Οι φρικτοί φόνοι των Καρπάθιων ναυτικών στα Λέβιθα

Οι φρικτοί φόνοι των Καρπάθιων ναυτικών στα Λέβιθα

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Αυτός ο σφουγγαράς ήταν Καλύμνιος, μαθημένος στα αναπάντεχα της θάλασσα, κι όμως ήταν η πρώτη φορά που κόντεψε να καταπιεί την ανάσα του, τράβηξε απότομα το σχοινί και ο καλαουζιέρης τον έφερε πάνω στο καϊκι.

Ήταν αρχές καλοκαιριού, Ιούνιος του 1890, έβραζε ο τόπος, μια ανεξήγητα διαολεμένη ζέστη μαζί με την ανομβρία του περασμένου χειμώνα έκανε τα νησιά μικρές σαχάρες.

Στο Ρέθυμνο ξεκινούσε ο ξεσηκωμός κατά των Τούρκων και το αίμα έτρεχε στις στράτες. Μέσα στο Αιγαίο οι έλεγχοι, οι απαγορεύσεις, τα πρόστιμα, αλλά και ένα σωρό πεινασμένοι πλιατσικολόγοι ληστο-πειρατές έκαναν το πέρασμα από τη θάλασσα να μοιάζει με ρίσκο. Όλοι τους περίμεναν πίσω από κάποια βράχια και ήθελε μπόλικο τσαγανό, μόνο για να σκεφτείς να λύσεις τους κάβους.

Πριν ακόμη προλάβει να βγάλει το σκάφανδρο, ο καλύμνιος δύτης άρχισε να γκρινιάζει για τα Λέβιθα, έλεγε για αυτή την θέση, που είχε διαλέξει ο καπετάνιος να φουντάρουν την άγκυρα και να ψαρέψουν.

Δεν ήταν ψιλοάκαστος δύτης, κι όμως σαν έπιασε να πλέξει ένα στριφτό τσιγάρο, έτρεμαν τα βρεμένα χέρια του και τα έκαμε όλα μούσκεμα. Μόλις είχε βγει από τη θάλασσα και μύριζες τον ιδρώτα του, όχι από κούραση, ήταν ιδρώτας φόβου.

Δεν ντράπηκε για την τρομάρα του, αντίθετα, κύταξε τους ανίδεους ναυτικούς στα μάτια και άρχισε να τους περιγράφει τι είχε αντικρύσει μέσα στο βυθό.

Μόλις είχε κάνει τη βουτιά, μάλιστα περίμενε και τον δεύτερο δύτη, ενώ είχε ξεκίνησε να μαζεύει σφουγγάρια.

Λίγο πιο κει ήταν ένα συντρίμι, ένα βουλιαγμένο σκάφος, που είχε σταθεί, είναι αλήθεια κάπως περίεργα στην άκρη του γκρεμού, τα σκοινιά και τα ξύλα το είχαν μαγκώσει πάνω στα βράχια και δεν είχε προλάβει να το καταπιεί η άβυσσος.

Το είδε και του φάνηκε κάτι να κινείται γύρω του, σα να ήταν ένας άνθρωπος, στην αρχή νόμισε πως είναι ένας βουτηχτής, όμως δεν είδε μαρκούτσια και σκοινιά να κατεβαίνουν από την επιφάνεια, ούτε και θυμόταν να υπήρχε άλλο ψαράδικο τριγύρω, αλλά και πάλι δεν έδωσε σημασία.

Συνέχισε τη δουλειά του, όσο θέριζε σφουγγάρια ξέκλεβε κανένα περαστικό βλέμμα προς τα κει.

Η θολή εικόνα δεν άλλαζε, κάποιος έμοιαζε να κόβει βόλτες στο μικρό κατάστρωμα του ξύλινου σκάφους. Απόρησε και αποφάσισε να πλησιάσει προς τα κει, να ξεκαθαρίσει τα πράματα.

Και μόλις τον είδε κόντεψε να τα χάσει.

Τι; φώναξαν απορημένα, πλήρωμα και ο βαρύς καπετάνιος, που στο μεταξύ αφήσει κατά μέρος ότι έκανε και είχε έρθει δίπλα στον δύτη.

Ένας μεγαλόσωμος άντρας ήταν δεμένος στο κατάρτι του σκάφους, τα σκοινιά είχαν χαλαρώσει από τη θάλασσα και άφηναν στο πτώμα να χορεύει αντάμα με κάτι πεινασμένα ψάρια, έτσι ακολουθούσε τα θαλάσσια ρεύματα και έκανε ακόμη πιο φοβιστικό το θέαμα.

