Ο ζωγράφος-ποιητής Βάσος Χανιώτης

Ο ζωγράφος-ποιητής Βάσος Χανιώτης

 

Ο πολυσχιδής Καρπάθιος ζωγράφος και λογοτέχνης, Βάσος Χανιώτης είναι από τις πιο σπάνιες περιπτώσεις ξεχωριστών δημιουργών που ακόμη και σήμερα, τριάντα χρόνια από τον θάνατο του, συνεχίζει να τιμά την Κάρπαθο μέσα από την ανεξίτηλη δημιουργία του.

Γεννημένος το 1902 στο Όθος της Καρπάθου, είχε πατέρα τον  Γιάννη Χανιώτη και μάνα την λεπτή και καλομαθημένη Μαριγώ.

Μοναχογιός, κανακάρης με μπόλικες περιουσίες, μόλις ολοκλήρωσε το γυμνάσιο Καρπάθου, η μάνα του, μαθημένη με τρόπους από το χωριό Όθος, που έχει εμπορικά αλισβερίσια με Κρήτη και Σμύρνη, και είχε έναν περίεργο κοσμοπολιτισμό, πήρε το γιό της και αναχώρησαν για τον Πειραιά, ο σύζυγος της και πατέρας του Βάσου, δούλευε από χρόνια σαν εργολάβος οικοδομών στην πρωτεύουσα και η μάνα έκανε όνειρα, να δεί τον μονάκριβο κανακάρη της γιατρό.

Γράφτηκε και εκείνος στην Ιατρική Αθηνών, για να μην χαλάσει το χατήρι στους έρημους γονείς. Από την πρώτη χρονιά φάνηκε ο ευαίσθητος χαρακτήρας του. Στα πρώτα μαθήματα μέσα στα χειρουργεία, αντικρίζοντας ανοιχτά κορμιά και αίμα, λιποθύμησε, δάσκαλοι και συμμαθητές, μπροστά στην λιποψυχία, συμβούλεψαν το Βάσο, έπρεπε να αλλάξει κατεύθυνση και να τραβήξει εκεί που η καρδιά προστάζει. Έτσι γυρνά στα καλλιτεχνικά, εκείνα που  τραβούσαν από το χέρι, όλα τα παιδικά του χρόνια. Η φαντασία του και οι κοντυλοφόροι δεν άφηναν το μυαλό του σε ησυχία.

Από τον Πειραϊκό Σύνδεσμο και τις θεατρικές σπουδές, ανεβαίνει  στην Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας, αλλά και στην ξεχωριστή, μεγάλη του αγάπη, που είναι το σχέδιο και η ζωγραφική. Παράλληλα μπλέκεται σε όλους τους κύκλους των Δωδεκανησίων πατριωτών που φωνάζουν για απελευθέρωση.

Ο μετανάστης Βασίλης ή Βάσος Χανιώτης, στην δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα, ξεκινά τα βήματα του, από τη μια μέσα από βιβλία και γράμματα και από την άλλη μέσα από αγώνες, για τα δώδεκα σκλαβωμένα νησιά. Πρώτο βάπτισμα δημοσιογραφικού πυρός, το ξεχωριστό πανδωδεκανησιακό φύλο του Μιλτιάδη Παπαμανώλη  “Αυγή της Καρπάθου”.

Μπαινοβγαίνει στο καφενείο του Παπαμανώλη στου Ψυρρή, στην “Ωραία Πεντέλη”, δημοσιεύει τα πρώτα  άρθρα του στην “Αυγή της Καρπάθου” και γνωρίζεται πιάνει φιλίες, δένεται με παθιασμένους για λευτεριά, Δωδεκανήσιους.

Ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που διακρίνουν το χάρισμα του, είναι ο διευθυντής του πειραϊκού συνδέσμου, Ιωσήφ Παπαδόπουλος-Γκρέκας, με την έκδοση του περιοδικού “Μουσικά Χρονικά”, όχι μόνο προσλαμβάνει το Χανιώτη, σαν αρθρογράφο, αλλά αναλαμβάνει και την δημοσίευση των δύο πρώτων βιβλίων του.

