Γερνά μωρέ η ψυχή;

Γερνά μωρέ η ψυχή;

 

Πετάχτηκε άγρια χαράματα μέσα από τον ύπνο της. Έτριψε απαλά τα χέρια της μέσα στο σκοτάδι. Βρήκε τον διακόπτη άναψε  μια ασθενική λάμπα που φώτισε την ηλικιωμένη. Γριά,  για την κοινωνία για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Δεν έλεγε σε κανέναν τα όνειρα της. Δεν μοιραζόταν τις ανομολόγητες σκέψεις της, μα έτσι κι αλλιώς είχαν όλοι άλλοθι, θα την προσπερνούσαν στα βιαστικά.

Ήτανε λέει στο γάμο των γονιών της. Τα όργανα, βιολί και λαούτα, πέρναν το γαμπρό στο σπίτι της νύφης και κείνη, μικρό κορούλι, καμάρωνε τον πατέρα της. Μα τι αδυναμία που της είχε. Μα πως περάσανε τόσα χρόνια 30, 40 ,60. Μετά της έφεραν τον δικό της άντρα, τον  γαμπρό. Από Αυστραλία. Παραλής, κονομημένος.

Τι να το κάμεις, σήμερα φορά και τις δυο βέρες μαζί. Αφού εκείνος δεν είχε τύχη, απόκαψε πρώτος.

Την άφησε μοναχή να ονειρεύεται όλα εκείνα που της έταξε και τα ρημάδια ήταν τόσα πολλά.

Όμως κάμανε καλιμέντο, στήσανε σπιτικό. Με δυό παιδιά, αγόρι και μια κόρη,  σήμερα πια παντρεμένα, τακτοποιημένα. Είπαμε, με γερό άλλοθι.

Σήμερα μοιράζονται μαζί μια Κυριακή, όχι τίποτε σπουδαίο άλλωστε  η γριά μάνα άμα θέλει κάτι θα μας το πει. Έτσι λέει έει ο μεγάλος γιός.

Η κόρη, κολλημένη στα δικά της παιδιά, βλέπει την μάνα, τα σπασμένα, ταλαιτωρημένα χέρια της, βλέπει τι κάνει ο χρόνος, δεν αντέχει  ούτε μπορεί να διαχειριστεί τη δική της απώλεια που έρχεται. Φεύγει.

Έπιασε μια κρέμα, που φερε ο γιός από τα ξένα, ταξιδεύει, τον καμαρώνει της θυμίζει τον μακαρίτη. Όχι το μακαρίτη, ψέματα, ήταν ερωτευμένη πολλά  χρόνια πριν με ένα καπετάνιο συντοπίτη της. Μα δεν ήταν για κείνη έλεγε και ξανάλεγε η μάνα της. Α ρε μάνα. Όσο προχωρά ο χρόνος το σώμα γεμίζει σημάδια. Δείκτες  πως ωριμάζουμε. Μα η ψυχή;

Μπα παιδί ακόμη, φτάνει ένα σύντομο όνειρο, γυρνάς στην αγκαλιά που αγάπησες μα ποτέ δεν άγγιξες.

Σε ποιόν να το πεις, που να το μοιραστείς, σε λένε ξεμωραμένο. Ανόητο. Που να χωρέσει ο χρόνος μας. Σιωπηλή λοιπόν ξεχνά τα όνειρα της που τα άγρια χαράματα της δίνουν χρώμα και κάνουν το φορτωμένο με άψυχες φωτογραφίες δωμάτιο να γεμίζει φωνές.

Γεροντική άνια, κούνα που σε κούναγε λέει από μέσα της, μα είναι τόσο άγρια αυτή η κοινωνία, που είναι καλύτερα σα γεράσεις να φεύγεις. Τυχερός ο Αυστραλός, ο σύζυγος. Αυτή που έμεινε πρέπει να κρατά τα σχήματα, τα σενάρια. Αν κάνει πως ξεφεύγει θα την γεμίσουν με ψυχοφάρμακα. Ήδη τη φορτώνουν, μα τα ξεφορτώνεται, τα πετά γιατί θέλει να βλέπει  εκείνα τα γλυκά όνειρα.

Έσβησε πάλι το φως, της αρέσει να ξυπνά ξαφνικά  και να σπάει την απραξία της. Είναι ζωντανή,  νιώθει, αγγίζει απαλά το χρόνο.

Εμείς πάλι,  αγωνιούμε όχι για το παρόν, όχι για τον χρόνο μα για την υποψία του. Μάλλον θα πρέπει φτάσουμε στα χρόνια της για να πάρουμε μυρωδιά τα όρια μας για να μάθουμε να γευόμαστε τις μικρές  στιγμές μας.

του Μανώλη Δημελλά