Πρέπει να βγάλουμε τον άνθρωπο από κάτω πριν τον φάνε οι σαργοί και τα μελανούρια, πέταξε το βρεμένο και μισοσβησμένο τσιγάρο από δάχτυλα και ετοιμάστηκε να ξανακατέβει, αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος και ήξερε τι θα συναντήσει, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Αυτή τη φορά δυο δύτες, πλησίασαν το βυθισμένο σκάφος που ήταν δεν ήταν στις 15 οργιές, αφού έφεραν ένα γύρο, έπειτα ανέβηκαν πάνω στο κατάστρωμα και έλυσαν το άψυχο σώμα που είχε αρχίσει να πρασινίζει και το ανέβασε στην επιφάνεια, εκεί το περίλαβαν οι υπόλοιποι ναυτικοί που δεν πίστευαν στα μάτια τους, έπειτα ξανακατέβηκε για να ρίξουν μια τελευταία ματιά στο βυθισμένο καϊκι.

Σχεδόν αμέσως πρόσεξαν την κλειστή πόρτα του αμπαριού. Πήγαν κοντά και πάλεψαν με τα χέρια και τα πόδια για να την ανοίξουν. Όμως ήταν αδύνατον, η πορτούλα έμοιαζε να είναι πολύ γερά σφηνωμένη, σαν καρφωμένη!

Με τα πολλά και με βοηθό ένα κοντό σίδερο κατάφεραν να τη σπάσουν και ξεπετάχτηκαν τρεις μακάβριες εκπλήξεις. Τρία τουμπανιασμένα πτώματα, τους περίμεναν πίσω από τη πόρτα και έπεσαν πάνω στο γυαλί από το σκάφανδρο του μπροστινού δύτη.

Και οι δυο ζωντανοί έκαμαν πίσω τρομαγμένοι, έπειτα γύρισαν, έπιασαν ένα-ένα τους πεθαμένους και τους ανέβασαν επάνω.

Το έγκλημα δεν ήταν μονάχα οι φόνοι, αλλά ο απάνθρωπα βίαιος τρόπος που είχαν διαλέξει για να τους ξεκάνουν οι δολοφόνοι τους.

Αυτούς τους τρεις, αφού πρώτα τους είχαν δέσει πιστάγκωνα, τους έριξαν στο αμπάρι κι έπειτα το σφράγισαν, μερικές στιγμές νωρίτερα φαίνεται πως είχαν δέσει σφιχτά πάνω στο κατάρτι τον τέταρτο και έπειτα έσυραν το καϊκι έξω από τον κόλπο των Λεβίθων και το βύθισαν στα ανοιχτά.

Αφού τους έβγαλαν στον αφρό, τους έδωσαν στους απορημένους   ναύτες και οι δυο δύτες έκαμαν μια τελευταία βουτιά, έψαχναν μήπως ξετρυπώσουν καμιά καινούρια έκπληξη. Και πράγματι πάνω στο ψάξιμο βρέθηκε η τρύπα. Τα ίδια άγνωστα διαβολικά χέρια, που λίγο νωρίτερα είχαν πνίξει τους τέσσερις ναυτικούς, έσπασαν τα ξύλα για να βυθίσουν το τρεχαντήρι.

Επέστρεψαν στο σφουγγαράδικο, τέτοια η μακάβρια “ψαριά”, με τέσσερις νέους άντρες πνιγμένους, δεν τους είχε ξανατύχει.

Μέχρι ο δύτης να ξεντυθεί, το υπόλοιπο πλήρωμα είχε λεφτερώσει τα νεκρά σώματα από τα σκοινιά και έπειτα τα έβγαλαν στη στεριά για να τα θάψουν. Και όλο το πλήρωμα ξερνοβολούσε σα τα αρρωστιάρικα γατιά, δεν είναι και λίγο, στα καλά καθούμενα να κουβαλάς φαιοπράσινα τουμπανιασμένα πτώματα.

-Γιατί; τι είχαν κάνει; ποιοί να ήταν;

Απαντήσεις δεν υπήρχαν, τα στόματα έμειναν κλειστά και το σφουγγαράδικο πριν ακόμη σουρουπώσει είχε σαλπάρει, φίλος και σύμμαχος ο φόβος, που φούσκωνε πανιά και δεν τους άφηνε ούτε το κεφάλι να γυρίσουν προς τα πίσω.

Οι Καλύμνιοι ναυτικοί άφησαν για λίγο τα ψαρέματα και έτρεξαν μέχρι τη γειτόνισσα Λέρο, στη διαδρομή ακουγόταν μονάχα η μουρμούρα της θάλασσας και όσο τους έπιανε η νύχτα τόσο τους ζυγώναν οι νωπές μνήμες από τα πρασινωπά πρόσωπα των άγνωστων πνιγμένων ναυτικών.

Περιέγραψαν στις αρχές την ιστορία που έζησαν και αμέσως ξεκίνησαν τα τηλεγραφήματα για τα κεντρικά στην Ρόδο, τη Σμύρνη αλλά και την Αθήνα.

Η πρώτη φήμη ήθελε τους τέσσερις δολοφονημένους να είναι κρητικοί φυγάδες, που το έσκασαν από τη φυλακή της Ρόδου. Ψάχτηκαν, μετρήθηκαν, όμως δεν έλειπε κανένας. Το απαντητικό τηλεγράφημα από τη Ρόδο ήταν καθησυχαστικό, εδώ δεν υπάρχουν απουσίες, όλα είναι ήρεμα.