διαβάζει τους ξενόγλωσσους λόγιους, τον κάνει να μάθει Αγγλικά και Γαλλικά και να ξεκινήσει την αρθρογραφία, αλλά και την ενεργή συμμετοχή, στις δράσεις κατά των κατακτητών.

Στις 15 Απριλίου του 1936, βάζει την όγδοη και τελευταία υπογραφή για την ίδρυση “Εταιρίας Δωδεκανησιακών Μελετών”.

Μαζεμένοι στο σπίτι του οφθαλμίατρου Νικολάου Μαυρή, εκτός από τον ίδιον  είναι οι:

Μιχάλης Μιχαηλίδης Νουάρος, Μανώλης Πρωτοψάλτης, Βάσος Βαρίκας, Ανδρέας Παπανδρέου, Αναστάσιος Φράγκος, Γιώργος Γεωργιάδης και ο Βάσος Χανιώτης.

Ενώ με την πένα και το πινέλο, γράφει και σχεδιάζει μια ψυχή που καθρεφτίζει το τόπο του, η παρουσία του στην παροικία δείχνει και είναι μετρημένη και σιωπηλή. Ένα χρόνο μετά, στο 1937, στην γιορτή του Πανκαρπαθιακού συλλόγου είναι εκεί , όπως και ο φίλος του, ο γλεντζές και ανοιχτόκαρδος Αναστάσιος Φράγκος, παρακολουθεί και χαίρεται, όμως ούτε αυτή τη φορά παίρνει μπροστινή θέση στο Καρπάθικο γλέντι.

Το εξαιρετικό σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο αλλά και η γλαφυρή, ιδιαίτερη πένα του, τον οδηγούν από την αρχή του 1939, βασικό αρθρογράφο, κυρίως σχεδιαστή, στο δημοφιλή περιοδικό, του Γιάννη Πανάγου, “Εργόχειρο”.

Μέσα στα άρθρα του ξεδιπλώνει όλο το εύρος του δημιουργικού χαρακτήρα του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να αποτυπώνει μικρές, ξεχωριστές λεπτομέρειες, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κάρπαθο.  Οι ευκαιρίες προκύπτουν αναπάντεχα και καθημερινά, την μια τα ντόπια σχέδια, στα κεντήματα και τα υφαντά, την άλλη η παράδοση και ο ξεχωριστός πολιτισμός, γίνονται οι αφορμές,  για μικρά και μεγάλα θέματα, στην ύλη του περιοδικού.

Τα επόμενα χρόνια ξεσπά ο πόλεμος και το σταθερό, καλλιτεχνικό του χέρι γίνεται η αιτία επιβίωσης μέσα στα δύσκολα, κατοχικά χρόνια. Δουλεύει επιταγμένος, αντιγράφοντας χάρτες, για τους κατακτητές Γερμανούς.

Το αρχοντικό διώροφο σπίτι, στην βορινή πλευρά της Καστέλας, στην τοποθεσία  “Γάλλου το μνήμα”, απέναντι από τα Καμίνια, ακριβώς πάνω από το πρώην Γαλλικό νεκροταφείο, είναι μεγάλο, νοικιάζεται το υπόγειο και ο πρώτος όροφος, έτσι υπάρχει έναν μικρό, ελάχιστο εισόδημα, για την επιβίωση της Μαριγώς και του Βάσου.

Τα χρόνια περνούν, ο μοναχογιός τα έχει όλα βρεμένα, από την μάνα, όλο και κλείνεται στα βιβλία, τα σχέδια και τα γραπτά του.

Ακολουθεί η πιο γεμάτη και μεστή εποχή, επαγγελματικής δράσης. Κάπου εκεί φαίνεται να ξεκινά και τη βασική του απασχόληση, στην εφημερίδα “Έθνος”, από όπου παρέμεινε και συνταξιοδοτήθηκε.

