Θαλασσινοί ορόσημα της Καρπάθου, οι Λάμπροι

Θαλασσινοί ορόσημα της Καρπάθου, οι Λάμπροι

Αν ακούγατε πως ολόκληρες γενιές ανθρώπων είχαν αφετηρία μια απελπισμένη βουτιά στη θάλασσα, άραγε θα το πιστεύατε;

Η μοίρα υφαίνει περίτεχνα τον ιστό της, ενώ εμείς στέκουμε σχεδόν ανήμποροι στην άκρη του χρόνου.
Λιγοστές στιγμές κρατάμε και μεταφέρουμε ιστορικές αναμνήσεις, τις περισσότερες φορές στρέφουμε το βλέμμα προς το μέλλον, μα έτσι είμαστε πλασμένοι, να προχωράμε μπροστά! Με ρότα το άγνωστο και διαρκώς να διαγράφουμε το παρελθόν.

Θα σας μιλήσω για τους Λάμπρους, μια από τις παλαιότερες ναυτικές φαμίλιες της σύγχρονης Καρπάθου, μια ιστορία που κρατά παραπάνω από 200 χρόνια και συνεχίζει να παλεύει την αλμύρα.

Όμως επιτρέψτε μου να αγγίξουμε την ιστορία όπως της αξίζει, να τη δούμε με συναίσθημα, βιωματικά, να πλανηθούμε στις πιο κρυφές στιγμές της, ίσως έτσι διδαχτούμε κάτι και το μεταφέρουμε στο σύγχρονο ζωντανό κόσμο μας.

Όλα ξεκινούν από τη θάλασσα, είναι η μάνα των ανθρώπων του Αιγαίου, αυτή τους φρόντισε, τους τάϊσε, άνοιξε δρόμους και ένωσε τα νησιά με την υπόλοιπη γη. Και εκείνοι που τόλμησαν να την πιστέψουν, να την αγαπήσουν και να της παρα-δωθούν, κέρδισαν κάτι από την απεραντοσύνη της. Άλλοτε περπάτησαν στη νηνεμία και τη γαλήνη της, όμως κάποιες άλλες, μαύρες ώρες, χάθηκαν μέσα στην αγριάδα και την αντάρα της.

Λιγοστές είναι οι πληροφορίες για τους πρώτους Λάμπρους, τον Γιάννη και τον Ηλία. Περισσότερες οι φήμες παρά οι μνήμες, μας οδηγούν στο ξεκλείδωμα της ιστορίας τους.

  • από που ήρθαν;
  • γιατί άραγε διάλεξαν την Κάρπαθο;

Εμείς κρατήσαμε ότι πρόκειται για δυο αδέλφια, σίγουρα ο Γιάννης ήταν καπετάνιος και πιο ισχυρή εκδοχή φαίνεται η θεωρία που αναπτύσσει ο γνωστός για το μνημονικό του Κασιώτης Γιάννης Νικολάου, σύμφωνα με αυτόν:

Οι Λάμπρηδες έφτασαν στο νησί από την Άνδρο μετά τα ορλωφικά, ο Γιάννης ήταν εμποροπλοίαρχος και μάλιστα είχε 7 καράβια, παντρεύτηκε στο Απέρι, τότε πρωτεύουσα της Καρπάθου. Όμως η πρώτη γυναίκα του δεν είχε τύχη και έσβησε νωρίς, χάθηκε μαζί με το πρώτο τους παιδί πάνω στη γέννα.

Ο Γιάννης Λάμπρος ταξίδευε και έμαθε τα θλιβερά μαντάτα στην επιστροφή, περίμενε μωρουδιακά κλάματα, χαρές και γέλια, απότομα ο κόσμος του καπετάν Γιάννη βάφτηκε στα μαύρα.

Το ιστιοφόρο του έστριψε το Βρόντη κι εκείνος έτρεξε στην πλώρη και περίμενε να ακούσει 21 τουφεκιές. Αυτό ήταν το σινιάλο! Τόσες είχαν υποσχεθεί φίλοι και συγγενείς, αν η γυναίκα του γεννούσε αρσενικό παιδί!

Όμως όσο πλησίαζαν προς τη στεριά δεν άκουγαν κανένα ήχο, ούτε έβλεπαν κίνηση στο μικρό λιμάνι. Ο καπετάνιος μπήκε αλαφιασμένος σε μια μικρή βάρκα και στη στεριά έμαθε για το ανείπωτο μαντάτο, για τη δυστυχία που τον πλάκωσε.

