Η ληστοπειρατεία στην Κάρπαθο

Η ληστοπειρατεία στην Κάρπαθο

 γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Η υπόθεση μύρισε μπαρούτι και αίμα! Βρισκόμαστε κάπου στα Β.Δ. των βουνών του χωριού Πυλών Καρπάθου, επιτέλους είχε εντοπιστεί ο λήσταρχος Γεωργούλας με το πεινασμένο πλήρωμα του καϊκιού του και έτσι τα μικτά τουρκοελληνικά αποσπάσματα ετοιμάστηκαν για την τελευταία επίθεση.

Η ιστορία ξεκινά με μια απίστευτη ληστεία στη Ρόδο, θύμα ο προύχοντας Γανωτάκης και το μεγάλο αρχοντικό σπίτι του στη Λίνδο.

Ο Γεωργούλας και το ασκέρι του είχαν βάψει με κάρβουνο τα πρόσωπα τους για να μοιάζουν τρομακτικοί και να μην αναγνωρίζονται, έπειτα μπούκαραν μέσα και αφού έδεσαν την οικογένεια και τους υπηρέτες δεν άφησαν λαμπόγυαλο να μην αρπάξουν από το σπίτι. Μετέφεραν τη λεία στο καΐκι τους, έλυσαν κάβους και εξαφανίστηκαν. Για κακή τους τύχη κατάφερε να λύσει τα σκοινιά από τα χέρια και τα πόδια ο θείος του Γανωτάκη, ο Ανέστης, που καβάλησε ένα άλογο και τράβηξε γραμμή για τη Ρόδο και τον Τούρκο διοικητή.

Το πέτυχε, αλλά ήταν τόση η βιασύνη που το δύσμοιρο άλογο από το τρεχαλητό και τη δίψα έσκασε, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό, όπως πάντα τα ζώα δεν υπογράφουν τη λαμπρή ανθρώπινη ιστορία.

Τα μαντάτα ανέβασαν το αίμα στο κεφάλι του Πασά, ένας κλέφτης, ένας κουρελής, να κάνει ότι θέλει στα χωράφια μου, αν είναι δυνατόν! Ούτε ο Θεός και η παρέα του δεν συγχωρούν τέτοιες αδικίες…

Διέταξε αμέσως έναν συνταγματάρχη, έναν Μιραλλάη όπως λένε στα τούρκικα, να ερευνήσει την υπόθεση και να πιάσει τους βλαμμένους ενόχους. Η δράση του Γεωργούλα και τα πονηρά λημέρια του στα λιμάνια των νησιών ήταν λίγο πολύ γνωστά κι έτσι το Τούρκικο απόσπασμα σύντομα οδηγήθηκε στην γειτονική Κάρπαθο.

Ο συνταγματάρχης τράβηξε γραμμή στον καϊμακάμη του νησιού, συγκάλεσε ανοιχτή σύσκεψη με την παρουσία του Μουλαζίμη, του αστυνομικού διοικητή, όλοι μαζί όρισαν οπλισμένα αποσπάσματα από τα χωριά του νησιού για να ψάξουν τα αδίστακτα κλεφτρόνια.

Δεν μπορεί κάπου, σε κάποια ερημική παραλία, θα ξεμυτούσε ο λήσταρχος και τότε θα γινόταν το έλα να δεις!

Φιλήσυχοι καλοθελητές δεν άργησαν να αναφέρουν για ένα περίεργο καϊκι που φάνηκε στον Μακρύ Γιαλό, είχε καμιά 20αρια ναύτες, μα δεν σταματούσαν να ξεφορτώνουν μπαούλα, μικρά και μεγάλα αντικείμενα κι όταν κάποτε τελείωσαν τότε άναψαν φωτιά και στάθηκαν να ξαποστάσουν.

Από μακριά φαινόταν ο καπετάνιος, που έδινε εντολές για τη φροντίδα του σκάφους και έδειχναν έτοιμοι να σηκώσουν τα σκοινιά και να την κοπανήσουν.

Οι Τούρκοι με τους Έλληνες προεστούς και τα ανυπόφορα τσιράκια τους έτρεξαν πάνοπλοι στο Μακρύ Γιαλό, όμως ήταν πια αργά, στοιχεία δεν υπήρχαν και οι ναύτες ξερόβηχαν και έκαναν τους ανήξερους.

