Δύο λίρες στο μαγκάλι

Δύο λίρες στο μαγκάλι

Τα μάτια και το στομάχι μπορεί να χορταίνουν με το χρήμα, όμως για τη ψυχή μια γλυκιά μνήμη, καμιά φορά ακόμη και ψεύτρα, είναι αρκετή για να την κάμει να φτερουγίσει. Κι από τέτοιες ο Γιώργης, ο πρωταγωνιστής ετούτης της ιστορίας, είχε τόσες πολλές που τις μοίραζε σε γνωστούς και φίλους, μα είχε τέτοια σιγουριά που τους έκανε να αναρωτιούνται ακόμη και για την ύπαρξη τους.

Ναι, μην απορείτε, ακριβώς έτσι έκαναν οι συνομιλητές του και κείνος στο τέλος τους πέταγε:

«Κάντε υπομονή, σαν έρθουν οι κόκκινοι τότε φίλοι μου θα τα πούμε από τη καλή, τότε να δούμε που θα κρύψετε τις μπαγαποντιές σας»!

Δεν είναι τωρινή ετούτη η ιστορία, συνέβη καμιά δεκαριά χρόνια πριν από τον 2οπαγκόσμιο πόλεμο κι είναι από κείνες που σύντομα ξεχάστηκαν και σήμερα δεν αφορούν κανέναν.

Η γυναίκα του, ήταν δεν ήταν 20 χρονών, είχε ήδη γεννήσει το δεύτερο παιδί κι ήταν στους πέντε μήνες για το τρίτο. Εκείνος όλο σκαρφιζόταν τίποτε δουλειές του ποδαριού, έτσι κατάφερνε να βγάζει το μεροκάματο, να μην έχει κανέναν ανάγκη κι όλο να περιμένει τους…κόκκινους.

Από τις πείνες και τις στερήσεις το ζευγάρι είχε καταφέρει να μαζέψει ένα μασούρι νομίσματα, θα ’ταν 30, μπορεί 40 μπορεί 50 λίρες.

Κάθε φορά που έφερνε μια καινούρια χρυσή βασίλισσα στο σπίτι, ο Γιώργης συνήθιζε να επαναλαμβάνει μια ιεροτελεστία. Τις έβγαζε όλες μέσα από τον πήλινο πιδιακό, εκεί τις είχαν κρυμμένες, μετά έλυνε τον στραβό κόμπο, από το πολύχρωμο μεταξωτό μαντήλι που ήταν φυλαγμένες και μια-μια τις μετρούσε. Καμιά φορά, όταν ήταν στην καλή του, τις έφτυνε και με το σάλιο του και καμωνόταν πως τις γυάλιζε.

Έπειτα τις έφερνε κοντά στο καπνισμένο γυαλί της λάμπας, μιλούσε στο αγέρωχο προφίλ της Βασίλισσας, εκείνο που είχαν πάνω οι λιρίτσες του.

«Αχ, δε θα ’ρθουν οι κόκκινοι, να δω και σένα κυρά μου που θα κρυφτείς! Γιατί αυτοί δε λογαριάζουν από πλούτη, ούτε από μεγαλεία, αυτοί θα φέρουν την ισότητα, την ισονομία και τότε θα έχεις και εσύ ένα σπιτάκι δυο μέτρα, να σα το δικό μας».

Η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι, δεν άντεχε σιωπηλή, πήρε πρωτοβουλία και πρότεινε στον Γιώργη να δώσουν τις λίρες και να αγοράσουν ένα σπίτι στο χωριό, ένα σπιτάκι, που θα μείνει και στην πρωτοκόρη τους, γιατί δίχως προίκα δεν θα υπήρχαν γαμπροί και τα χρόνια έσβηναν τόσο γρήγορα, να όπως τα ξυλοκάρβουνα μέσα στο μαντεμένιο τους μαγκάλι.

Όμως ο άντρας της δεν άκουγε από τέτοια πράματα, έκρυψε στα βιαστικά το μαντήλι με τις οικονομίες κι έπιασε το γνωστό τροπάριο για τους κόκκινους.

Ήταν χειμώνας και στο νησί του Γιώργη η πείνα θέριζε όλα τα κορμιά, όσοι είχαν κουράγια, ετοίμαζαν έναν τουβρά κι έμπαιναν στο πρώτο περαστικό πλεούμενο, έτσι λαθραίοι τραβούσαν για άλλες πιο εύφορες στεριές.

Εκείνοι που έμεναν πίσω έπρεπε να γίνουν πιο εφευρετικοί, να σκαρφιστούν τρόπους για να τα βγάλουν πέρα και να χορταίνουν με τα λίγα.

Ο Γιώργης, παρέα με έναν συγχωριανό του έπιασαν την ιδέα, θα έκαναν ένα κοντραμπάντο, γιατί δηλαδή εκείνοι που τα κατάφερναν ήταν καλύτεροι τους;

Θα ναύλωναν ένα καΐκι, θα ταξίδευαν μέχρι το διπλανό μεγάλο νησί και αφού το φόρτωναν όλα τα καλά του Θεού, θα έφερναν όλα εκείνα που αγόραζε ο κοσμάκης με δελτίο. Ρύζι, ζάχαρη, αλεύρι, καφέ κι ότι άλλο ήταν δυσεύρετο στη στενή στεριά που ήταν η μοίρα τους.

