Οι χαμένοι Καρπάθιοι στο ναυάγιο του ΙΑΣΩΝΑ, του Μανώλη Δημελλά

Οι χαμένοι Καρπάθιοι στο ναυάγιο του ΙΑΣΩΝΑ, του Μανώλη Δημελλά

 

 

 

Πλάτος 38 17 Βόρεια, μήκος 17 28 Ανατολικά. Εκπέμπουμε το τρίτο και τελευταίο σήμα: “ΣΟΣ – Βυθιζόμαστε”.

Τελευταίος, με τα μάτια να τρέχουν ένα ποτάμι δάκρυα, εγκατέλειψε το σκάφος ο 36χρονος καπετάνιος του φορτηγού, είχε παλέψει αντρίκια για να το σώσει, αλλά δεν έφταναν οι ξαφνικές αναποδιές, είχε και κάτι κύματα σαν πολυκατοικίες και ήταν σίγουρο πως ήθελαν να τους καταπιούν.

Κυλούσε η πιο δύσκολη ώρα και το μεγάλο αφεντικό, ο Ποσειδώνας, αντί να καλμάρει έπαιρνε ο διάολος φωτιά και ξερνούσε υγρό θάνατο!

Ήταν απόγεμα Κυριακής, 13 του Μάρτη 1955, μα δεν ξεχνιούνται οι μαύρες ώρες, ο χρόνος είχε σπάσει τα ελατήρια που τον έσερναν, μούγκριζε και στεκόταν επίμονα στις 17:37.

Τρία δραματικά σήματα κινδύνου έφυγαν εκείνο το πρωί από τον ασύρματο του φορτηγού πλοίου ΙΑΣΩΝ και όλα καλούσαν για βοήθεια.

Η είδηση αμέσως μαθεύτηκε, όχι δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, αλλά όσοι άκουγαν στο ραδιόφωνο το κακό μαντάτο σιωπούσαν, ξεροκατάπιναν και έκαναν μια προσευχή για τους 11 ναυτικούς μας, που θαλασσοδέρνονταν και περίμεναν μια βοήθεια.

Έτσι και στην μακρινή Κάρπαθο, οι απογεματινές αποσπερίες της Κυριακής είχαν αφήσει στην άκρη τα διδακτικά μαθήματα από παλιές ιστορίες, ξέχασαν και τα πιο φρέσκα πιπεράτα κουτσομπολιά.

Στην κάτω γειτονιά των Πηγαδίων, εκεί πίσω από τον Κάβο, που ανέκαθεν ήταν τα σπίτια των ναυτικών, μέσα σε ένα καρπάθικο κουζινάκι έφεγγε μια λάμπα, όμως οι γυναικείες σκιές έμοιαζαν με έναν παγωμένο χορό αρχαίας τραγωδίας.

Η Άννα Καβουκλή δίχως να γνωρίζει ότι μέσα στο βαπόρι είναι το καμάρι της, ο πρωτογιός της, άκουγε κι αναστέναζε. Πότε- πότε ξέφευγε μέσα από τα στήθη της ένας βαρύς καημός.

-“Αχ, κρίμα παιδάκια μου, ποιες μανούλες σήμερα θα κλαίνε με μαύρο, με καυτό δάκρυ”.

Η τελευταία επιστολή του γιού της, του Βασίλη Καβουκλή, ακόμη ταξίδευε από την Αθήνα και δεν είχε φτάσει στο νησί. Την είχε ταχυδρομήσει μόλις δυο μέρες νωρίτερα, αφού τότε έμαθε για το πρώτο μπάρκο του, θα ξεκινούσαν την Παρασκευή 11 Μάρτη του ’55.

Ο πρωτογιός του Σκεύου και της Άννας έγραφε ευτυχισμένος στους γονείς και στα πέντε αδέλφια πως επιτέλους τα είχε καταφέρει!

Έπιανε τα ταξίδια και ήταν περήφανος που η καριέρα του θα πατούσε πάνω στον ΙΑΣΩΝΑ, του χιώτη εφοπλιστή Λιβανού. Ήταν ένα ποντοπόρο πλοίο ψυγείο 750 κόρων. Δεν ήταν τυχαίο που ο Βασιλιάς ΙΑΣΩΝΑΣ ήταν εκείνος που έκανε τον άθλο της αργοναυτικής εκστρατείας. Σίγουρα έτσι θα ένιωθε για το πρώτο μπάρκο και ο Βασίλης Καβουκλής.