Γυναίκα και παιδί είχαν σβήσει πάνω στη γέννα.
Ο ναυτικός έμεινε μονάχος, όχι για πολύ, η μοίρα ύφαινε άλλα σχέδια και θα του έχτιζε μια μεγάλη θαλασσινή φαμίλια.

Μια από της σημαντικότερες ημερομηνίες στην ιστορία μας είναι 20 Μαΐου με 7 Ιουνίου 1824, δηλαδή οι μέρες του ολοκαυτώματος της Κάσου!

Βέβαια θα αναρωτιέστε πως μπλέκουν οι Λάμπροι με το ολοκαύτωμα της Κάσου κι όμως μέσα από της σκληρότερες τραγωδίες ξεπηδά το πάθος για την επιβίωση.

Στην Κάσο οι σφαγιασμένοι έφτασαν τις 2.000, άγνωστος αριθμός ανθρώπων κλείστηκαν στα αμπάρια των πλοίων που πολιόρκησαν το νησί και μοσχοπουλήθηκαν σκλάβοι στη μπαρμπαριά.

Δεν υπήρξε έλεος από τους αιμοδιψείς εισβολείς που αλαλάζοντας έσφαζαν χωρίς διάκριση τους Κασιώτες, βεβήλωναν εκκλησιές, βίαζαν γυναίκες, λεηλατούσαν και παρέδιδαν στη φωτιά ακόμη και τις πέτρες του νησιού.

Μέσα στο χαμό τρια κορίτσια, ίσα που πατούσαν στην εφηβεία, έτρεξαν προς τη θάλασσα, τα βλέφαρα τους πίεζαν κι έκλειναν τα μάτια τους, τα δόντια έσφιγγαν και σφάλιζαν, σχεδόν μάτωναν το στόμα. Δεν υπήρχαν λέξεις, κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τις κραυγές τους, δε μπορεί να φανταστεί εκείνες τις εικόνες.
Πίσω τους ο ανθρώπινος πόνος ξέσκιζε τον αέρα, ενώ μια στυφή μυρωδιά έζεχνε καμμένες σάρκες, όλο το νησί μύριζε φόβο και θάνατο.

Τα κορίτσια βούτηξαν στο νερό, γνώριζαν ότι η Κάρπαθος ήταν κοντά, άραγε θα άντεχαν να κολυμπήσουν μέχρι εκεί;

Το πρώτο δεν άντεξε και πνίγηκε, το δεύτερο έπεσε τα χέρια πειρατών και χάθηκε στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Τελευταία ήταν η Σοφίλα Μπατή, είχε καταγωγή από το χωριό Πόλη, μητέρα της ήταν η Βαγγέλικα, η κόρη του εφοπλιστή Καπότα.

Το κορίτσι γνώριζε την Κάρπαθο, ένας αδελφός της μητέρας της είχε παντρευτεί στο Απέρι και σίγουρα το είχε επισκεφθεί.

Ο γερο-Καπότας, δηλαδή ο παππούς της Σοφίλας, ήταν σπουδαίος κασιώτης καραβοκύρης, είχε δυο γιούς στη Ροβέρτειο σχολή, ενώ ο τρίτος του γιος ήταν εμποροπλοίαρχος στο καράβι του Κομνηνού “ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΟΙ”.

Μπροστά στα μάτια της Σοφίλας έσφαξαν τον πατέρα της, τα αδέλφια της χάθηκαν κι εκείνη βρέθηκε να κολυμπά, να παλεύει για να φτάσει σε μια άκρη από τη στεριά της Καρπάθου.

Το κορίτσι είχε ένα μυστικό, μέσα στην αγκαλιά της ήταν δεμένο ένα εικόνισμα της Παναγίας κι Κείνη, όπως φαίνεται, έκανε το θαύμα της.

Η Σοφίλα σώθηκε, κατάφερε να ανεβεί στα βράχια, μαζί με άλλους πρόσφυγες έκανε νέα πατρίδα την Κάρπαθο. Μα και εδώ η τύχη ήταν με το μέρος της!

Ήταν περίπου 10-12 χρονών και ο ηγούμενος του Μοναστηριού στις Βάτσες, ο Χατζής, την ξεχώρισε και αποφάσισε να τη σώσει, έπρεπε όμως να κάνει μια μικρή “παρατυπία”! Το μοναστήρι είχε μόνο άντρες, έτσι κούρεψε και έντυσε σαν αγόρι τη μικρή Σοφίλα και τη φρόντισε όσο καλύτερα μπορούσε.