Προς το τέλος τις δεκαετίας του 1940, αποφασίζει να ασχοληθεί με ένα από τα σπουδαιότερα έργα του. Την μετάφραση και απόδοση στα ελληνικά των σονέτων του Σαίξπηρ. Δουλειά επίπονη και δύσκολη, μέχρι τότε κανείς δεν έχει αγγίξει την ποίηση του Άγγλου δημιουργού, είναι μεγάλος ο φόβος για την μετάφραση, την απόδοση, και το ταίριασμα των λέξεων του παγκόσμιας φήμης δημιουργού. Ωστόσο το ταξίδι του, αληθινό ή φανταστικό, ήταν πάντα ένα και μοναδικό, από το λιμάνι του Πειραιά για την Κάρπαθο.

Σταθερός και αμετακίνητος, δεν έφυγε ποτέ από τη Ελλάδα, όμως φρόντισε να μάθει στον καλύτερο δυνατό βαθμό, Αγγλικά και Γαλλικά, όχι μόνο για να αποδίδει τη ξενόγλωσση αρθρογραφία, αλλά για μπορεί να ξεναγεί, να προβάλει τον αγαπημένο του τόπο, σε εκείνους τους ταξιδιώτες που ήθελαν να μυηθούν στη μαγεία της Καρπάθου, αλλά η γλώσσα έβαζε εμπόδια, στην καθαρή βιωματική εμπειρία.

Έπειτα από μια χρονοβόρα προσπάθεια, το φθινόπωρο του 1950 καταφέρνει μέσα από ατελείωτους κόπους, να εκδώσει σε βιβλίο τα Σονέτα του Σαίξπηρ και φαίνεται αυτό να τον ικανοποιεί, να τον  κάνει λίγο πιο σίγουρο για τον εαυτό του.

Μάλιστα συνοδεύει και αυτή την έκδοση με δικά του ζωγραφικά σχέδια, φτιάχνει και την προσωπογραφία του “ημίθεου ποιητή”, όπως ο ίδιος, o αποκαλεί τον Σαίξπηρ.

Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, 1951, ο Βάσος και η μητέρα του Μαριγώ θα ξανακατατεβούν στην Κάρπαθο. Θα ανοίξουν το σπίτι τους στο Όθος, έπειτα από 18 χρόνια απουσίας.

Προηγούμενη φορά που βρέθηκε στο νησί, ήταν το 1935, τότε ήταν ένας νεαρός δημοσιογράφος, που τριγυρνούσε κατέγραφε και ζωγράφιζε όλα εκείνα που προκαλούσαν τη φαντασία του.

Ήταν εκείνο το καλοκαίρι του 1935, που πήρε τη συνέντευξη από τον εργολάβο Μανώλη Θεοχαρίδη, με αφορμή τον ανεμόμυλο που ο ίδιος είχε κατασκευάσει, εκεί, μέσα στο μύλο, είχε προκαλέσει με ένα χωρατό, να γεννήσει μια κόρη, η Ευδοξία, για να κάνει κι αυτός την τύχη του.

Όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φορά, ξεχνάμε τι ευχόμαστε και τι σαν να χρεωνόμαστε, να υπογράφουμε συμβόλαιο με τον χρόνο μέσα από τις μικρές λεξούλες που μοιάζουν με αστεία.

Στο γήπεδο του Απερίου, ο Βάσος Χανιώτης συναντά μια ολοζώντανη, Καρπαθιά κουκλίτσα. Μια κόρη αμυγδαλομάτα τον ξεμυαλίζει, μόνο με την αύρα της και το περπάτημα της.

Εντυπωσιάζεται από την κορμοστασιά της, η Φραγγούλα είναι λυγερόκορμη και πανέμορφη, βάζει κάτω όλα τα φωτομοντέλα που νταραβερίζεται στις εφημερίδες που εργάζεται.

Από την άλλη, υπάρχει και η καθημερινή πίεση από την μάνα του, που καταντάει σχεδόν αφόρητη, παντρέψου πια παιδί μου, διάλεξε μια κόρη Καρπαθιά, προκομμένη από καλό σπίτι και προχώρησε στη ζωή σου. Μπαινοβγαίνουν προξενήτρες μέσα στο μεγάλο σπίτι και κρυφοσυζητούν για την περίπτωση του Βάσου.