Στο τελευταίο γράμμα του δεν χωρούσαν καημοί, μόνο μια κουβέντα θα ΄ψαχνε ο άμοιρος καρπάθιος ναυτικός και δεν ήταν άλλη από την ευχή της μάνας, που είναι πάντοτε παρούσα.

Ακριβώς τις ίδιες μέρες ο πατέρας του, ο μηχανικός Σκεύος, ταξίδευε κάπου στον ατλαντικό ωκεανό κι αυτός με ένα φορτηγό του Λιβανού.

Δεν ήταν ο μοναδικός καρπάθιος μέσα στον ΙΑΣΩΝΑ, μαζί και ο Μεσοχωρίτης φίλος του, ο  Γιώργης Κουλουριώτης.

Τα δυο εικοσάχρονα παιδιά μόλις που είχαν τελειώσει παρέα τη σχολή μηχανικών του Βασιλικού ναυτικού στη Λέρο. Και δεν ήταν οι μόνοι πρωτάρηδες σε εκείνο το μοιραίο τελευταίο μπάρκο. Τα ίδια ήταν και για τον 26χρονο ασυρματιστή, εκείνον τον θαρραλέο και ψύχραιμο Θωμά Κουτσουπέ.

Είχαν αγάπη, το λες και πάθος για τη θάλασσα, σα νάταν η πιο όμορφη, η πιο τσαχπίνα γυναίκα και δε βαστούσαν στιγμή μακριά της. Δεν είχαν άδικο, αφού  είναι η πιο πλανεύτρα θηλυκιά που αν τύχει και πέσει στην αρμυρή αγάπη της είναι αδύνατο να της ξεφύγεις.

Τα δυο παιδιά έκαμαν μεγάλες προσπάθειες και κατάφεραν με χίλια μέσα να βρουν τη δουλειά στο ψαράδικο που θα ξεκινούσε άδειο από τον Πειραιά για το Τράπανι, εκεί θα έκανε μια μικρή στάση ανεφοδιασμού.  Αφού φόρτωνε αλάτι από τις ξακουστές αλυκές, θα τραβούσαν γραμμή για τα κρύα νερά της Βόρειας Θάλασσας, εκεί πάνω τα ψάρια είναι χοντρά κι έτσι όταν η ψαριά είναι καλή τότε φουσκώνουν και τα πορτοφόλια!

Αναχώρησαν το απόγεμα της Παρασκευής, προβλήματα σύμφωνα με τη μαρτυρία του καπετάνιου δεν υπήρχαν, αφού είχε γίνει και η σχετική επιθεώρηση.

Με μέση ταχύτητα 8,5 μίλια την ώρα ακολουθούσαν τη σχεδιασμένη ρότα τους, πρώτα πέρασαν από την Κόρινθο και στις 11:00 του Σαββάτου ήταν μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλλονιάς, αλλά από το ίδιο απόγεμα ο καιρός αγρίευε όλο και περισσότερο.

Από το ξημέρωμα της Κυριακής ο κλυδωνισμός ήταν φοβερός και η πλεύση έμοιαζε αδύνατη. Ο καπετάνιος δεν έχασε χρόνο έθεσε τραβέρσο, κόντρα στον άνεμο το βαποράκι, και το πάλευε όσο μπορούσε. Φώναξε “αργά, όλο αριστερά”, και γύρισε την πλώρη προς την Αφρική,παράλληλα έστειλε τον υποπλοίαρχο να επιθεωρήσει τα στεγανά. Πράγματι το δεύτερο κήτος παρουσίαζε νερά και αφού τα έβγαλαν το σκέπασαν με έναν μουσαμά.

Το πρωί της Κυριακής ο καιρός πήγαινε ακόμη χειρότερα και από τις 09:00 δεν λειτουργούσε πια ούτε το πηδάλιο. Η κατάσταση ήταν δραματική, όλοι πάλευαν με τα νερά που έπνιγαν το πλοίο και τελικά  στις 11:15 ο καπετάνιος, αφού πρώτα κουβέντιασε με τον υποπλοίαρχο και τον ασυρματιστή, αποφάσισε να στείλει το πρώτο σήμα:

“ΣΟΣ-Ακυβερνησία” έφευγε από τον ΙΑΣΩΝΑ που μετρούσε τις τελευταίες του ώρες.