Όσο περνούσαν οι μήνες ο ηγούμενος γνώρισε τον διαμαντένιο χαρακτήρα της Σοφίλας και ήταν εκείνος που πρότεινε στον καπετάν Γιάννη Λάμπρο, πρόσφατα είχε χάσει τη γυναίκα του, να την παντρευτεί.

Η θάλασσα λοιπόν έφερε στον καπετάνιο το πιο μεγάλο δώρο.

Ο καπετάν Γιάννης και Σοφίλα ευτύχησαν να κάμουν 10 παιδιά! Μάλιστα λίγα χρόνια αργότερα έφτασαν στην Κάρπαθο τα αδέλφια Μπατή, αναζήτησαν τη Σοφίλα και τότε έμαθαν ότι είχε ήδη στεφανωθεί με τον καπετάν Γιάννη και ξεχώριζε πάνω στο νησί.

Να θυμηθούμε και μια μαντινάδα που έλεγαν για τη Σοφίλα:

Ω, του Καπότα εγγονή, με τα πολλά χωράφια,
που έχεις γεμένα και λυτά 42 κομμάτια!

Η σύζυγος του καπετάν Γιάννη δεν κληρονόμησε κασιώτικες περιουσίες, τα πήραν τα άλλα αδέλφια, γιατί όπως έλεγε ο καπετάνιος δεν είχε ανάγκη από στεριές.

Από τον καπετάν Γιάννη και τη Σοφίλα Μπατή ξεκινά η ιστορία μια μακριάς ναυτικής φαμίλιας.

Στο νησί λένε ότι στο αίμα των απογόνων του Γιάννη Λάμπρου τρέχει θάλασσα κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον ναυτικό πατέρα. Το δέσιμο με το υγρό στοιχείο έρχεται από την Κασιώτισσα μάνα, τη Σοφίλα, που έχει πάρει το αλμυρό βάφτισμα βαθιά μέσα στα σπλάχνα της!
Το ζευγάρι έκαμε 10 παιδιά.

Πέντε κόρες:
η Μαρούκλα, η Φωτεινή (παντρεύτηκε τον Δασκαλάκη που ήταν βοσκός) και η Σεβαστούλα (παντρεύτηκε το δικαστή Χατζηπαναγιώτη).

Και πέντε γιούς, που με τη σειρά ήταν οι:
Γιώργης, Νικόλας, Μανώλης, Νέστορας, και το στερνοπούλι ο θαλασσόλυκος Κωνσταντής ή Κωσταντάκης γιατί ήταν μικρόσωμος. Από αυτούς σχεδόν όλοι έγιναν ναυτικοί.

Ο Νέστορας Λάμπρος παντρεύτηκε τη Μαριγώ του Ποταμιάνου, εκείνη τότε ήταν 13 χρονών, έκαναν μια κόρη, τη Ζαμπία, όμως εφτά χρόνια αργότερα ο καπετάν Νέστορας χάθηκε σε ένα ναυάγιο γύρω από τη Κάρπαθο.
Τότε, όπως θυμούνται οι παλιοί, ένα ιστιοφόρο του πατέρα του, του Γιάννη Λάμπρου, βάφτηκε στα μαύρα, έγινε σκέτο κατράμι!

Η κανακαρά του Νέστορα, η Ζαμπία, παντρεύτηκε τον Μενετιάτη Χατζηγεωργίου και μαζί έκαναν τρεις κόρες και δυο γιους. Ένας από αυτούς έγινε ναυτικός, μηχανικός, που όμως χάθηκε κάπου ανάμεσα στην Κρήτη και την Κάρπαθο, ακριβώς στα ίδια μέρη με τον παππού του.

Ένας άλλος γιος του καπετάν Γιάννη, ο Νικόλας, παντρεύτηκε στο Όθος τη Ζώη και μαζί έκαναν πέντε αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Τους Γιάννη, Μηνά, Γιώργο, Μιχαλάκη, Μανώλη και την Καλλιόπη (έπειτα Λαγωνικού), τη Σοφία (Διακίδη), Ειρήνη (Ζερβού), Μαριγώ (Μαλαξού).