Προκρίνεται και φαίνεται να ψευτογίνεται, ερήμην του Βάσου προξενειό με κάποια Χρυσούλα. Απίθανο έθιμο, ούτε εκείνη, αλλά ούτε και ο Βάσος, φαίνεται να γνωρίζει κάτι, οι γονείς του κοριτσιού και η μητέρα του Βάσου φτιάχνουν το πάζλ της ιστορίας, μοιράζουν περιουσίες και δίνουν ονόματα στα μελλοντικά παιδιά.

Ο Βάσος όμως έχει άλλα σχέδια, η εικόνα της Φραγγούλας, έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό του, κυρίως η λυγερή κορμοστασιά της. Η ξαδέρφη του πήρε το γράμμα στον πατέρα της, που στο μεταξύ είχε φορεσεί τα ράσα, άλλαξε όνομα έγινε παπά-Ευσέβιος και ήταν ο εφημέριος στην Αρκάσα.

Ο Βάσος ήταν αποφασισμένος, αρνήθηκε το σχεδόν ψημένο προξενιό, αλλά είχε διαλέξει, ζήτησε την Φραγκούλα από τον πατέρα της. Η ιστορία γράφεται πάνω σε ένα μικρό ψέμα, το ζευγάρι δεν έχει αλλάξει μιλιά μεταξύ του, και οι ενδιάμεσοι τους αλλάζουν δέκα χρόνια από τις ηλικίες των ενδιαφερομένων. Ο Βάσος κατέβηκε, έγινε στα λόγια 38, ενώ η μικρή Φραγγούλα ανέβηκε μια δεκαετία και έγινε 28. Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο, ήταν τέλος φθινοπώρου του 1953, όταν το κορίτσι πήρε το πλοίο και ανέβηκε στον Πειραιά φορτωμένη με τα προικιά της, αλλά και με ατέλειωτα όνειρα.
Στην Καστέλλα στο μεγάλο πέτρινο σπίτι, έπρεπε να πάρουν αποφάσεις, η διαφορά ηλικίας δεν ήταν είκοσι, αλλά τριάντα χρόνια.

Ο μετρημένος και σεμνός Βάσος ένιωθε πως ήδη είχε εκθέσει ανεπανόρθωτα το κύρος της Φραγγούλας, φυσικά εξακολουθούσε να του αρέσει και να ξεμυαλίζεται για εκείνη.

Παντρεύτηκαν στη Μυρτυριώτισσα, την εκκλησία της Παναγίας, στο Νέο Φάληρο, εκεί ήταν όλοι οι φίλοι και συνάδελφοι του Βάσου από το δημοσιογραφικό χώρο.

Ο φωτογράφος Αναστάσης Σκανάτοβιτς, συνάδελφος του Βάσου  στις κοσμικές στήλες, εντυπωσιάστηκε από τη φωτογένεια και τον αέρα της νύφης, τόσο που φαίνεται να την παινεύει και να λέει στο γαμπρό πως ούτε τα φωτομοντέλα δεν έχουν τέτοια χάρη.

Λεπτός και αριστοκράτης, δεν προτείνει, ούτε και προκρίνει νυφικά με  και τούλια, η Φραγγούλα θα φορέσει ένα ροζ ταγιέρ, μέχρι τα γόνατα, αφήνοντας τον γαμπρό Βάσο να καμαρώνει τα πόδια της.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια δύο πανέμορφες, κούκλες κόρες θα συμπληρώσουν την ομάδα της οικογένειας Χανιώτη.

Το Βάσο Χανιώτη συναντάμε τόσο στην εκκίνηση της εφημερίδας “Καρπαθιακή” μαζί με τον Γεώργιο Γεωργίου και τον Αναστάσιο Φράγκο. Επίσης συμμετέχει ενεργά, μέσα σε μια μεγαλύτερη ομάδα καρπαθίων, στις αρχές του 1960, όταν ξεκινά η εφημερίδα “Καρπαθιακή ηχώ”. Σε αυτήν είναι για τους πρώτους εννέα μήνες ο επιμελητής σύνταξης και δημοσιεύει περί τα 12 μεγάλα, πρωτότυπα άρθρα, όλα με θέμα την Κάρπαθο.

