Η "αναγκαστική" δολοφονία του Aldo Patruno

Η "αναγκαστική" δολοφονία του Aldo Patruno

Ζηλεύω όλους εκείνους που αναγνωρίζουν τις φωνές των τραγουδιστών από τα ραδιόφωνα. Είναι σχεδόν μαγικό, να ακούς μια φωνή και να ξεφυτρώνει ένα πρόσωπο και να σκεπάζει ανάποδα, ολόκληρη τη μέσα πλευρά του ματιού σου. Έπειτα να καμαρώνεις για την αναγνώριση και να θυμάσαι το τρυφερό, το περασμένο τότε, εκείνη τη χαμένη εποχή, που ξενύχταγες φορτωμένος έρωτα, πάνω στα φτερά του τραγουδιού.

Ωστόσο υπάρχουν τόσοι άνθρωποι, που όσο κι αν τους μνημονεύεις, όσο κι αν ψελλίσεις κάτι αόριστο και για κείνους, παραμένουν πάντα με την τελευταία έρημη, αδειανή από πρόσωπο, εικόνα τους.

Σαν τον νεαρό Ιταλό υπαξιωματικό, τον Άλντο Πατρούνο, τα πεινασμένα τετράποδα ζώα ξέσκισαν και έφαγαν τις σάρκες από το πρόσωπο και το κορμί του.

Η θλιβερή υπόθεση του εξακολουθεί ριζωμένη στα κατάβαθα της μνήμης, των λιγοστών ζωντανών, στα κεντρικά, και βόρεια χωριά της Καρπάθου, ίσως και μερικών παθιασμένων μελετητών της ιστορίας. Ενώ για τους υπόλοιπους δεν είναι παρά ένα τραγικό πυκνογραμμένο μυθιστόρημα, ένα τραγικό, άγνωστο παραμύθι, που όμως κανείς δεν θέλει να διαβάσει.

Ήταν το φθινώπορο του 1943, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στα δωδεκάνησα και την Κάρπαθο, οι σύμμαχοι τους, οι φασίστες Ιταλοί, τους κλουθούσαν από πίσω και όποιος τολμούσε να διαφωνήσει, γινόταν ένας φυλακισμένος λιποτάκτης και κατέληγε στις φυλακές της Ρόδου, αν οι μοτοτζάτερες, τα πλοιάρια μεταφοράς προσωπικού, δεν πήγαιναν στο πάτο της θάλασσας από τα ασταμάτητα συμμαχικά χτυπήματα.

Πολλοί ήταν οι Ιταλοί φαντάροι που δεν ήθελαν καμμιά συμμετοχή στις Γερμανικές επιχειρήσεις, όπως ο Τζουζέπε Πατρούνο, ο υπολοχαγός του πυροβολικού, στην διοίκηση του Αρμάντο Αμεντούνι, που αρνήθηκε κάθε συμμετοχή και έγινε φυγάς.

Ο ψηλός, μελαχροινός ομορφάντρας, δεν ήταν, ούτε αυτός, για πόλεμο, άλλωστε ήταν γνωστοί οι έρωτες του με  κορίτσια της Νότιας Καρπάθου. Ακόμη είναι στη μνήμη των ηλικιωμένων νησιωτών, που όμως δεν μαρτυρούν, προτιμούν να σιωπούν για αυτά που ξέρουν. Μάλιστα τον αναφέρουν ως καρδιοκατακτητή!

Ο Πατρούνο είχε σημαντική θέση, στο πυροβολικό του αεροδρομίου, στον Κάστελλο του Αφιάρτη. Δεν έχει εξακριβωθεί αν η κίνηση του, να πετάξει τα κλείστρα από τα κανόνια στη θάλασσα, για να μην τα χρησιμοποιήσουν οι Γερμανοί ήταν δική του απόφαση ή μέρος κάποιου τολμηρού σχεδιού των ανωτέρων του. Μετά από αυτή την πράξη πήρε, κυριολεκτικά, τα βουνά.

Αμέσως οι Γερμανοί βγήκαν παγανιά, επικήρυξαν μάλιστα τον Ιταλό αντί 10.000 λιρετών, στην αρχή δεν βρέθηκε κανείς ντόπιος, για να προδώσει τον Πατρούνο, αν και πολλοί γνώριζαν ότι τα λημέρια της φιλοξενίας του ήταν στα βόρεια του νησιού και ιδιαίτερα στη περιοχή γύρω από το Μεσοχώρι.