Οι Μηνάς (1891-1970), Γιάννης, και Μανώλης (γιοί του Νικόλα Λάμπρου) κληρονόμησαν δυο μικρά καϊκια (60-80 τόνων), το ένα έσπασε σε μια άγρια θαλασσοταραχή στο Τρίστομο, ενώ το δεύτερο που λεγόταν “Ζωή”, πουλήθηκε και τα αδέλφια έχτισαν ένα όμορφο και μεγάλο σκαρί 220 τόνων.

Ο Μανώλης Λάμπρος, γιός του καπετάν Γιάννη, έφυγε μετανάστης στην Αμερική, εκεί εργάστηκε για λίγο καιρό ως ελαιοχρωματιστή ενώ το 1922 παντρεύτηκε τη Χατζηνούλα. Αργότερα κι αυτός ασχολήθηκε με τη θάλασσα.

Για τον μικρότερο γιο του Γιάννη Λάμπρου, τον Κωνσταντή (τον Κωνσταντάκη με το όνομα, γιατί όπως ήδη είπαμε ήταν μικρόσωμος) οι ναυτικές ιστορίες είναι τόσες που δεν φτάνει ένα βιβλίο!

Ο καπετάν Κωσταντάκης παντρεύτηκε τη Κυραννιά από το Όθος και έκαναν πέντε γιούς και πέντε κόρες.
Τους Γιάννη, Νικόλα, Μανώλη, Μιχάλη, Ηλία, Αγγελική, Σοφία, Αρτεμισία, Στασία και τη Βαγγελούλα.

Η οικογένεια του Κωσταντάκη Λάμπρου δεν είναι μόνο τα παιδιά, είναι τα καράβια και τα ασταμάτητα ταξίδια του στο Αιγαίο.

Πρώτα χτίζει ένα όμορφο τρικάταρτο ιστιοφόρο, την Αγία Σωτήρα, ένα Μπότη 35 τόνων και με αυτόν παλεύει τη θάλασσα από 1916 μέχρι το 1929.

Κατασκευαστής είχε αναλάβει ο Κασιώτης Αντώνης Χατζηβασίλης, αυτός ο ξακουστός μάστορας είχε φτιάξει και την πρώτη κουβερτωμένη βάρκα του Κωσταντάκη, τη “Σοφία”. Από κοντά στεκόταν και ο μικρός γιος του καραβομαραγκού, ο Γιαννής.

Ήρθαν έτσι τα πράματα που αυτό το παληκαράκι ολοκλήρωσε την Αγία Σωτήρα στο καρνάγιο της Καρπάθο. Εκείνες τις μέρες ο μάστορας αρρώστησε, έπαθε εγκεφαλικό, τότε λέγαν πως του είχε ήρθε κόλπος, και παρέλυσε το αριστερό χέρι του. Ο εικοσάχρονος γιος του καραβομαραγκού χρεώθηκε όλη την κατασκευή:
– πατέρα, εγώ θα τελειώσω ετούτο το σκαρί.

Μα ήθελε ακόμη 15 μαστορικά κι άλλα τόσα εργατικά μεροκάματα και σίγουρα δεν φτάναν για να τελειώσει το σκάφος. Κι όμως ο πατέρας ξεπέρασε τις αμφιβολίες και στο τέλος δεν έκρυψε τη συγκίνηση και το θαυμασμό του! Όλοι οι εργάτες έλεγαν πως ο νεαρός είχε χάρισμα, ήταν γεννημένος μάστορας. Κι ο πατέρας, καμαρώνοντας τον γιο του, αναγνώρισε πως ήταν ήδη ανώτερος του.

Το γλέντι που στήθηκε όταν η ΣΩΤΗΡΑ έπεσε στο νερό λένε πως δεν είχε προηγούμενο, κασιώτικα και καρπάθικα όργανα δεν σταματούσαν τους γλυκούς τους σκοπούς, ενὠ οι μαντινάδες στόλιζαν ανθρώπους, Θεούς, και όλα τα πλεούμενα που έστεκαν περήφανα στο λιμάνι. Όταν ήρθε η ώρα της ΣΩΤΗΡΑΣ δυο μποτίλιες κρασί έσπασαν πάνω στα ξύλινα, μα ήταν γερά σαν το ατσάλι, πλευρά της!

Το ιστιοφόρο γυρνούσε όλο το Αιγαίο, κάποιες φορές έφερνε το ταχυδρομείο κι άλλες κουβαλούσε υφάσματα από την Ανατολή ή φόρτωνε αχλάδια, μούσμουλα κι εκείνα τα θεσπέσια καρπάθικα καϊσια, με προορισμό τα παράλια της Μ. Ασίας.