 

Το ss Stratheden ήταν περαστικό από τη Μεσόγειο όταν δέχτηκε στις 11:20 π.μ. ένα μήνυμα  S.O.S. από το φορτηγό ψυγείο ΙΑΣΩΝ.  Ο καπετάνιος του δεν έχασε στιγμή, αμέσως άλλαξε πορεία και έδωσε εντολή να προετοιμαστούν οι σωσίβιες λέμβοι για τις εργασίες διάσωσης.

Στο 16:12 το Stratheden έφτασε κοντά, γύρω στα 1200 μέτρα  από τον ΙΑΣΩΝΑ, η θέση και των δυο πλοίων ήταν περίπου 95 μίλια ανατολικά από το ιταλικό ακρωτήριο Spartivento, το τακούνι της Ιταλίας όπως βλέπουμε τον χάρτη.

Ο καιρός ήταν άγριος, θυελλώδης, η θάλασσα βαριά και είχε ένα σκούρο χρώμα σαν τη σκουριά αλλά στα πιο άγρια μαύρα της, ενώ τα κύματα ξεπερνούσαν τα 10-15 μέτρα και τα ακολουθούσαν εκείνοι οι απότομοι τρομακτικοί κάμποι του βουβού πελάγους.

Μέσα σε λίγα λεπτά η μηχανοκίνητη σωσίβια λέμβος Νο 16  κατέβηκε από το εγγλέζικο υπερωκεάνιο και με πλήρωμα 11 ναυτικούς (6 από αυτούς ήταν Ινδοί) τράβηξε για το Ελληνικό βαπόρι που η πρύμνη του ήδη είχε βυθιστεί.

Πλησίασε κοντά, περίπου 10 μέτρα από το ναυάγιο και οι ναύτες του Stratheden κατάφεραν να σύρουν μέσα από τη μανιασμένη θάλασσα τους 15 ναυτικούς του φορτηγού που λίγο νωρίτερα και με εντολή του καπετάνιου Α. Γκριμπαλάτου είχαν εγκαταλείψει ανά δυο το σκάφος. Στο τρίτο και τελευταίο σήμα ο ασυρματιστής Θ. Κουτουπές έγραφε: “εγκαταλείπω τη θέση μου, καλή αντάμωση”.

Στο δρόμο της επιστροφής για το υπερωκεάνιο Stratheden το σκάφος Νο16 αγκωμαχούσε από τα χτυπήματα της θάλασσας, μέχρι που έφτασε ένα μεγάλο κύμα πρώτα το κουκούλωσε και το γέμισε νερό. Οι επόμενες στιγμές ήταν οι πιο δραματικές, το διασωστικό έμοιαζε με τσακισμένο καρυδότσουφλο, η θάλασσα αφού το στριφογύρισε έπαιζε παιχνιδάκια μαζί του.

Το επόμενο κύμα ήταν το τελευταίο, περίπου 180 μέτρα από το υπερωκεάνιο η διασωστική λέμβος βυθίστηκε και πέταξε στο παγωμένο νερό τους 26 ναυτικούς.

Και εδώ αρχίζει να μπλέκει η ιστορία. Οι αρχικές αφηγήσεις κάποιου από τους τέσσερις διασωθέντες μπερδεύει την υπόθεση, αφού ανέφερε ότι “μόλις ανέβηκαν στη διασωστική λέμβο Νο16 οι Έλληνες έβγαλαν τα σωσίβια, αυτό ήταν το μοιραίο σφάλμα που οδήγησε στον θάνατο τους 11 ναυτικούς”.  Ωστόσο ο καπετάνιος, όπως και ο υποπλοίαρχος στις συνεντεύξεις τους ήταν ξεκάθαροι:

“ Όλοι τους φορούσαν σωσίβιο εκτός από έναν ναύτη, αυτό ήταν και το μοιραίο λάθος για εκείνον που χάθηκε στη θάλασσα”.

Ακόμη μια μηχανοκίνητη σωσίβια λέμβος η Νο6, λύθηκε από το υπερωκεάνιο και έπεσε στο νερό αλλά ο κινητήρας της δεν κατάφερε να ανάψει και να πάρει μπροστά.