Αφορμή για το “κάρφωμα” του ήταν το γλέντι στο πανηγύρι του Άγιου Γεωργίου του “μεθυστή”, στις αρχές Νοέμβρη 1943.

Ήταν πολλοί εκείνοι που είδαν τον Ιταλό δραπέτη να γυρνά τα σπίτια, που είχαν λυροτσάμπουνα και γλεντοκοπούσαν. Μάλιστα στο Σπόα ήταν ο αείμνηστος παπάς, ο Κωσταντίνος Χαλκιάς, λυράρης εκείνη την εποχή, μόλις είχε σχολάσει από το γλέντι, όταν έδειξε στον Πατρούνο και σε δύο ακόμη Ιταλούς στρατιώτες, που συμμετείχαν στο γλέντι, το δρόμο για το Μεσοχώρι. Πήρε ακόμη και καλό ρεγάλο, τα στρατιωτικά κυάλια, δεν ξεχνά ακόμη και σήμερα ποιά ήταν η συμφωνία τους. Αμίλητος υποσχέθηκε να τους πάρει στη Δραμωνά και να τους στείλει με ασφάλεια στο χωριό Μεσοχώρι.

Εκεί πρόσεξαν τον Πατρούνο πολλά ζευγάρια μάτια. Άλλωστε δεν περνούσε απαρατήρητος ο λυγερόκορμος αξιωματικός που δεν δείλιασε, και δεν έβγαλε ούτε για μια στιγμή, τη στρατιωτική στολή του.

Φαίνεται όμως πως κάποιοι “δικοί” μας δεν άντεξαν στον πειρασμό, “τραγούδησαν” στην διοίκηση των Γερμανών για τα καλιμέντα του Ιταλού φυγά. Όμως φρόντισαν και το χωριό, το Μεσοχώρι, που τον κάλυπτε.

Δεν άργησε να φανεί μια στρατιωτική ομάδα των κατακτητών και να ψάχνει σπιθαμή προς σπιθαμή, το Μεσοχώρι και την γύρω περιοχή. Μάλιστα μάζεψαν όλους τους κατοίκους και τους ανακοίνωσαν πως το χωριό πρόκειται να το κάψουν, αν δεν εμφανιζόταν ο λιποτάκτης Πατρούνο, αν δεν πρόβαλε, ακόμη και… νεκρός!
Ο Μικέλε, στρατιωτικός διοικητής του Μεσοχωρίου, ήταν εκείνος ποθ έσωσε τον φυγά Πατρούνο, σκηνοθετώντας την απόδρασή του από τη καζάρμα που συνήθως κοιμόταν, όμως άλλη δυνατότητα βοήθειας δεν υπήρχε για τον στρατιώτη που τα έβαλε με το τρίτο Ράϊχ.

Μοναδική λύση η διαφυγή του από τη θάλασσα και η βοήθεια της ομάδας κατασκοπείας, του Σαμιώτη ασυρματιστή Κρασόπουλου και του Καρπάθιου κατασκόπου, Χριστόφορου Λυτού, που κρύβονταν σε μια σπηλιά στον Λευκό (στα Αξάγκια), στην καμάρα του Χατζιπίνη.

Ο σύνδεσμος Νικόλας Χατζηλύκος, πήρε το ιδιόχειρο σημείωμα του δασκάλου Χαροκόπου στους κατάσκοπους . Ήταν επιβεβλημένο να βοηθήσουν τον μοναδικό Ιταλό, που αντιστεκόταν με τόσο σθένος απέναντι στους Γερμανούς. Δεν θα μπορούσαν, δεν είχαν δικαίωμα, να τον αφήσουν πίσω.

Ο Πατρούνο μεταφέρθηκε γρήγορα στο κρυσφήγετο. Και εκεί δόθηκε η τελευταία πράξη ενός δράματος, που μοιάζει με ανοιχτή πληγή, από αυτές που δεν κλείνουν μέσα στο χρόνο.

