Μαριγούλα Μαστρολέων-Ζέρβα, μια Καρπαθιά στο ΕΑΜ

Μαριγούλα Μαστρολέων-Ζέρβα, μια Καρπαθιά στο ΕΑΜ

 

Καρπαθιά, Πυλιάτισσα στην καταγωγή, όμως γέννημα και θρέμμα Πειραιώτισσα, αφιέρωσε ολάκερη τη ζωή της σε ένα διαρκή, πολλές φορές άνισο αγώνα, για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος.

Η Μαριγούλα Μαστρολέων-Ζέρβα γεννήθηκε το 1926, στο Χατζηκυριάκειο, δεύτερη κορούλα, σε μια σειρά από επτά παιδιά. Μεγάλωσε μέσα σε μαύρη κι άραχνη, φτώχεια, και είδε τους γονείς  να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια της.

Ένα καρφί άνοιξε πληγή, κακοφόρμισε και έστειλε τη μάνα της στο άλλο κόσμο. Τρεις μέρες μετά και ενώ ο πατέρας της βγήκε, στη Σαλαμίνα, ψάχνοντας μεροκάματο, ένας μεθυσμένος, Γερμανός στρατιώτης, τον χτύπησε, τον άφησε παράλυτο και τελικά πέθανε στα χέρια των παιδιών του.

Η μυθιστορηματική ζωή της Μαριγούλας δύσκολα περιγράφεται.

Το αγράμματο κορίτσι που ήξερε από τσαγκαροδουλειές, ήταν χαρακτήρας νευρικός, γεμάτος ερωτηματικά και προβληματίζεται με τη στάση των ανθρώπων.

Οικογένεια Βενιζελική, δημοκρατική, με καταγωγή από τα σκλαβωμένα δωδεκάνησα, δεν χάνει ευκαιρία να γεμίζει με ερωτήσεις τους δικούς της. Με το ξέσπασμα του πολέμου, ο μεγάλος αδελφός της, ο Μιχάλης, παρουσιάζεται εθελοντής στο σύνταγμα Δωδεκανησίων, ενώ ο γείτονας, Καρπάθιος τσαγκάρης, Γιώργης Λυριστής, είναι ο πρώτος κομμουνιστής, που γνωρίζει και γίνεται η αιτία να μάθει να μην φοβάται αυτούς τους “τίμιους ανθρώπους”  όπως της μάθαινε ο δημοκράτης πατέρας της.

Όμως οι ανελέητες διώξεις του αδελφού της Μιχάλη, που στο μεταξύ γράφτηκε στο ΕΑΜ, και οι δεκάδες χαφιέδες, μεταξύ αυτών και αρκετοί γείτονες, πασίγνωστοι Καρπάθιοι, την κάνουν να μην σταθεί αμέτοχη στο διάβα του χρόνου, γίνεται μια σπουδαία αγωνίστρια.

Ο πρώτος αρραβώνας χάλασε πάνω στην πρώτη σύλληψη της, ένας αξιωματικός, που υπηρετούσε στην κοπή ο λεγάμενος αρραβωνιάρης, και μόλις έμαθε πως την έπιασαν, λιποθύμησε. Θερμοπαρακαλούσε τη Μαριγούλα, να αποκηρύξει κάθε μπλέξιμο με κομμουνιστές, όμως εκείνη όλο και θέριευε, όλο και φόρτωνε,

με το άδικο. Η Μαριγούλα δεν πιάστηκε τότε για τις δικές της ιδέες, αλλά για τη συγγένεια, που είχε με τον ΕΑΜίτη Μιχάλη Μαστρολέοντα, τον αδερφό της.

Από τότε μπαινόβγαινε σε φυλακές και ξερονήσια, πέρασε δέκα χρόνια από τη ζωή της στην εξορία. Από τη Χίο, στο Τρίκκερι και από εκεί στο Μακρονήσι.

Όχι μόνο δε λύγισε η Μαριγούλα, όχι μόνο δεν υπέγραψε χαρτιά που να αποκηρύσσει την ιδεολογία της.

Αντίθετα έβαλε, στα κρυφά, μια φωτογραφική μηχανή και αποτύπωσε τις εικόνες που σήμερα είναι οι παγωμένοι, ασπρόμαυροι μάρτυρες, μιας μαρτυρικής εποχής.

Ανήσυχη γυναίκα, μαθαίνει γράμματα από το κρυφό σχολειό που στήνουν στο Τρίκκερι οι 52 αγωνίστριες δασκάλες, με την αγωνίστρια, Ρόζα Ιμβριώτη, να καταστρώνει όλο το διδακτικό πρόγραμμα.

Τα χρόνια περνούν, με εκείνες τις γενιές, που χρυσοπλήρωσαν το τίμημα της ιδεολογίας που δεν προχώρησε, να τσακίζονται, με μια απίστευτη βαρβαρότητα. Βασανιστήρια, ξύλο και ψυχολογική πίεση που αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Εκεί βγαίνει, γράφεται, ο σπουδαίος ρόλος της Μαριγούλας, που καταλαβαίνει, νιώθει πως όλα περνούν, σβήνουν και ξεχνιούνται.