Οι ναυτικοί θαλασσοδέρνονταν δίχως ελπίδα, όταν ένα μεγάλο ντεπόζιτο καυσίμων, από την αναποδογυρισμένη πρώτη λέμβο Νο16, βρέθηκε να φελλοπλέει παραδίπλα τους.

Οι πλοίαρχος, υποπλοίαρχος, ασυρματιστής και ο λιπαντής γαντζώθηκαν πάνω του και περίμεναν σχεδόν μια ώρα με τα μάτια τους καρφωμένα πάνω στα φώτα του υπερωκεανίου.

Η ανεξήγητη καθυστέρηση του εγγλέζικου πλοίου 23.000 τόνωνήταν υπερβολική και πριόνισε κάθε ελπίδα των  ναυαγών. Τελικά από το Strathedenρίχτηκε στη θάλασσα μια ακόμη σωσίβια λέμβος που κατευθύνθηκε προς τον ήδη βυθισμένο ΙΑΣΩΝΑ.  Ήταν η μηχανοκίνητη βάρκα Νο 5 που έφτασε στους ναυαγούς και κατάφερε να ανασύρει και να σώσει τους επτά.

Από τον βυθισμένο ψυγείο τέσσερις ναυτικοί είχαν γαντζωθεί πάνω στο ντεπόζιτο καυσίμων, ενώ κοντά τους βρέθηκαν ακόμη 3 από τους 11 ναύτες του υπερωκεάνιου, από αυτούςπου είχαν τρέξει για βοήθεια.

Μετά από αναζήτηση μιας ώρας, με τη νύχτα να σκοτώνει κάθε ελπίδα και το παγωμένο νερό να γίνεται ο τάφος των ναυτικών, οι βάρκες επέστρεψαν στο Stratheden. Χάθηκαν 8 μέλη του πληρώματος από το υπερωκεάνιο Strathedenπου προσπάθησαν να βοηθήσουν και 11 άντρες του μοιραίου ΙΑΣΩΝΑ.

Το υπερωκεάνιο παρέμεινε στην περιοχή ψάχνοντας ένα σημάδι ζωής μέχρι τις 09:00 π.μ. την επόμενη ημέρα, όταν πια  εγκαταλείφθηκε κάθε ελπίδα αναχώρησε.

Τους ζωντανούς παρέλαβε η ιταλική κορβέτα “Ουρανία” και τους αποβίβασε στην Μασσαλία. Από εκεί πήραν το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα.

Διεξάχθηκαν προανακρίσεις και ανακρίσεις, κατηγορίες για αμέλειες και καθυστερήσεις, ευθύνες ακόμη και στο εγγλέζικο πλοίο για ανεπίτρεπτη αργοπορία, μέχρι που ακολούθησε και η δίκη. Κι όμως μέχρι σήμερα ο αδελφός του καρπάθιου Βασίλη Καβουκλή, ο Νικήτας δεν ησυχάζει. Έμπειρος ναυτικός και ο ίδιος, κάθε που φέρνει στη σκέψη του την ιστορία μοιάζει να φουλάρουν βασανιστικά ερωτηματικά και μαύρες απορίες όλα τα στεγανά του μυαλού του. Γιατί; ψιθυρίζει δίχως να δώσει καμιά απάντηση.

Απομένει μια καλή κουβέντα για τα δυο εικοσάχρονα παλικάρια, τα καρπαθάκια, που πνίγηκαν από το διπλό ναυάγιο, πρώτα με τη βύθιση του φορτηγού και έπειτα με την ανατροπή της σωσίβιας λέμβου.

Ένα παιδί μάλαμα, αυτός ήταν ο Βασίλης, νησιώτης που είχε πρόσωπο και μάτια καθαρά, δίχως σκιές αμφιβολίας. Δεινός κολυμβητής, πρωταθλητής σε όλα τα Δωδεκάνησα.

Αναθρεμμένος από την αρμύρα και το χοντρό αλάτι της Καρπάθου, μέρα και νύχτα  ξυπόλητος  μέσα στα καΐκια και τις βάρκες που είχε χτίσει ο πατέρας του, ο  Καλύμνιος Σκεύος, είχε φτάσει στην Κάρπαθο στα 16 χρόνια του. Μόλος δυο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε την Άννα έτσι ρίζωσε πάνω στο νησί. Κι εκείνος είχε να λέει για ένα ναυάγιο μέσα στον πόλεμο. Τότε έμεινε πάνω σε μια σχεδία, με έναν ακόμη Καλύμνιο ναυτικό και 10 Ιταλούς για 72 ώρες, όμως το ριζικό του δεν έγραφε τίποτα για τον πάτο της θάλασσας.