Η ζωή ακολουθεί μια σταθερή ρότα πάνω στην καμπύλη του χρόνου, οι χειμώνες περνούν βιαστικοί, στο πέτρινο σπίτι της Καστέλας, ενώ κάθε καλοκαίρι, ταξιδεύουν όλοι μαζί, για την Κάρπαθο, τώρα πια ο Χανιώτης αλλάζει χωριό, ακολουθεί τη γυναίκα του στην Αρκάσα, κατεβαίνει από τα ψηλά και το Όθος  στα παράλια.

Η οικογένεια τον έχει μαλακώσει, κλειστός και επικοινωνιακά δύσκολος χαρακτήρας. Πάντοτε φειδωλός, μοιράζει λίγες σκέψεις, αλλά δεν κάνει το ίδιο με τα γραπτά και τα σχέδια του.

Τρέχει με το καλάμι του για ψάρεμα, είναι παθιασμένος ψαράς, όχι για την πιθανή ψαριά, μα για την γαλήνη, τη σιωπή και την δικαιολογημένη απομόνωση της θάλασσας.

Έρχονται πρωϊνά που τρέχει με ένα μικρό ψαράκι, ακόμη ολοζώντανο, το φέρνει μπροστά του και το κάνει αιώνιο μέσα από το σχέδιο και την ζωγραφιά του. Λάτρευε τους Σκάρους, κάτι με την λεβεντιά, κάτι με την τσαχπινιά τους, ήταν το ψάρι που τον ταξίδευε βαθιά μέσα στη θάλασσα. Δεν λησμονεί, ούτε αποφεύγει τα Καρπάθικα γλέντια, όμως είναι τέτοια η συστολή και η σεμνότητα ποτέ δεν χορεύει και το σπουδαιότερο, ποτέ δεν τραγουδά, γράφει μαντινάδες σε χαρτί και το πασάρει στην γυναίκα του, εκείνη δεν αργεί, πιάνει το τραγούδι και φαίνεται να μαγεύει όλο τον κόσμο με τη γλυκιά φωνή της.

Ο Βάσος Χανιώτης έφυγε τον χειμώνα του 1985, αφήνει μια σπάνια κληρονομιά έργων που ακόμη και σήμερα δεν έχει μελετηθεί, παραμένει θαμμένη και άγνωστη.

Καρπάθιος, Δωδεκανήσιος, με όλη τη σημασία της λέξης, κάθε που διαβάζεται σαν να μυρίζεις αλάτι, ιώδιο, σαν να ξεπηδούν από τις εικόνες που ζωγραφίζει ή τις λέξεις, όλα τα καλά κρυμένα μυστικά, της λατρεμένης Καρπάθου, μα ένα από κείνα είναι και ο ίδιος, ο Βάσος Χανιώτης.

Ο Μενεδιάτης λαογράφος, Μηνάς Άλ. Αλεξιάδης, γνώρισε καλά τον ποιητή και τον περιγράφει ως έναν από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της δωδεκανησιακής ποίησης και λογοτεχνίας.

Για κλείσιμο, τι άλλο από τον επίλογο ενός ποιήματος του Χανίωτη.

Από το περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 80, δημοσίευσε το ποίημα “Δειλινό”, ο τελευταίος στίχος του, γίνεται η αρχή, για να ξανα-ανακαλύψουμε τον Καρπάθιο ποιητή Βάσο Χανιώτη.

“…Με την αγάπη μου άνοιγε το ρόδο της καρδιάς σου

μύρο και χρώμα νάμουνα και πάνω μια σταγόνα

για να κρατήσω αιώνια, το φως της ομορφιάς σου

ενάντια στο φθινόπωρο και τον σκληρό χειμώνα”.