Στο παρακάτω απόσπασμα, από το βιβλίο “Η κατασκοπεία στην Κάρπαθο”, ο Θεοχάρης Εμμ. Χαροκόπος περιγράφει την δολοφονία του Ιταλού υπαξιωματικού:

“…Τον πυροβόλησε στο αυτί. Μόνο ένα «αχ» ακούστηκε και ο Πατρούνο έμεινε νεκρός. Του αφαίρεσε τη βέρα πού φορούσε και το πορτοφόλι του που μέσα ήταν η ταυτότητά του και τα φύλαξε, γιατί σκέφτηκε πώς οι δικοί του θα τα ζητούσαν αργότερα. Έξω από τη σπηλιά ήταν ο Πέρος, ο Κρασόπουλος και ο Ανδρεάδης. Ο Πέρος, μόλις άκουσε το πυροβολισμό, νόμισε ότι κτυπήθηκε ο Χατζηλύκος και φώναξε «Τι κάνεις βρε σκύλε;» Μετά φώναξε αν είναι καλά και ανταπάντησε ο Νικόλας. Στο μεταξύ είχε σβήσει η λάμπα που χρησιμοποιούσαν στη σπηλιά, εξαιτίας του πυροβολισμού. Την άναψαν πάλι και ο Χριστόφορος ξαναπυροβόλησε το Πατρούνο στο μέτωπο…”

Ο Ιταλός υπαξιωματικός, περίμενε μάταια κάποιο συμμαχικό πλοιάριο, να τον παραλάβει και να τον μεταφέρει σε έναν πιο ασφαλή τόπο. Ωστόσο οι Γερμανοί ξεκίνησαν τα κόλπα τους, έπιασαν 5 Μεσοχωρίτες και 5 Σποϊτες, τους αλυσόδεσαν και τους έκλεισαν στο κρατητήριο των Πηγαδίων. Οι ώρες γίνονται άγρια δραματικές.

Οι Μ. Πρωτοψάλτης, Μ. Μάλτας, Μ. Νουαράκης, Μ. Σακέλλης, Γ. Πρωτοψάλτης από το Μεσοχώρι και οι Κ. Τσαμπουνιέρης, Μ. Ταλαράντας, Γ. Βασιλαράς, Θ. Δήμαρχος. Κ. Πάχος από τα Σπόα, ετοιμάζονται, θα περάσουν από εκτελεστικό απόσπασμα αν δεν βρισκόταν ο Ιταλός Άλντο Πατρούνο.

Οι Γερμανοί δεν φορούσαν προσωπεία, ούτε και έκρυβαν τον σιχαμερό κόσμο τους. Κατακτητές, που θέλησαν να ορίσουν με τα γεμάτα όπλα τους τον κόσμο. Μάλιστα διέδιδαν ότι όσο δεν έφτανε στα χέρια τους ο φύγας, θα συλλαμβάνουν και θα τουφεκίζουν δεκαμελής ομάδες από τα δύο χωριά. Το Σπόα και το Μεσοχώρι μετατράπηκαν σε εχθρική ζώνη.

Στη σπηλιά των κατασκόπων τα νέα ανατρέπουν κάθε σχέδιο. Ο Πατρούνο δεν μπορεί, δεν πρέπει να φύγει από την Κάρπαθο.

Ο Λυτός γνωρίζει και καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν εύκολες και αναίμακτες λύσεις.

Η ριμάδα αλήθεια πονάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο φυγάς από την άλλη, μυρίστηκε τον θάνατο που τον κλωθωγύριζε, έγινε εριστικός, έψαχνε αφορμές για να ξεφύγει, ενώ η ομάδα των Ελλήνων κατασκόπων δεν άνοιγε τα χαρτιά της. Πρότεινε στο φυγά να μη βιάζετε, να κάνει υπόμονη, θα φαινόταν κάποιο συμμαχικό υποβρύχιο και θα τον απελευθέρωνε. Έτσι του έλεγαν, ενώ προετοίμαζαν τη “λυτρωτική” δολοφονία του.

Στην σκλαβωμένη Κάρπαθο τα δυό χωριά ετοίμαζαν μοιρολόγια και θρήνους για τους φυλακισμένους. Φόνος και ανδρισμός δεν πάνε παρέα, ίσως είναι από τις σπάνιες, τις μοναδικές στιγμές της ιστορίας, που μια τέτοια σφαγή δικαιώνει τη συλλογική σκέψη και την ηθική, ενός ήδη πονεμένου τόπου. Μαζική αντίσταση στην ουσία δεν υπήρχε, απέναντι σε εκείνα τα άθλια θηρία, που καθόριζαν τη μέρα και τη νύχτα, εξουσίαζαν το είναι των ανθρώπων.

Ο Ιταλός Αξιωματικός έπρεπε να βρεθεί νεκρός στα χέρια των Γερμανών.