Κι όταν έπεφτε στις αναπάντεχα άγριες κακοκαιρίες και έβλεπαν το καράβι να θαλασοπνίγεται, να παλεύει για να βγει μέσα από τα αφρισμένα κύματα, για να μπει στον κόλπο της Καρπάθου, τότε οι κόρες του Κωσταντάκη έπαιρναν παραμάσχαλα την εικόνα της Βαγγελίστρας και έτρεχαν στο λιμάνι, εκεί έκαναν προσευχές, θυμιάτιζαν και παρακαλούσαν, για να γυρίσουν πίσω όλοι ζωντανοί.

Δεύτερο σκαρί του καπετάν Κωσταντάκη Λάμπρου ήταν η τρικαντήλα Αγία Ειρήνη. Ένα όμορφο ιστιοφόρο τρεχαντήρι 70 τόνων.

Όπως θυμάται και μας διηγείται ο εγγονός του Κωσταντάκη και γιός του Νικόλα, ο Γιάννης Λάμπρος, σε ένα ταξίδι, με προορισμό τον Πειραιά, μετέφεραν με την “Αγία Ειρήνη” κονιάκ και στα πίσω έβαλαν στα αδειανά βαρέλια πόσιμο νερό.

Η κουμπάνια, το φαγητό για το ταξίδι, ήταν σκέτο ψωμί και νερό, έτσι αφού τακτοποίησαν τις προμήθειες ξεκίνησαν για πίσω. Είχαν και ένα μικρό ντεπόζιτο, μόλις όμως θα τελείωνε τότε θα έπιναν από τα βαρέλια, όμως τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο πάτος των ξύλινων βαρελιών ήταν γεμάτος…κατσαρίδες!

Για μεγάλο διάστημα ο γιος του καπετάνου ζεμάτιζε με καφτό νερό όλη τη κουζίνα, μα οι άτιμες δεν λέγαν να ψοφήσουν.

Ακολούθησε το ΜΙΧΑΗΛ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ, ένα γκαζολίνο, περίπου 55 τόνων, 1926-1936. Ήταν ένα εμπορικό σκάφος που ταξίδεψε και δούλεψε σε όλα τα Δωδεκάνησα.

Έπειτα γεννήθηκε το θρυλικό SAN GIORGIO.
Αυτό το σκαρί κατασκευάστηκε το 1933 στον ταρσανά της Ρόδου, στο Μαντράκι, με την επίβλεψη του γιού του Κωσταντάκη, καπετάν Μανώλη Γ. Λάμπρου.

Ήταν ένα πολύ όμορφο σκαρί που ζήλεψε ο διοικητής Δωδεκανήσου Ντε Βέκκι και το 1938 το αγόρασε και για ένα μικρό διάστημα έγινε η θαλαμηγός του, όμως βγήκε σε δημοπρασία και το σκάφος πουλήθηκε.

Για την αγορά του σκάφους παρουσιάστηκε μία εταιρεία την οποία αποτελούσαν ο Αγαπητός Χατζηνικήτας, η αδελφή του Άννα Χατζηνικήτα-Διάκου και ο Μιχάλης Καβαλιέρος. Η επιτροπή που έκανε τον διαγωνισμό προτίμησε να κατακυρώσει τον πλειστηριασμό στην εταιρεία των τριών. Ένας από τους λόγους που την επηρέασαν σ΄ αυτή της την απόφαση ήταν ότι οι τρεις τους υπήρξαν οι ιδιοκτήτες του σκάφους “La Lupa” και είχαν μεγάλη εμπειρία στις εσωτερικές γραμμές. Έτσι έδωσαν το πλοίο σ΄ αυτούς και μάλιστα επειδή δεν υπήρχαν όλα τα χρήματα δόθηκε δάνειο από την Ιταλική τράπεζα της Ρόδου. Όταν η εταιρεία πήρε το σκάφος έκανε αρκετές μετατροπές ώστε να μεγαλώσει ο χώρος για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, να γίνουν κουκέτες για το πλήρωμα, κι ό,τι άλλο χρειαζόταν ένα καράβι της γραμμής.

