Θαλασσινά θεριά, που πνίγηκαν στο χρόνο

Θαλασσινά θεριά, που πνίγηκαν στο χρόνο

Είχε χαράξει από ώρα, όμως δεν έλεγε να σπάσει ετούτη η νύχτα, ένας παλιόκαιρος ξεσήκωνε τη θάλασσα, έκανε και τη στεριά σκέτη χολή, τόσο που να μοιάζει άγρια και απάτητη.

Ο καφενές είχε πάλι τη τιμητική του, όλοι οι θαλασσολύκοι ήταν τρυπωμένοι και ξάνοιαν πέρα, πατούσαν με τα μάτια πάνω στα αφρισμένα πέλαγα. Ένας σκασμός από παρόλες, όλα μπλέκαν και χορευτάλιζαν πάνω στους κίτρινους καπνούς απ΄τα χοντροκομμένα στριφτά τσιγάρα, έπειτα κολλούσαν σα χαλκομανίες, πάνω στα ξέθωρα τζαμιλίκια του γέρικου μαγαζιού.

Σαν αφιόνισμένη γυναίκα, έτσι έλεγαν πως ήταν ο καιρός και περίμεναν την απόφαση του καπετάν Νικόλα, να βγάλει απόφαση και να πει πως μπάρκο δεν έχει, ταξίδι δεν θα γίνει σήμερα, έτσι όλοι να ημερέψουν και να κουλουριαστούν μεσ΄τα γιατάκια τους.

Δέκα μέρες νωρίτερα, στις 6 Δεκέμβρη 1925, είχε χαθεί το καϊκι του Μιχελή, εκείνο που κουβαλούσε γαμπρό, νύφη και όλο το σόϊ, δεκατέσσερις ψυχές, που μετά τα στέφανα και το τρικούβερτο γλέντι τους από τη Σύμη επέστρεφαν στη Κάρπαθο. Ακόμη περίμεναν να βρουν συντρίμια και μερικοί είχαν κρυφές ελπίδες για ζωντανούς. Όμως εκείνοι που μεγάλωσαν με το αλάτι να τρώγει το κορμί, ήξεραν, και τώρα με τα μάτια έδειχναν την άκρη από το πέλαγος, κουνούσαν το κεφάλι και μουρμούριζαν, να εκεί μέσα είναι το Λενιώ, κι ο γαμπρός, ο εικοσάχρονος Γιώργης, εκεί κι ο παπα-Θεοχάρης. Δεν πατάς στη θάλασσα όταν γίνεται ξύδι, μόνο τη καμαρώνεις, της λες γλυκόλογα και περιμένεις να ημερώσει, να ξαναγίνει μια βαριεστημένη γάτα. Δεν άκουσε ο καπεταν-Μιχελής, δεν είδε τα σημάδια, όμως εκείνος κάτι πρόφτασε και μύρισε από τη κοντή ζωή μας. Οι κακόμοιροι, οι δύο γιοί του, ο Μανώλη και ο Μάριος, δεν πρόλαβαν, ούτε να μετρήσουν τα στραβά του κόσμου.

Πάνω στις πιο γλυκές, εκείνες τις μαύρες συζητήσεις, δεν πήραν χαμπάρι τη είσοδο του καπετάν Νικόλα Ζαμαλή, του Μαυρολέοντα, και του αδελφού του Μηνά.

Άλλοι τον ελέγαν αγριάθρωπο, κι άλλοι προσκυνούσαν τη γνώμη και το καθαρό μυαλό του.
Άκρη δε θα βρεις στις γνώμες, και ο Νικόλας που γνώριζε την ανάγκη του κοσμάκη να χάνεται μέσα στο κουρέτο και το κουτσομπολιό, δεν έδινε καμμία σημασία.

Εκείνοι που δεν ήξεραν, έλεγαν πως ήταν συνεργάτης των Ιταλών, έκανε όλα τα χατήρια στους φασίστες, και έπειτα περίμενε τις χάρτινες λιρέττες για να ξεπλύνει τα νταραβέρια του. Μα όσοι γνώριζαν το Νικόλα δεν έβγαιναν να κοντράρουν με τους άσφαιρους.

