Ο Δράκος της Καρπάθου και οι τραγωδίες του πολέμου.

Ο Δράκος της Καρπάθου και οι τραγωδίες του πολέμου.

Το μισολένε στο νησί, αλλά πάλι οι πιο καινούριες γενιές γελάνε και το προσπερνούν.

Ακούς εκεί, ένας δράκος στην Κάρπαθο, είναι λένε, εκείνο το θεριό που φυλά τα μερτζανά, εκείνα τα μαύρα νερά, ξεκινά από τα δυτικά, την Αγία Ειρήνη στο Μεσοχώρι, και τριγυρνά μέχρι και κάτω από την Όλυμπο. Εκεί, στην άγρια πλευρά του νησιού, ζεί το τέρας, αυτό που όποιος τοδε, δεν γύρισε πίσω, να μας το περιγράψει, τον κράτησε για συντροφιά του.

Τα νερά σε εκείνα τα μέρη είναι κατάμαυρα, μερτζανά, όπως τα λένε στην Όλυμπο και το βάθος ξεπερνά σε μερικά σημεία τα 500 μέτρα. Όταν τα θωρείς από τα απότομα βράχια πιάνεται λίγο η καρδιά σου, μαζεύεσαι με την αγριάδα γης και θάλασσας, τόσο που κυριεύει, γεμίζει, πνίγει μάτι και μυαλό.

Από τα παλιά χρόνια όταν περιγράφουν το πέρασμα από εκείνα τα νερά σιγοστέκονται, ίσως κάποιος απόγονος τιτάνα από εκείνους που ανατράφηκαν στο νησί, ίσως κάποιο περαστικό μεγάλο κτήνος, το ψέμα μπλέκει, σαν σταυροβελονιά, με την αλήθεια και χάνεται στα μερτζανά, βαθιά νερά.

Από την άλλη πλευρά στον δίαυλο Καρπάθου-Ρόδου, που είναι γνωστό σαν “ο λάκος της Καρπάθου”, οι μύθοι σταματούν μπροστά στις αληθινές τραγωδίες του πολέμου.

Το φθινώπορο του 1943, είναι η χειρότερη χρονιά για το στενό.

Η απόφαση του Τσώρτσιλ να χτυπήσει και να καταλάβει τα νησιά του Αιγαίου, πυροδότησε τον αληθινό πόλεμο στην περιοχή.

Ήταν Σεπτέμβρης και το επιταγμένο από τους Γερμανούς, ατμόπλοιο Ντονιτζέττι, θα έμενε για πάντα στον πάτο της θάλασσας, πνίγοντας 1835 ψυχές, λίγο πιο έξω από το νότιο άκρο της Ρόδου.

Το βαπόρι είχε κοντινή μοίρα με τον διάσημο συνθέτη Γκαετάνο Ντονιτζέττι, αυτόν που πήρε και το όνομα του.

Εκείνος πέθανε στα 1848, έχοντας σύφιλη και διπολική διαταραχή, λίγα χρόνια πριν είχε χάσει τη γυναίκα και τα τρία τους παιδιά, από επιδημία χολέρας.