Γύρισε στο σπίτι και έσυρε τις λίρες από την κρυψώνα τους, η γυναίκα του ήταν πάνω από το μαγκάλι, είχε παραχώσει το μωρό μέσα στον κόρφο της και πάλευε να το ζεστάνει. Τον είδε που μετρούσε και ξανά-μετρούσε τις οικονομίες και με μασημένα λόγια τον ρώτησε μήπως το καλοσκέφτηκε. Μήπως φύγουν από κείνον τον αχυρώνα, μήπως επιτέλους αγοράσουν ένα σπιτικό, έστω τέσσερις πέτρινους τοίχους και σιγά-σιγά θα το κάναν παλάτι. Όμως ο Γιώργης είχε άλλα σχέδια, αφού τη ξόρκισε να μη μαρτυρήσει κουβέντα, της αποκάλυψε το σχέδιο.

Ήταν σίγουρος ότι θα έπιαναν την καλή και δεν θα έκλεβαν τον κοσμάκη, ότι αγόραζαν θα το πουλούσαν τίμια, σε κανονικές τιμές, ακόμη κι αν κάποιος δεν είχε μετρητά θα έπαιρνε τρόφιμα βερεσέ. Γιατί έτσι θα έκαναν κι κόκκινοι κι ο Γιώργης φοβόταν, γιατί όταν εκείνοι θα έβγαναν μπροστά κάποιος θα τον μαρτυρούσε και τότε θα ξέρναγε το γάλα της μάνας του!

Την ίδια στιγμή που εξηγούσε στη γυναίκα του μικρές λεπτομέρειες για το λαθρεμπόριο, κουνούσε το μαντήλι κι από μια μικρή τρυπούλα ξεγλίστρησαν δυο λίρες που έπεσαν μέσα στο αναμμένο μαγκάλι. Ούτε που ενοχλήθηκε, ο Γιώργης δε πίστευε σε παραμύθια, ούτε σε περίεργα σημάδια, δεν έβλεπε Αγιούς ή τίποτε δαίμονες στον ύπνο του. Μόνο που καθώς τις έβλεπε δίπλα στα κάρβουνα να κοκκινίζουν χαμογέλασε.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΗΜΕΛΛΑΣ

Τις επόμενες ημέρες ναύλωσαν ένα μικρό σκάφος, έφυγαν νύχτα, ταξίδεψαν κρυφά μέχρι το μεγάλο νησί, όπου δεν άργησαν να το φορτώσουν τρόφιμα και εμπορεύματα.

Έτσι χαρούμενοι, οι δυο φίλοι και τώρα πια συνεργάτες, δε χασομέρησαν, ξεκίνησαν μαζί με το βαρκάρη για το νησάκι τους. Η θάλασσα κι ο καιρός στάθηκαν σύμμαχοι στα παράνομα σχέδια τους, όσο κρατούσε το ταξίδι τόσο έκαναν λογαριασμούς, που χρωστάνε, ποιον θα ξεπληρώσουν πρώτο, σε ποια κρυψώνα θα φυλάξουν το εμπόρευμα, ακόμη σκέφτηκαν τους πιο πεινασμένους, εκεί που θα δώσουν δωρεάν τρόφιμα. Μέχρι που τους τελείωσε το χαρτί και συνέχισαν να γράφουν πάνω στα χαρτόκουτα!

Το χάραμα ετοιμάστηκαν να δέσουν σε ένα μικρό αφύλακτο λιμανάκι, όμως δεν υπολόγισαν στην Finanza, την οικονομική αστυνομία (το νησί ήταν στα χέρια των Ιταλών) που είχε μάθει για το κοντραμπάντο μάλλον από τίποτε καλοθελητές ρουφιάνους.

Ακόμη δεν είχαν αρχίσει να ξεφορτώνουν τα πρώτα κιβώτια όταν άκουσαν το καμιόνι και τις φωνές των καραμπινιέρων. Οι δυο συνεταίροι παράτησαν σύξυλο τον βαρκάρη κι άρχισαν να τρέχουν προς το βουνό, πάνε τα τσουβάλια με το ρύζι, χάθηκαν τα μακαρόνια και τα όσπρια. Όλα έμειναν πίσω και κατασχέθηκαν από τους Ιταλούς, ενώ οι δυο συνέταιροι, άφραγκοι, απογοητευμένοι μέχρι τη ψυχή, επέστρεψαν στο χωριό και κρύφτηκαν στα σπίτια τους.

Για λίγες μέρες ο Γιώργης έκοψε τις βόλτες και τα πήγαινε-έλα από τα καφενεία, απαρηγόρητος λούφαξε στο μικρό του γιατάκι. Μέχρι που βρήκε το κουράγιο και ξαναγύρισε στις παλιές συνήθειες.

Στο μεροκάματο κι έπειτα όνειρα για τους κόκκινους, που όταν έρθουν θα μοιράσουν σε όλους αυτά που πρέπει, τίμια και καθαρά, χωρίς παρανομίες, τόσο που κανείς από τους φτωχούς δε θα βρεθεί που να ’χει παράπονο.

Μόνο που πότε-πότε, θυμόταν τις δυο λίρες, εκείνες τις τυχερές, που είχαν ξεπέσει μέσα στο αναμμένο μαγκάλι και σώθηκαν, έμενε μια στιγμή βουβός κι ύστερα χαμογελούσε, δεν έπαψε να περιμένει τους κόκκινους που θα τα άλλαζαν όλα!