένα τσιγάρο! Και για ρεγάλο μια ιστορία, από κείνες που ίσως να μη τύχει να ακούσετε ούτε στην επόμενη ζωή.

Κάρπαθος, με τα διαφορετικά χωριά σου! Αφήνουμε πίσω τις Μενετές, τραβάμε για την Αρκάσα, σε ένα τόπο όμορφο κι αυτόνομο, τόσο που αν βρεθείς δε μπορείς, μα ούτε και χρειάζεται, να του ξεφύγεις.

Κρατάμε χαμηλή ταχύτητα, χαζεύουμε την ερημιά, ενώ το ραδιόφωνο γρατζουνά μακρινούς σταθμούς από την Κρήτη. Κάπου εκεί, στα δεξιά, λίγο μετά τη στροφή από το εκκλησάκι του Άη Μάμα, στέκει μοναχός του ο Βαγγελάκης. Είναι ένας βοσκός,  μας χαμογελά, ψάχνει μέσο, αυτοκίνητο, μηχανή, τρακτεράκι ή κλούβα φορτηγό, ότι νάναι βρε αδερφέ, φτάνει να τον μεταφέρει μέχρι το επόμενο χωριό. Παίζει με τον αναπτήρα, ξέμεινε από καπνό κι ετούτη η έλλειψη δε σηκώνει αναβολές. Τρυπώνει στ΄αμάξι και αμέσως πιάνουμε την κουβέντα,

  • Τίνος είσαι εσύ; για που τραβάς;

Γνωρίζει πιο πολλά από όσα κρύβει κάτω από το αθώο χαμόγελο.

Ναι, ετούτος ο μακρινός τόπος γεννά ταλέντα, που μάθαν να παλεύουν και ταυτόχρονα να κρύβονται από τη φθορά του χρόνου. Όπως ετούτος ο βοσκός, ο Βαγγελάκης δε χρειάζεται συστάσεις, αυτό που πρέπει το γνωρίζει κι ότι είναι να σου πει θα στο πει χωρίς καθυστέρηση, άλλωστε δε θέλει και πολύ μέχρι τον κοινό προορισμό μας.

Λοιπόν ετούτος ο κτηνοτρόφος μένει με τη φαμίλια του λίγο έξω από το χωριό, από κοντά έχει και τα ζώα του, μέσα στο σπίτι μπαινοβγαίνουν μικρά κατσικάκια, που βυζαίνουν γάλα από μπιμπερό, ενώ δυο-τρια σκυλιά τρώνε μέσα από τα χέρια του.  Λίγο πίσω από το αγροτόσπιτο του Βαγγελάκη μια μεγάλη τρύπα μέσα στη γη μας ταξιδεύει πολλές δεκαετίες στο παρελθόν. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία ζωντανά καμίνια παραγωγής ξυλοκάρβουνου που έχουν απομείνει σε όλη την Κάρπαθο.

Κάποτε το νησί ήταν αυτόνομο, έτσι κι αλλιώς βρίσκετα ιπολύ μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και παρά τις προσπάθειες, τα παχιά λόγια και τις άπειρες υποσχέσεις, δε τραβήχτηκε πιο κοντά.

Σε κάθε δουλειά  η εφευρετικότητα, το μεράκι και ο αγώνας των παλιών μαστόρων δημιουργούσαν πρότυπα, που τις ακολουθούσαν και τις βελτίωναν οι επόμενες γενιές.

Μα δεν έλεγαν άδικα πως οι Καρπάθιοι έχτισαν όλο τον κόσμο, χάθηκαν οι χτιστάδες πάει κι τέχνη τους, ενώ τα χρόνια, σα τις ξεραμένες γομολάστιχες, δε σταματούν να σβήνουν τα δικά τους πέτρινα καλιμέντα.

Έτσι και τα κάρβουνα, σίγουρα βρώμικη μα κάποτε ήταν δουλειά με καλό μεροκάματο, αρκεί να στεκόσουν πάνω απ΄το καμίνι κι έπειτα από τα αξημέρωτα να τα φορτώσεις στο μουλάρι και να γυρίσεις με το ποδάρι όλο το νησί ψάχνωντας, πόρτα-πόρτα, τους αγοραστές και καμιά φορά να μην πάρεις χρήματα, μόνο να αλλάξεις, πράμα με πράμα, τα ξυλοκάρβουνα σου.