Είχαν ακούσει ακόμη και για το φόνο. Ο καπετάνιος έλεγαν πως είχε καθαρίσει έναν Τούρκο αστυνόμο στη Σητεία, μόνο γιατί ένας ταβερνιάρης του ζήτησε να σηκωθεί από τη καρέκλα, αφού η θέση ήταν σαν κλειδωμένη, πάντοτε πιασμένη από κάποιο χωροφύλακα. Κι ο Νικόλας περίμενε να φανεί ο βαθμοφόρος. Όταν πια εκείνος ζήτησε το λόγο και του αγρίεψε, δεν άργησε να βγάλει το πιστόλι και να ξαπλώσει μια για πάντα το κορμί, που με τη στολή έψαχνε τα μόνιμα στασίδια.

Εκείνη τη μέρα, Δεκέμβρη του 1925, ο καπετάνιος είχε πολλά φορτία, το μικρό ιστιοφόρο του, το πιατές του, που το είχε βαφτίσει “Άγιος Ιωάννης”, ήταν προγραμματισμένο να σαλπάρει από το Φοινίκι της Καρπάθου, με προορισμό τη Κάσο. Είχε την επίσημη αλληλογραφία των Ιταλών, και για επιβάτες δύο καραμπινιέρους, που τις προηγούμενες ημέρες είχαν συνοδεύσει έναν “τζαναπέτη”, που δεν τα πήγαινε καλά με το φασισμό, έτσι έγινε κρατούμενος και μπήκε στη φυλακή. Οι δύο στρατιώτες επέστρεφαν στη μονάδα τους.

Είχε και καμμιά τριανταριά σακιά με πορτοκάλια και μανταρίνια, που έψαχναν την αγορά της Κάσου. Και το πιο σπουδαίο, τα γράμματα του παπα-Γερμανού, τη παράνομη αλληλογραφία του μητροπολίτη, που δεν ησύχαζε με τους Μουσολίνιδες, και έψαχνε τη χαραμάδα, μήπως παραχώσει μια στάλα Ελληνικής ελπίδας.
Όλα αυτά σε μια εποχή που λίγο να διαφωνούσες, οι φασίστες ήταν έτοιμοι να σε σβήσουν από το χάρτη.
Παράγγειλε λοιπόν έναν ναι και όχι, όπως πάντα σε ποτηράκι του κρασιού, και βάλθηκε να κοιτά το μεγάλο ξεφτισμένο καθρέφτη, που ήταν αριστερά στο μπάσιμο του καφενέ, να βάνει σάλιο στα δάχτυλα του και όλο να ησιώνει το παχύ μουστάκι του.

Ήπιε μια γουλιά και δίχως καθυστέρηση, τους είπε να βιαστούν, να φορτώσουν στο μισοκάϊκο τη πραμάτεια, να ετοιμαστούν, είχε υποσχεθεί στη μικρή του κόρη, ότι θα είναι σύντομα πίσω, και δεν θα της χαλούσε με κανένα τρόπο το χατήρι.

Λίγα χρόνια πριν είχε κάμει το δεύτερο γάμο, και σήμερα που είχε ξεπεράσει τα εβδομήντα, έκαμε και το πισωκούνι του, μια κορούλα μόλις τεσσάρων χρονών, ενώ η Ολυμπίτισσα γυναίκα που ξαναστεφανώθηκε, δεν ήταν ούτε στα τριάντα και ζούσαν στη Κάσο.
Σε τέτοιους δυνατούς και καθαρούς χαρακτήρες, τα μισόλογα και οι κλάψες, είναι πολύ χειρότερα από τις διαφωνίες με ανοιχτές κουβέντες.

Ο αδελφός του, ο Μηνάς, στράβωσε τα μούτρα του, όμως δεν έβγαλε τσιμουδιά, ήξερε πως με ετούτον εδώ, δεν τα βγάζεις πέρα, ο Θεός να έρθει κάτω, αυτό που θα γίνει, είναι να περάσει το δικό του. Μα το ινάτι βγάζει μάτι!