Ο λεβέντης Άλντο Πατρούνο  δεν ένιωθε το νησί για ξένο τόπο, ερωτεύτηκε, τραγούδησε και γλέντησε στα χωριά της Καρπάθου. Δεν ανέχτηκε εντολές, από τους Γερμανούς κατακτητές.

Όμως τα προσωπικά πετάγματα δεν χωρούν στους μεγάλους πολέμους, τελικά το πτώμα του πετάχτηκε στη ρεματιά του Συκινά, στον ξεροπόταμο του Αγίου Γεωργίου, λίγο πάνω από τον Λευκό. Ήδη οι Γερμανοί είχαν αφηνιάσει, χτένιζαν τη περιοχή και αναζητούσαν μέρα και νύχτα τον φυγά.

Αδέσποτα, πεινασμένα σκυλιά, όπως λένε εκείνοι που έζησαν τα γεγονότα, μυρίστηκαν πρώτα το πτώμα του Πατρούνο. Δεν άφησαν καμμιά τρυφερή σάρκα του, να μην τη κατασπαράξουν, μάλλον Θεόσταλτα, θα λέει ο ιστορικός της εποχής, βοήθησαν και αυτά στο βιαστικό σβήσιμο της ιστορίας, αφού οι Γερμανοί δεν χρειάστηκε να κάνουν ιατροδικαστική εξέταση. Φώναξαν μονάχα ένα κορίτσι που τον γνώριζε και τον αναγνώρισε από δύο κρεατοελιές, μια στο γόνατο, και μια στη ψηλά στο εσωτερικό του αριστερού χεριού του, κάτι που φαίνεται να πιστοποίησε και ο Ιταλός στρατιωτικός γιατρός Κούτολο. Έτσι δεν αποκαλύφθηκαν τα τραύματα από τις κρυμμένες σφαίρες, στο κορμί του Ιταλού φυγά.

Οι Γερμανοί, φαίνεται να πείσθηκαν για την “αυτοκτονία” του Πατρούνο, πιθανόν να έκαναν κι άλλες, πιο πονηρές σκέψεις, όμως μόλις λίγες μέρες νωρίτερα είχαν τουφεκίσει τρεις Σποϊτες, φορτώνοντας τους ένα σωρό άδικες κατηγορίες και είχαν ήδη πετύχει τους σκοπούς τους.

Με τις σφαίρες, κυρίως με τις γκεμπελικές μεθόδους τους, εκφόβισαν για τα καλά τον ντόπιο πληθυσμό, όποιος θα τολμούσε να σηκώσει κεφάλι, θα κατέληγε αργά ή γρήγορα νεκρός και ο ίδιος αλλά και ο γείτονας του.

Ο όμορφος Άλντο Πατρούνο ήταν από την αρχή καταδικασμένος, κάθε ατομική πράξη, σε δύσκολες, σε τραγικές συλλογικές στιγμές της ιστορίας είναι πάντα καταδικασμένη. Δεν έχει σημασία αν είναι μεγάλη και ξεχωριστή, αν δεν φαίνεται το γερό έρεισμα, μέσα στο σύνολο της κοινωνίας, αν δεν υπάρχει ανταπόκριση, στριμώχνεται αθόρυβα στον πάτο του χρόνου.

Όσο κι αν έκλαψε η φαμίλια του Πατρούνο στην Μπολόνια, δεν έφτασε για να αλλάξει την τραγική πορεία του προς τον θάνατο. Δεν διδάσκονται τέτοια μαθήματα, θέλει τσαγανό, πάθος και βαθιά αυτοεκτίμηση, για να ξεχωρίσει ένας σπουδαίος αγωνιστής. Όμως ακόμα πιο ανοιχτά μάτια θέλει ο ιστορικός του μέλλοντος, που αγκιστρωμένος σε στερεότυπα και ξεπερασμένες, σβησμένες ηθικές, λογαριάζει και τον κατακτητή για άνθρωπο.

Ο Aldo Patruno ήταν δάσκαλος, γονείς του ήταν ο Domenico και η Luigia Novelli, γεννήθηκε στις 22 Γενάρη 1913 και σύμφωνα με τα επίσημα  ιταλικά αρχεία δολοφονήθηκε από τους Γερμανούς στις 5 Νοέμβρη 1943. Η Ιταλία τον αναγνώρισε ως αντιστασιακό και του έχει απονείμει βραβείο Ανδρείας.