Οι ναζιστές Γερμανοί είχαν μεγάλα ζόρια εκείνη την περίοδο, οι Ιταλοί αιχμάλωτοι φαντάροι, τους ήταν ένα ανόητο και βαρύ φορτίο, μόνο για ξεφόρτωμα, έτσι αυτούς τους ανθρώπους, εκείνες τις δύστυχες ψυχές, βιάζονταν να τις ξεφορτωθούν, να τις στοιβάξουν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρώσεως, αφού η Ρόδος δεν μπορούσε να ταϊζει τους αιχμαλώτους. Από την προηγουμένη γέμιζαν το αμπάρι, και ενώ το Ντονιτζέττι έδειχνε να έχει περιθώρια και να χωράει μέχρι τους επτακόσιους ανθρώπους, οι Γερμανοί επέμεναν, όλο και φόρτωναν, είχαν σκοπό να ξαποστείλουν περισσότερους από 2000. Σταμάτησαν στους 1835, όταν πια φαινόταν να υποφέρει το ίδιο το βαπόρι, για τους αιχμαλώτους, στιγμή δεν έδειξαν να νοιάζονταν. Σαν από τύχη έμειναν έξω από το τελευταίο, κυριολεκτικά, δρομολόγιο 256 Ιταλοί. Οι υπόλοιποι σάλπαραν 22 Σεπτεβρίου 1943. Στην περιοχή βρισκόταν σε περιπολία το βρετανικό αντιτορπιλικό Eclipse, που εντοπίσε το Ντονιτζέττι και το ξεπάστρεψε στα γρήγορα, στέλνοντας στον βυθό 600 αεροπόρους, 1110 ναύτες, 114 υπαξιωματικούς και 11 αξιωματικούς, ακόμη και σήμερα φαίνονται αναγνωρισμένοι μονάχα οι 112 από όλους.

Ο γνωστός δύτης, Κώστας Θωκταρίδης, κάνοντας προσωπική έρευνα για το ναυάγιο ανασύρει μαζί με τις δραματικές στιγμές, όλους τους μύθους και τα απίθανα σενάρια, που κάνουν ακόμη πιο τραγική την βύθιση του.

Το βάθος είναι μεγάλο, σχεδιάζει να φτάσει κάνοντας χρήση μικτών αερίων και ειδικών μεθόδων, όμως η όλη επιχείρηση που εδω και καιρό προγαραμματίζει είναι μια προσωπική του υπόθεση με μεγάλο κόστος, έτσι η υπόθεση παραμένει ακόμη μονάχα σε επιφανειακή έρευνα και στο ξεψάχνισμα τόσο των Αγγλικών, όσο και Ιταλικών πολεμικών αρχείων.

Ειπώθηκε ακόμη και πως ποτέ δεν βυθίστηκε, αλλά αιχμαλωτίστηκε, μάλιστα φαίνεται πως βρέθηκαν ακόμη και κάποιες αδιευκρίνιστες μαρτυρίες επιζώντων, που έδιναν την εικόνα ενός φλεγόμενου πλοίου να ταξιδεύει για την Μέση Ανατολή.

Η αλήθεια του Ντονιτζέτι παραμένει στο στενό Καρπάθου-Ρόδου και σε βάθος 105 μέτρων.
Δεκαέξι μέρες μετά, στις 9 Οκτώβρη, στην βόρεια Κάρπαθο και στο στενό με την Σαρία, ένα χτύπημα, αυτή τη φορά των Γερμανών, θα βυθίσει μέσα σε ένα λεπτό το αντιτορπιλικό Panther και θα τραυματίσει θανάσιμα το αντιτορπιλικό Carlisle, που κατάφερε να φτάσει μέχρι την Αλεξάνδρεια, όμως τόσο πληγωμένο που κατέληξε, έγινε παλιοσίδερα.

Η πετυχημένη Γερμανική επιχείρηση, βομβαρδισμού της νηοπομπής, είχε κωδική ονομασία “High moon”, ψηλό φεγγάρι, και είναι γραμμένη βήμα-βήμα, από τον Γερμανό πιλότο Peter Eisenbach.