Ανέβηκαν στο μικρό κατάστρωμα και έλυσαν τους κάβους, ακόμα και τα ξύλα του σκάφους, γκρίνιαζαν και έμοιαζε να κλαίνε από το ασταμάτητο κούνημα. Οι δύο Ιταλοί, ο Mavro Donato και ο Graziano Vicenzo, είχαν τρυπώσει μέσα στο μικρό δωματιάκι, φορούσαν τα στρατιωτικά κι από πάνω τους χοντρούς επενδύτες, έβριζαν και τουρτούριζαν από το ψωφόκρυο. Κάθε τόσο άνοιγαν ένα μικρό φινιστρίνι και ξέρναγαν τις πρωινές παπάρες, εκείνα τα σουσαμένια κουλουράκια, που έκαναν υποβρύχια και τα βουτούσαν στους καφέδες τους. Έπειτα εβγάζαν μια εικόνα, της Μαντόνας του Αντονέλλο από τη Μεσσήνα, την άγγιζαν, τη φιλούσαν και φόρτωναν από μια ξέπνοη ελπίδα.

Βροχή, διαβολεμένους άγνωστους, ανάποδους ανέμους, και ένα μικρό καϊκι να ξανοίγεται πάνω σε μια απέραντη θάλασσα, που η ρουφιάνα δεν έχει καθόλου, μα καθόλου μπέσα.

Έτσι ξεκίνησαν για να περάσουν απέναντι και πήγαιναν καλά μέχρι που έφτασαν στη Μπούκα, εκεί έξω από το λιμάνι της Κάσου, άρχισαν να στρουφίζουν αντίθετοι ανέμοι, του έφερναν βόλτα-βόλτα και κλωθογύριζαν το σκάφος γύρω από τον εαυτό του. Ο καπετάν-Νικόλας, έμπειρος σε τέτοια μπονεντογαρμπο-μπερδέματα, έκαμε κάτω το μικρό πανί και έπιασε το τιμόνι, γύρισε τα πίσω κώλου, θα πήγαινε απέναντι, στα νησάκια Αρμάθεια και από εκεί θα έβαζε σημάδι και θα γυρνούσε για το μικρό βράχο Στρογγύλι, και έτσι έμπαινε στο λιμάνι της Κάσου.

Έτσι έγινε μέχρι το μικρό Στρογγύλι, το σκάφος έμοιαζε με καρυδότσουφλο μέσα σε ένα πόλεμο, από παντού κατέβαιναν ρέματα θαλασσινής φωτιάς. Λίγο πριν στρίψει για το μικρό λιμάνι της Κάσου, και μια ξαφνική αλλαγή του ανέμου τον έβγαλε κόντρα στα κύματα, εκείνη ήταν η μοιραία στιγμή, το τελευταίο πλάνο για το μικρό καϊκι, που γύρισε μπρούμυτα, αναποδογύρισε και ξέρασε τους επιβάτες και τα εμπορεύματα.
Ο καπετάνιος δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μέσα στο νερό φρόντισε να δώσει δύο κουπιά στους αμάθητους και τρομοκρατημένους Ιταλούς, που έτσι φορτωμένοι με τα στρατιωτικά ρούχα και τα όπλα, ήταν δυσκίνητοι και ο πνιγμός τους φαινόταν αναπόφευκτος.

Τους προέτρεψε να πετάξουν όλα τα ρούχα τους, να βγάλουν όπλα και τελαμώνες και να κολυμπήσουν, να παλέψουν με τη θάλασσα, μόνο λίγα μέτρα τους χώριζαν από το μικρό νησάκι Στρογγύλι, η ελπίδα που θα γινόταν ο παράδεισος τους.

Ο ίδιος και ο αδελφός του, ο Μηνάς, τα κατάφεραν και ξεπετάχτηκαν πάνω στα βράχια, το πιο δύσκολο είναι να ξεπερνάς τον εαυτό σου, εκείνες τις στιγμές, που δεν υπάρχουν αόρατα χέρια για να σε φροντίσουν και να σε πάρουν στην αγκαλιά τους, το κορμί δίνει τη πιο μεγάλη μάχη του.
Η καταιγίδα ήταν στο φόρτε της, το καϊκι αναποδογυρισμένο όλο και ξεμάκραινε για το Λιβυκό πέλαγος, και οι Ιταλοί καραμπινιέροι ανέβηκαν ξεψυχησμένοι πάνω στην καρίνα του αναποδογυρισμένου καϊκιού και έδιναν την τελευταία άνιση μάχη τους.

Οι δύο Έλληνες ναυαγοί τρύπωσαν και στριμώχτηκαν μέσα σε μια σκισμάδα του βράχου, όσο ο χρόνος κυλούσε, χανόταν κάθε ελπίδα για τους άλλους δύο, και ο καπετάνιος ξεροκατάπινε, έσφαλε με την απόφαση να λύσει τους κάβους. Τον έζωναν όλο και πιο πικρές σκέψεις.