Τα κάρβουνα είχαν δυο τρόπους για να γίνουν, είτε στίβαζαν με μαεστρία τα ξύλα στην επιφάνεια της γης, έπειτα γύρω από τα μεγάλα κομμάτια τοποθετούσαν πιο μικρά, ενώ στη συνέχεια απέξω έχτιζαν με λάσπη από χώμα. Έτσι άφηναν έξω τον αέρα, έφτιαχναν τέσσερα παράθυρα, τέσσερις θυρί(δ)ες όπως λέει ο κυρ Αντώνης, ένας από τους τελευταίους δεινούς μάστορες, που έφτιαξε δεκάδες καμίνια σε όλη την κάτω Κάρπαθο.

Άλλη μονιμότερη λύση ήταν η τοποθέτηση των ξύλων μέσα στη γη, αφού πρώτα είχε χτιστεί ένας λάκος,  για την ακρίβεια ένα πηγάδι, που μέσα σε αυτό έκαιγαν τα ξύλα και έφτιαχναν τα κάρβουνα.

Όπως και στην επιφανειακή μέθοδο, έτσι και στο πηγάδι, υπήρχαν τέσσερις σωλήνες που οδηγούσαν στην επιφάνεια, από αυτούς το καμίνι έπαιρνε αέρα και δημιουργούσε την καύση.

Ο μάστορας που έφτιαχνε κάρβουνα δεν είχε ησυχία, έπρεπε να στέκει από πάνω, να παρατηρεί τις θυρίδες και μια-μια να τις σφραγίζει, στο τέλος έκλεινε και τη τρύπα στην επιφάνεια της γης, μέχρι που το καμίνι “πλάνταζε” και 2-3 μέρες αργότερα τα κάρβουνα ήταν έτοιμα.

Κύριο χαρακτηριστικό στην δημιουργία των ξυλοκάρβουνων είναι η «ατελή καύση ξύλου», δηλαδή δεν καίμε το ξύλο, αλλά περιορίζοντας την ποσότητα του αέρα ελέγχουμε ουσιαστικά την διαδικασία της καύσης.

“Ήθελες 7 ιταλικά φράγκα για να αγοράσεις ένα τσουβάλι, δηλαδή 44 οκάδες κάρβουνο ”,  θα μας θυμίσει ο Αναστάσης Αγγέλου, που είχε φουρνίσει αμέτρητα ξύλα.

Το πάλεμα ξεκινούσε από το κόψιμο των δέντρων, από παιδί ο Αναστάσης έτρεχε  στο δάσος της Πατέλας, μετά το κουβάλημα και την απαραίτητη πολύμηνη αναμονή, ώστε να ξεραθούν τα ξύλα, γινόταν η προετοιμασία κι έτσι φτάναμε στο στοίβαγμα και τη φωτιά στο καμίνι.

Πολλές φορές η προσπάθεια πήγαινε στράφι, συνήθως από απροσεξία, η φωτιά έκαιγε λίγο παραπάνωτα ξύλα, τα κάρβουνα χώνευαν κι έτσι χανόταν το μεροκάματο.

Ο Βαγγελάκης, ο βοσκός, θυμάται και αναπολεί περασμένες εποχές, τότε δεν υπήρχε άσπαρτη άκρη, τα αγροτικά προιόντα, όλο το φαί του νησιού, ήταν γέννημα της καρπάθικης γης.  Τότε λοιπόν πολλές παρέες πάλευαν με τη μουτζούρα, έστεκαν μερόνυχτα και έφτιαχναν τα ξυλοκάρβουνα που είχαν ανάγκη.

Η ελπίδα για καλύτερη ζωή τράβηξε ολάκερες γενιές στα ξένα, η γη έμεινε μοναχή κι αφρόντιστη, όσο για τα δέντρα, όσα δεν κάηκαν, ή δεν κόπηκαν από ανθρώπινα χέρια, έμαθαν να στέκουν σιωπηλά, σα τα μικρά φαντάσματα και να λυπούνται για ετούτη τη κατάντια.

Με το βοσκό, τον Βαγγελάκη, φτάσαμε στην πλατεία της Αρκάσας, κατέβηκε για πάρει καπνό και πάνω στον χαιρετισμό υπενθύμισε να μην ξεχνάμε την ιστορία του τόπου, μας παρακάλεσε να κρατάμε αναμμένη τη φωτιά στα ξυλοκάρβουνα του μυαλού μας, αν σβήσουν κι αυτά τίποτε δε θα πομείνει για τους επόμενους που έρχονται με φόρα.

dimellasm@hotmail.com