Οι επόμενες γενιές, όλοι έμεις, που δεν ματώσαμε για τις απόψεις μας, βλέπουμε  πότε αδιάφορα και  πότε λίγο σκωπτικά, τους δικούς τους, σκληρούς αγώνες.

Με πατημένα τα εξήντα ένα έμφραγμα την έφερε στο κρεβάτι και οι φροντίδες από τους φίλους και τους συντρόφους της θύμισαν ιστορίες από τα παλιά. Τότε ήταν που όσο την άκουγε η Ελένη Χαλβατζή, τόσο την παρότρυνε να ξεκινήσει το γράψιμο.

Ξεσηκώνεται, στύβει το μυαλό της, φέρνει στη μνήμη της γεγονότα και στιγμές από το παρελθόν και όλα τα γράφει στο χαρτί.

Από εκείνη την στιγμή βουτά στα βαθιά, ο αναπνευστήρας είναι η καθαρή της μνήμη και για πέδιλα έχει μολύβια και λευκά χαρτιά.

Αφήνει για μας μια ανεκτίμητη κληρονομιά, που ακόμη σήμερα, δεν έχουμε πολυκαταλάβει τη σπουδαιότητα και τη σημασία της.

Γράφει με ψυχή και πάθος, γράφει γεγονότα όπως τα έζησε, δίχως φτιασίδια και φιοριτούρες, μιλά με ονοματεπώνυμα και όσο κι αν πονάει, δίνει την διάσταση που πρέπει στα γεγονότα.

Καρπαθιά, αλήθινη Καρπαθιά, γράφει σελίδες, ολόκληρα τμήματα στην ντοπιολαλιά του νησιού της και δεν χάνει ευκαιρία να τονίζει για τη θεία Βαγγελιώ ή τη Χατζηνούλα, αλλά και τους υπόλοιπους, καρπάθιους συγγενείς που μπαινοβγαίνουν σπίτι της.

Άφησε κληρονομιά έξι δυνατά, αυτοβιογραφικά, βιβλία.

Από τους “παλιούς Ρεμπέτες” και το “ΕΑΜ της γειτονιάς” στις “Εξόριστες” κι από εκεί στις “Κρατούμενες στα Γιούρα” και στους “Ζωγραφιστούς ήλιους”. Τελευταίο βιβλίο της, “Ο Αγωνιστής Γρηγόρης Ζέρβας” είναι το πορτραίτο του συντρόφου της ζωής της, και περιγράφει τη διαδρομή ολόκληρης της σχέσης τους.

Άλλες εποχές οι σημερινές, περισσότερες οι σειρήνες και τα φορτωμένα δέντρα με ολόδροσους Λωτούς, μας κάνουν να αναζητάμε σε περαστικούς Θεούς όλες τις ελπίδες.

Μια συνάντηση, κρυφή ή φανερή, με τη Μαριγούλα, σα να γεννά ελπίδες, και λίγο παράδοξα, φέρνει τόση δροσιά και ελπίδα από το παρελθόν.

Όπως στα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο, “Το ΕΑΜ της γειτονιάς”, η Μαριγούλα θυμάται τα λόγια της θείας Βαγγελιώς, στο Χατζηκυριάκειο:

 

“…τώρα που είμαστε μοναχές θα σας τα πω. Ήκανατες μωρή εγώ τις μεαλοκυρίες, που τρώσι και πίνουσι από τους Γερμανούς και από τα κλεψιμεϊκα του κοσμάκη, τ’ αλατιού. Και τια δε τους είπα; τους εστόλησα από πάνω μέχρι κάτω όπως τους ήπρεπε. Ενεβγάλαν τσιμουδιά, και τια να που οι ντροπιασμένες, έχου φιλότιμο που το βράδυ θέλουσι λέει να κάμουσι γλέντια και έχου πει του Μανώλη ( ο άντρας της είναι ο Μανώλης) να πάει λέει να τους παίξει λύρα να χορέβγου. Ο κόσμος πεθαίνει από πείνα και αυτοί θέλουσι χορο!

Ε θα τον αφήσω να πάει το Μανώλη, θα πω πως τον επονούσι τα ποδάρια και ενημπορεί. Είχε έρθει χτές ο Μιχαλάκης (ο αδερφός μας) και μου είπε να σας είπω ότι έχετε να τα χώνετε μες τα χώματα στο χάλασμα να μη σας εβρού καμμιά μέρα τίποτα γιατί θα σας εσκοτώσου. Τα μάτια δέκα. Μωρή ακούτε;

Αχού και τια μου κάνετε και εν έχω το μυαλό στη κεφαλί μου μέσα.

Έν ε κοιμούμε μωρή τη νύχτα, τια να πρωτοσκεφτώ;….

 

…Ποιός είναι που μας κυβερνά μωρή τώρα που λευθερωθήκαμε και μας κάνει αυτά τα πράματα; Ε(ν)τα βλέπω καλά. Είδα μωρή πάλι τον Κουταμάρα (χαφιές) αρματωμένο και πήαινε. Πας και έρκονται μωρή μπρος πίσω οι Γερμανοί; Ενέχουμε και έναν άνθρωπο να ρωτήσουμε. Χάσαμε το Μιχαλάκι. Άλλο καμό έχομε πάλι”.