Η μοίρα από 26 τα Στούκας ξεκίνησε από τα Μέγαρα και έφτασαν πριν το μεσημέρι πάνω από την Σαρία, οι πιλότοι δεν πίστευαν στα μάτια τους, δίχως αεροπορική κάλυψη, με μοναδική άμυνα τα φτωχά αντιεροπορικά πυρά, τα πλοία, έδειχναν ένα παιγνιδάκι για τους έμπειρους πιλότους της πτέρυγας IstG3, ήταν σίγουροι, πριν ακόμη αρχίσουν τις βουτιές και να ξαμολήσουν τις βόμβες, ότι θα είχαν μια ακόμη επιτυχία τους. Ξεκίνησαν να κατεβαίνουν προς τα απροστάτευτα βαπόρια, οι σειρήνες ούρλιαζαν μέσα στο πέλαγος, όλο και ξεφόρτωναν βόμβες, χτύπησαν πρώτο το Carlisle και συνέχισαν με το Panther, που κόπηκε στα δυό και βυθίστηκε παρασύροντας στο βυθό 36 ναύτες και αξιωματικούς. Το υπόλοιπο πλήρωμα σώθηκε χάρις στις ηρωικές προσπάθειες του Ελληνικού αντιτορπιλικού Μιαούλης και του κυβερνήτη του, πλωτάρχη Κωσταντίνου Νικητιάδη.

Τα Εγγλέζικα αρχεία μιλούν για τις σφοδρές αερομαχίες πάνω από την Σαρία και παρουσιάζουν τα Αγγλικά πολεμικά αεροσκάφη να καταρίπτουν 17 από τα Στούκας, ωστόσο στα επίσημα Γερμανικά αρχεία παρουσιάζονται μόνο 6 από τα Στούκας και ένα βομβαρδιστικό Ju 88.

Άγνωστα όμως παραμένουν τα χτυπήματα στις Μοτοτζάτερες, στα Ιταλικά πλοιάρια μεταφοράς προσωπικού, μια χρονιά αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου 1944, τις ημέρες αναχωρήσως των Γερμανών από την Κάρπαθο.

Ο επαγγελματίας δύτης Δημήτρης Φίφης, βουτά συχνά σε εκείνα τα μέρη, περιγράφει την εικόνα που συναντά στον κόλπο του λιμανιού, εκεί γύρω από το Δεσποτικό, το νησάκι που συναντάμε πρωτομπαίνοντας στα Πηγάδια.

«Σε βάθος περίπου 40 μέτρων ο βυθός είναι απίστευτος, η εικόνα ξαφνικά αλλάζει, διάσπαρτα κομμάτια, τμήματα από μηχανές, οπλισμός και τμήματα από ένα διαλυμένο σκαρί μαρτυρούν το αποτέλεσμα από το χτύπημα των συμμάχων».

Λίγο πιο έξω, στον Βρόντη , ένα άλλο πλοίο μεταφοράς προσωπικού, χτυπήθηκε πιθανών εκείνες τις ημέρες, απομεινάρια δεν φαίνονται σε αυτό το σημείο, που αγγίζει τα 100 μέτρα, όμως οι μνήμες, οι μαρτυρίες που φέρνουν οι περασμένες γενιές είναι τραγικές.

«Γέμισε το λιμάνι πτώματα, εκεί έξω από το λιμεναρχείο τα είχαν στην σειρά». Θυμάται καλά ο Γιάννης Νιωτής, άλλωστε με το ψαράδικο σκάφος του πατέρα του μετέφεραν κι αυτοί, τους νεκρούς Ιταλούς και Γερμανούς, εκείνο το πρωϊνό έφευγαν βιαστικά, αλλά η μοίρα τους είχε να μείνουν εκεί για πάντα.

Τόσο στα Εγγλέζικα, όσο και στην Ιταλική γλώσσα η λέξη πλοίο, το βαπόρι είναι θηλυκού γένους, λέμε she ή la nave, όταν μιλάμε για κάποιο πλεούμενο. Ακόμη μια απόδειξη, δεν είναι ουδέτερο, πρόκειται για ένα ζωντανό θηλυκό, μα και πως αλλιώς μπορείς να βλέπεις εκείνο το θεριό, που περπατά καμαρωτό πάνω στον αφρό, σκίζει το πέλαγος και δίνει γερούς σάλτους αποφεύγοντας κακοτράχαλα περάσματα.