Η έρευνα θα είχε τελειώσει και ακόμη μια πετυχημένη ληστεία θα ήταν στο βιογραφικό του θεριακλή Γεωργούλα, όμως η μοίρα, σαν ενήλικη τριχωτή αράχνη, ύφαινε άλλα σχέδια. Ένας Απερίτης ήταν λίγο παραπάνω παρατηρητικός και πρόσεξε τα γεμάτα από κάρβουνο, μαυρισμένα αυτιά, σε κάποιον από τους κακομούτσουνους ναύτες. Στην αρχή του φάνηκε για σιχαμένη λίγδα απλυσιάς όμως το καλοσκέφτηκε, ρε μπας και είναι απομεινάρια από το βάψιμο που είχαν οι ληστές;

Αυτό ήταν η αφορμή για να ξεκινήσουν στην πρωτεύουσα Απέρι οι ατέλειωτες ανακρίσεις, που όμως όσο δεν έφερναν αποτέλεσμα, τόσο οι Τούρκοι σκύλιαζαν και ακολουθούσαν πιο σκληρές και άγριες μεθόδους, με το ξυλοφόρτωμα να έχει τον πρώτο λόγο. Μέχρι που ο ναύτης δεν άντεξε τον κόπανο κι έσπασε, κελάηδησε για την επιχείρηση στη Λίνδο της Ρόδου, όσο για το φούμο που πασαλείφτηκαν, μα αυτή ήταν μια ιδέα του καπετάν Γεωργούλα, που ήξερε ότι ο φόβος είναι ο καλύτερος σύμμαχος, σε αυτές τις ξαφνικές ληστρικές επιδρομές.

Το νέο κυκλοφόρησε στο νησί και το πλήρωμα του πειρατικού καϊκιού είχε πάρει τα βουνά και έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από τους διώκτες, που στο μεταξύ είχαν λυσσάξει.

Μόνο τέσσερις ληστές είχαν σπάσει από την ομάδα, οι υπόλοιποι εντοπίστηκαν στα ψηλά, Β. Δ. του χωριού Πυλές κι όλα τα αποσπάσματα τράβηξαν για την τελική μάχη.

Ήταν μια Μεγάλη Παρασκευή, κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν κύκλωσαν τους 15 οπλισμένους πειρατές και η μάχη δεν έλεγε να κόψει. Κορμιά αθώων ντόπιων έπεφταν νεκρά, ενώ Τούρκοι κρυμμένοι πίσω από γυμνά βράχια περίμεναν να τελειώσουν τα πυρομαχικά, έπειτα να σηκώσουν χέρια οι φυγάδες και να παραδοθούν.

Η μέρα κυλούσε και το πρόσωπο της μύρισε ψόφο, έδειχνε ότι θα είχε άσχημο τέλος. Ο Ηρακλής και ο Κωστής της Φωτουλιάς, από τις Πυλές και ο Γιώργης της παπαδιάς, από το γειτονικό Μεσοχώρι δεν τα κατάφεραν, τα παληκαράκια έπεσαν από τα βόλια των πολιορκημένων ληστών, μα και κάποιοι από αυτούς, παντέρμοι, ξένοι κι άγνωστοι, άφησαν τα κουφάρια τους πάνω στα βουνά της Καρπάθου. Μέχρι που το ματοβαμμένο επεισόδιο έληξε, μάλλον από βαρεμάρα κι αδιαφορία, αφού αληθινά δεν απασχολούσε κανέναν, πέρα από τους ληστές και τους κυνηγούς τους.

Οι Τούρκοι αλυσόδεσαν τους ψοφισμένους από πείνα ζωντανούς και η πιο μεγάλη στιγμή ήταν εκείνη με τον καπετάν Γεωργούλα που διάλεξε να μπήξει το στιλέτο με την κοκάλινη λαβή στη καρδιά του κι έτσι να κλείσει εκεί τον κύκλο των παρανομιών, παρά να πέσει στα χέρια των διωκτών του!

Ο καπετάνιος δεν θα έκανε φυλακή, διάλεξε ένα γρήγορο πέρασμα στο θάνατο από τη ξεφτίλα μιας ατίμωσης.

Έπιασαν 14 από τους ληστοπειρατές και τους έστειλαν δεμένους με ένα ιστιοφόρο για τον Πειραιά, μα ούτε με τα σίδερα δεν μπόρεσαν να κρατήσουν, απέδρασαν πριν ακόμη πετάξουν σκοινιά και δέσουν το καΐκι στο λιμάνι, σα να χάθηκαν από προσώπου γης!

Τέσσερις από τους συντρόφους τους περίμεναν για να ξαναστήσουν τη συμμορία, έστω και χωρίς τον πρώτο αρχηγό τους.

Η ιστορία και το τέλος του ληστοσυμμορίτη Γεωργούλα έγινε μύθος και κουβεντιαζόταν σιγανά μέσα στα καφενεία της Τρούμπας του Πειραιά, με τους νησιώτες να μιλούν για το θάρρος, την ανδρεία, μα και την αποκοτιά του βίαιου ληστή, που προτίμησε να πεθάνει παρά να παραδοθεί στους Τούρκους και στους αγαπημένους φίλους τους.

Μέχρι που πέθαναν κι αυτοί, οι χασομέρηδες παραμυθάδες και οι μύθοι που έμοιαζαν με χοντροκομμένα ψέματα σάπισαν κι έσβησαν πάνω σε άχαρα τσιμεντένια μνήματα…

 

Υ.Γ. Ο Ε.Ν. Σακελλαρίδης και ο Αντώνης Ασλανίδης, ήταν οι πρώτοι και ίσως οι μοναδικοί, που έγραψαν και κράτησαν ζωντανό το μύθο του τρομερού ληστοπειρατή Γεωργούλα και τα καμώματα του στην Κάρπαθο.