Ακούς εκεί, να σωθεί ο καπετάνιος και να πνιγούν οι επιβάτες!

Δίχως πολλά λόγια αποφάσισε να κάμει μια τελευταία προσπάθεια, να περάσει απέναντι, να κολυμπήσει εκατό μέτρα μέχρι τη Κάσο και να ειδοποιήσει, ίσως βρεθεί μια βάρκα και μπορέσει να μαζέψει τους δύο κακόμοιρους, να τους σώσει, πριν γίνουν πράσινα τουμπανιασμένα πτώματα.

Ο Μηνάς ήταν σίγουρος για την αποκοτιά του καπετάνιου, δεν θα γλύτωνε κανένας, από μια τέτοια λάβρα θάλασσα.

Δεν έχουν λόγια τέτοιες στιγμές, ο ένας αδελφός άρπαξε τον άλλον από τα ρούχα, ξέσκισε το πανοφώρι του, έγδαρε το κορμί του και πάλεψε, για να τον κρατήσει μακριά από τον Χάρο, που έγνεφε, έκανε σινιάλα μέσα από το νερό μεταμορφωμένος σε υγρή, λυγερόκορμη και ατίθαση βασίλισσα.

Ο Νικόλας Μαυρολέων κολύμπησε θαρεττά, πάλεψε αντρίκια, όπως ταιριάζει σε κείνους που εμείς, οι αμάθητοι τους λέμε μάγκες, όχι για τα τσαλίμια, γιατί ο μάγκας δεν έχει τσαλίμια και πλουμιστά στολίδια, ο μάγκας έχει μπέσα, χαρακτήρα, τίμια και καθαρή ματιά.

Μάταια ο αδελφός του, ο Μηνάς, περίμενε φτερωτούς Αγιούς, μικρούς και μεγάλους Αρχαγγέλους, να βάλουν πλάτη ή να απλώσουν ένα αόρατο χέρι, να τραβήξουν και σώσουν τους ήδη χαμένους.

Δύο μέρες μετά, και αφού κόπασε η καταιγίδα, οι Κασιώτες μάζεψαν πορτοκάλια και μανταρίνια που σεργιανίζαν πάνω στο λιμάνι. Κάτι ψιλιάστηκαν και πήραν τις βάρκες για να ψάξουν τους ναυαγούς, έτσι είδαν τη φανέλα του Μηνά, που την είχε απλώσει για φλάμπουρο, ο έρημος ναυαγός πάνω στο Στρογγύλι.
Ο τολμηρός και λεβέντης καπετάνιος, όπως και οι δύο άτυχοι Ιταλοί καραμπινιέροι, ξόρισαν μακριά από τη στεριά και χάθηκαν στις 16 Δεκέμβρη 1925, πολλοί λένε για τη θυμωμένη θάλασσα και τα καλιμέντα της, μα είναι και ορισμένοι που μιλούν πιο σιγά, μετράνε τα σημάδια και λένε πως εκείνη την εποχή ένα μεγάλο ψάρι είχε κάμει τη φωλιά του σε εκείνα τα μαύρα, τα θεοσκότεινα βαθιά νερά. Εκείνο το θεριό, λένε πως τράβηξε κοντά του το Νικόλα, τον Mavro και τον Graziano.

Καλύτερα να παλεύεις έστω και με ένα φανταστικό τέρας, να θωρρείς πως βλέπεις αντικρυστά σου τα κοφτά δόντια του, και έτσι να φαγγρίζουν ακριβώς μέσα στα μάτια σου, παρά να ματώνεις με αντίπαλο τον εαυτό σου, και να νιώθεις πως είσαι λίγος, δεν είσαι ικανός για να φτάσεις ζωντανός για να διαλέξεις εσύ το τέρμα.

Πηγή
Από μια κουβέντα πάνω σε έναν φιλόξενο πρωινό καφέ, που έγινε ένα απίθανο ταξίδι στο χρόνο, με παρέα τον καπετάν Μανούσο Μαυρολέοντα κα τη γυναίκας του, αλλά και της κόρης του λεβέντη καπετάν Νικόλα Ζαμαλή, (του Μαυρολέοντα), την Ειρήνη.