Αντίθετα, ο πρωτογιός της οικογένειας Καβουκλή, ο Βασίλης, δεν πρόλαβε να χαρεί και να αρχίσει τις απλωτές μέσα στη ζωή. Τον άρπαξε η μεγάλη του ερωμένη, η μάγισσα και πλανεύτρα θάλασσα.

Δυο λόγια για το εγγλέζικο βαπόρι που έτρεξε να βοηθήσει το ΙΑΣΩΝ και έχασε 8 ναυτικούς του.

Το  STRATHEDEN  ήταν ένα υπερωκεάνιο 23.722 τόνων και μήκους 202,5 μέτρων που ναυπηγήθηκε το 1938. Μπορούσε να μεταφέρει 1.011 επιβάτες και έκανε πολλές φορές τον γύρο του κόσμου.

Μάλιστα σε ένα από τα ταξίδια του είχε επιβάτη και τον Άγγλο λογοτέχνη James Orwell. Ήταν 2 του Σεπτέμβρη 1938, ο ίδιος και η σύζυγος του Eileen O’Shaughnessy, με την οποία είχαν παντρευτεί το 1936, απέπλευσαν από Tilbury, σε μια τουριστική θέση του SS TRATHEDEN.

Αυτό ήταν το δεύτερο ταξίδι του Όργουελ μέσα στο Βισκαϊκό Κόλπο. Στη λίστα των επιβατών ο ίδιος είχε γράψει για τον εαυτό του «Επάγγελμα – μυθιστοριογράφος»,ενώ η Eileen έγραψε «Επάγγελμα – Τίποτε».

Ο Όργουελ είχε πάρει χάπια για τη ναυτία και ήταν χαρούμενος γιατί τον βοήθησαν,  σύμφωνα με την σύζυγο του, έτσι “τριγύριζε στο πλοίο και παρατηρούσε τον κόσμο με ένα πελώριο χαμόγελο”.

Το STRATHEDEN βρέθηκε δίπλα σε μια μεγάλη τραγωδία ακόμη μια φορά.

Ήταν το ακριβώς πάνω στο χειμερινό ηλιοστάσιο, 22 Δεκέμβρη 1963, όταν ναυάγησε το  κρουαζιερόπλοιο ΛΑΚΩΝΙΑ.

Το πλοίο είχε αναχωρήσει από το Southampton. Εκεί αφού έκανε δεξαμενισμό και εκτεταμένες επισκευές μέχρι και την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου, αναχώρησε για το Funchalτης Πορτογαλλικής νήσου Μadeira, πρώτη στάση της επταήμερης Χριστουγεννιάτικης Κρουαζιέρας του.

Την νύχτα της 22ας προς 23ης Δεκεμβρίου 1963, εκδηλώθηκε  πυρκαγιά, έγιναν έντονες προσπάθειες για να τη σβήσουν χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Στο τέλος το ΛΑΚΩΝΙΑ εγκαταλείφθηκε και βυθίστηκε 6 μέρες αργότερα την 29/12/63, ενώ ήταν σε ρυμούλκηση από το Νορβηγικό Ναυαγοσωστικό HERCULES περίπου 250 μίλια Νοτιοδυτικά του Γιβραλτάρ.

Από τους 1022 επιβαίνοντες χάθηκαν 128 επιβάτες, ενώ το STRATHEDEN λειτούργησε ως πλωτό νοσοκομείο για τους διασωθέντες και βοήθησε πολλούς από τους ναυαγούς.

Το Strathedenπέρασεστα χέρια του έλληνα εφοπλιστή Γ. Λάτση και δυο φορές άλλαξε όνομα. Πρώτα έγινε HENRIETTA LATSI (1964) και λίγο αργότερα MARIANNA LATSI (1966).

Το πλοίο ακολούθησε τη σκληρή μοίρα του, αυτή που φέρνουν τα γηρατειά στα σίδερα του, διαλύθηκε στη Spezia το 1969.