Ξεκίνησαν να μεταφέρουν κόσμο και εμπορεύματα μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος. Τότε οι Γερμανοί προχώρησαν στην επίταξη του πλοίου κι έτσι ξεκίνησε να μεταφέρει γερμανικό στρατό και πολεμικό υλικό προς την πολιορκούμενη Κρήτη. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Κρήτης, οι Γερμανοί ξαναέστειλαν το πλοίο στη Λέρο και αγκυροβόλησε στο Παρθένι, το λιμάνι του νησιού. Δεν τη γλύτωσε, βυθίστηκε σε κάποιους από τους βομβαρδισμούς των Εγγλέζων. Όχι ολόκληρο, έμεινε στην επιφάνεια της θάλασσας ένα τμήμα του και συγκεκριμένα ένα κομμάτι της πρύμνης. Οι κάτοικοι του νησιού ήταν ταλαιπωρημένοι από το κρύο και τις κακουχίες και είχαν ανάγκη από φωτιά και το San Giorgio που ήταν φτιαγμένο από ξύλο βελανιδιάς ήταν μια ελπίδα. Κάθε τόσο πήγαιναν κι έκοβαν ξύλα για τις ανάγκες τους. Όταν τελείωσε ο πόλεμος το πλοίο ανελκύθηκε, αλλά η κατάστασή του ήταν τραγική και έτσι δεν μπόρεσε να σωθεί.

Ακολούθησε το άτυχο CERVO, το πετρελαιοκίνητο σκαρί, ιδιοκτησίας του γιού του Κωσταντάκη, του καπετάν Μανώλη Λάμπρου (1900-1955).

Cervo σημαίνει στα Ιταλικά ΕΛΑΦΟΣ και κατασκευάστηκε την εποχή που οι Ιταλοί απαγόρευαν τα Ελληνικά ονόμα σε μικρά και μεγάλα σκάφη της Δωδεκανήσου!

Το γκαζολίνο έσπασε σε μια άγρια θαλασοταραχή μέσα στα Πηγάδια η κόρη του καπετάνιου Άννα Λάμπρου-Σακελλάκη μας δίνει μια διαφορετική εκδοχή, θυμάται ότι το σκάφος χτυπήθηκε από συμμαχικό υποβρύχιο μια μέρα πριν από ένα επιταγμένο ταξίδι από τους Γερμανούς.

Το πλοίο έσπασε σε μικρά κομμάτια, όμως ο καπετάν Μανώλης πρόλαβε να σώσει τη μηχαχή που τη φόρεσε στο επόμενο σκαρί.

Μετά τον πόλεμο ήρθε το ΠΑΝΑΓΙΑ, είναι το τελευταίο πετρελαιοκίνητο σκάφος του Μανώλη Κ. Λάμπρου (ποσοστό στην ιδιοκτησία είχε και ο γαμπρός του Μανώλη, Χριστοδούλου), που κατασκευάστηκε στη Σύμη το 1949 και έπειτα από απίστευτες περιπέτειες κι αφού πρώτα πέρασε σε άλλα χέρια βούλιαξε το χειμώνα του 1959.

Ο Μανώλης Λάμπρος ήταν άριστος ναυτικός και διπλωματούχος καπετάνιος, φοίτησε στη σχολή που είχε ο δάσκαλος ναυτικής τέχνης και καπετάνιος Παναγιώτης Κουμπής στα Πηγάδια της Καρπάθου.

Για τους ναυτικούς Λάμπρους θα μπορούσαμε να μιλάμε ατέλειωτες ώρες, κάθε ένας από αυτούς, όπως άλλωστε κάθε γνήσιος άνθρωπος της θάλασσας, μοιάζει να έζησε περισσότερες από μια ζωές! Λιμάνια, εμπορεύματα, ύστερα ναυτικά περάσματα, εύκολα ή δύστροπα μόνο όσοι τα πάτησαν γνωρίζουν!

Μα όλα ετούτα συνήθως τρομάζουν τους στεριανούς που έχουν μάθει να μη χάνουν το ίσο και τη βολή τους. Ίσως για αυτό το λόγο οι ναυτικοί συνήθως μένουν σιωπηλοί, αφήνουν τη θάλασσα να μουρμουρά για κείνους…

Κάθε φορά που κοιτάμε πέρα από τον ορίζοντα ας θυμόμαστε πως είμαστε ένα με τη θάλασσα, φτάνει μόνο ένα βλέμμα, για ξεκινήσει το πιο μακρύ το πιο απίθανο ταξίδι και οι Λάμπροι σίγουρα αυτό είχαν κατα νου! Με αυτό στο μυαλό γύρισαν και εξακολουθούν να γυρίζουν ολάκερο τον κόσμο.