Κάρπαθος. Το ξεχασμένο κανόνι στου Μιχαλιού το Κήπο

Κάρπαθος. Το ξεχασμένο κανόνι στου Μιχαλιού το Κήπο

 

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς, φωτογραφία Καλλιόπη Μαλλόφτη

Η παρέα των Ιταλών νοίκιασε ένα τζιπάκι από τα Πηγάδια, σταμάτησε στο φούρνο, άρπαξε στα βιαστικά μια σακούλα μονοϊράκια και μερικά πανίνα, ακού πανίνα, ούτε στο Τορίνο να είμασταν! ; Έπειτα πήρε τον αμαξωτό για αεροδρόμιο.

Ήξεραν για τη Κάρπαθο, από το νησί είχε περάσει ένας συγγενής, ήταν φαντάρος το 1930, βρέθηκε να υπηρετεί, αναγκαστικά, τους φασίστες, όσο ζούσε, μιλούσε και έσταζε μέλι για τη Scarpanto.

Τότε ήταν μικρά παιδιά, δεν του δίναν και μεγάλη σημασία, όμως εκείνες οι κουβέντες κοκκάλωσαν μέσα στη ψυχή τους.

Δεν ήταν πια, το νησί, μια κατάκτηση τους με τα όπλα, αλλά με το χρήμα, το ρευστό, που κάνεις ό,τι θέλεις, όλα ή σχεδόν όλα, μπορείς να τα αγοράζεις.

Πέρασαν  το Πλατύολο όλο γέλια, που σκορπίστηκαν στον αέρα, στα δεξιά τους δεν πρόσεξαν το στρατιωτικό νεκροταφείο που έχει πια καταστραφεί, αφού κανείς από τους ντόπιους πολιτικούς δεν ενδιαφέρεται για να αποκαταστήσει την ιστορία.

Ακολούθησαν δίχως βιασύνη τις στροφές του δρόμου, τόση ησυχία, είχαν να ακούσουν από πέρυσι το καλοκαίρι, τα λάστιχα χαϊδεύαν την άσφαλτο κι αυτά έκαναν μόνο θόρυβο.

Έμοιαζαν με γουργουριστές γάτες, αραχτές πάνω στο μαγικό μπονέντη, όταν κάπου πάνω στη στροφή για τις Μενετές συμφώνησαν, δεν γνώρισε πολέμους η Κάρπαθος, και ίσως να μπορούσε να είναι ακόμη Ιταλική, αλλά ποιος ξέρει, τώρα με την οικονομική ανατριχίλα, ίσως το πράμα πάρει άλλη τροπή, να ξεπουλήσουν οι Έλληνες μερικά νησιά, αλλά και πάλι δεν χρειάζεται, η πιο καλή ταυτότητα, είναι το γεμάτο πορτοφόλι.

Μέσα στα χαϊδέματα και τα σουσάμια, από τα κουλουράκια, που δεν πώσωσαν να φτάσουν στη παραλία, τράβηξαν χειρόφρενο, πάνω από του Μιχαλιού το Κήπο.

Η εικόνα έμοιαζε με όνειρο, μέρος μαγικό, από εκείνα που συναντάς στις χολιγουντιανές ταινίες του ΄50 ή διαβάζεις στα παιδικά παραμύθια.

Ψυλλιασμένοι έτρεξαν να προλάβουν μια μικρή σπηλιά, για να αποφύγουν τον ήλιο του Αφιάρτη, που είναι σκληρός, δεν αστειεύεται και στο άψε-σβήσε, σε μαυρίζει δίχως δισταγμούς.

Ο μικρός κόλπος γίνεται φιλόξενο απάγγιο για τα ζευγαράκια, που θέλουν στις βουτιές να μην σταματούν τις ερωτικές τους αγκαλιές. Ώσπου κουράστηκαν και βγήκαν, ξεκίνησαν να μαζεύουν κοχύλια και άλλα δώρα, που η παραλία είναι γεμάτη από δαύτα.

Η πιο θαρραλέα της παρέας, άρπαξε τη μάσκα της και είπε να ψάξει μέσα στο νερό, ίσως να τη διάλεγε κάτι πιο ιδιαίτερο, κανένα ματάκι, που θα γινόταν λατρεμένο κόσμημα, πάνω στο μικρό κορμάκι της.

Πέρασε στον αριστερό κόλπο, εκεί τα νερά βάθαινουν απότομα, έκανε μια να φύγει, μα μια φωνή την τρόμαξε, αντρική φωνή που τις μίλησε στη γλώσσα της.

Vieniqui, έλα εδώ…μην φοβάσαι..

Γύρισε, δίστασε λίγο, αλλά δεν ένιωσε απειλή, δύο μέτρα κάτω από τα πόδια της ένα μεγάλο κανόνι τη φώναζε, την προσκαλούσε κοντά του.

Πήρε μια βαθειά ανάσα και το πλησίασε, εκείνο δεν έχασε καιρό, ήξερε πως οι άνθρωποι δεν είναι πλασμένοι για τη θάλασσα, ευτυχώς γιατί θα είχαν μαγαρίσει εντελώς, ό,τι κρύβει το αλμυρό νερό.

Το κανόνι ήταν ένας ξεχασμένος φύλακας, του Ιταλικού στρατιωτικού αεροδρομίου, ήταν λίγα μέτρα πάνω από τη παραλία, στο πρώτο ύψωμα και μια μέρα πριν την αναχώρηση τους, οι Γερμανοί το ανατίναξαν και το πέταξαν εκεί μέσα.

Η Ιταλίδα το διέκοψε,

-μα δεν γνώρισε σπουδαίο πόλεμο η Κάρπαθος, δεν είχε δεκάδες νεκρών και όλα κυλούσαν ήσυχα στο νησάκι.

Το γέρικο, σκουριασμένο κανόνι γέλασε τρανταχτά, δεν έχασε χρόνο, απάντησε με καημό,

-ίσως εδώ ο πόλεμος να ήταν πιο σκληρός από αλλούς τόπους,

ο κόσμος υπέφερε σιωπηλά πολύ περισσότερο και εμείς, οι κατακτητές, είμασταν ακόμη πιο σκληροί, γιατί νιώθαμε πως το νησάκι, η Scarpanto, ήταν δικιά μας. Όμως γελαστήκαμε,  οι Καρπάθιοι είναι πιο δυνατοί από αυτό που δείχνουν, υπέφεραν, αλλά άντεξαν πολλά χρόνια σκλαβιάς και ολομόναχοι άλλαξαν σημαία.

Μην ξεγελιέσαι, δεν κατακτάς αυτόν τον τόπο, αυτός, αν σε διαλέξει, πάντα σε κατακτά, σε έχει κατακτημένο!

Η γυναίκα κόντεψε να πνιγεί, δεν είχε άλλη ανάσα στα πνεμόνια της, βγήκε στον αφρό και χαιρέτισε το κανόνι από ψηλά. Είχε μάθει ένα μυστικό, και βιαζόταν να το μοιραστεί με την παρέα, που ανέμελα έκλεβε αχόρταγα μνήμες, πόσοι κουρσάροι δεν πέρασαν  από εκεί, οι άμοιροι, νόμισαν πως κάτι έπαιρναν.

Αντίθετα, δίχως να το καταλαβαίνουν, γίνονταν ακόμη και αυτοί, ένα κομμάτι αυτού του άγριου παράδεισου.