Όσο για τους φονιάδες ακούστηκε ότι το έγκλημα το έκαναν κάποιοι κάτοικοι του νησιού, έπειτα κυκλοφόρησε  ότι ήταν Τούρκοι πειρατές. Τίποτε από αυτά δεν ήταν αλήθεια, Έλληνες ληστοπειρατές είχαν βάλει το χέρι τους.

Αμέσως δόθηκε εντολή και σάλπαρε από τη Σύρο η δικάταρτη ατμοημιολία ΣΑΛΑΜΗΝΙΑ, που τότε είχε κυβερνήτη τον Μανώλη Λυκούδη κι εκείνος χρεώθηκε να ερευνήσει την υπόθεση.

Πρώτα ψάχτηκε στα ξερονήσια του Αιγαίου, μάλιστα εκείνες τις μέρες αναφέρθηκε και ένα άγνωστο σκάφος, που παρενόχλησε και το επιβατηγό “Αιγαίο”, έτσι το καταδιωκτικό είχε πολλά να ξεσκαρώσει.

Δεν άργησαν να τσακώσουν τους φονιάδες και από εκείνους έμαθαν πως είχε γίνει η ιστορία των αποτρόπαιων φονικών.

Ένα καρπάθικο καΐκι, που  έκανε ετοιμασίες από τις αρχές του Μάη του 1890, τελικά φαίνεται πως δε χασομέρησαν και σαλπάρισαν με τη πρώτη γερή μπονάτσα.

Τρεις ναυτικοί και ο ιδιοκτήτης του τρεχαντηριού, που ήταν και ο καπετάνιος. Θα κινούσαν για τη Σύρα, είχαν σκοπό να φορτώσουν το αμπάρι με σιτηρά. Γέμισαν στάμνες με νερό και φόρτωσαν μπόλικα καρπάθικα παξιμάδια, τις γνωστές κουλούρες. Δεν ξέχασαν τις Σποϊτικες σαρδέλες, τις πασίγνωστες παστωμένες μένουλες, ούτε του έλειπε το αλμυρό τυρί, που ήταν φτιαγμένο στον Αφιάρτη, είχαν και ένα πιθαράκι με καβουρμά. Δεν ξέχασαν το χρήμα και γέμισα ένα πορτοφολάκι με τα μαϊδιά.

Έλυσαν τους κάβους και σαλπάρισαν.

Η θάλασσα στο καρπάθιο ήταν μαλακή, έμοιαζε με ζυμάρι σε παιδικά χεράκια, όσο ανέβαιναν προς τα πάνω ο Ποσειδώνας άλλαζε πρόσωπο και φόρτωνε σκοτούρες το μυαλό του καπετάνιου.

Το δρομολόγιο δε μπορεί να βγει, μοιάζει με χειμωνικός ετούτος ο καιρός και πρέπει να τρυπώσουμε κάπου μέχρι να περάσει το μπουρίνι.

Τα έλεγε φωναχτά, μάλλον για να τα ακούει ο εαυτός του και ήδη είχε βάλει πλώρη για τα Λέβιθα, το μικρό νησάκι που έμοιαζε με το φυσικό σύνορο Κυκλάδων και Δωδεκανήσου.

Οι μεγάλοι χάρτες το είχαν σα κουκίδα, όμως για τους ναυτικούς αυτός ο μικρός τόπος ήταν ευλογία, ήταν η σωτηρία τους.

Πέρασε πάνω την Αστροπαλιά και εκεί δίπλα στον Κίναρο, ανάμεσα στην Αμοργό τη Λέρο και την Πάτμο η ξερολιθιά τους περίμενε.

-Αγάντα παλικάρια, κρατάτε, να περάσουμε και τον μπροστινό κάβο, θα μπούμε μέσα στο απάνεμο λιμανάκι και θα αράξουμε.

Στον μικρό κόλπο είδαν και ένα Τσερνίκι με Ελληνική σημαία και ησύχασαν. Σκέφτηκαν πως και εκείνοι θα τρύπωσαν για να γλυτώσουν τη φουρτούνα και πλάγιασαν δίπλα του. Δεν έχασαν καιρό και έπιασαν κουβέντα, με το πες-πες οι καρπάθιοι άρχισαν να μυρίζονται τη βρωμοδουλειά, όμως ήταν πολύ αργά πια.

Βρέθηκαν στην κουβέρτα του πλοίου και άρχισαν τα δήθεν κεράσματα. Προσπαθούσαν να ζυγίσουν τους άγνωστους ναυτικούς, και εξηγούσαν το ταξίδι και την αποστολή τους.

Οι άγνωστοι δεν άφησαν περιθώρια, στρίμωξαν τους τέσσερις Καρπάθιους ζητώντας με επιμονή το κρυμμένο παραδάκι τους.

Ο καπετάνιος αρνήθηκε και τότε ξεκίνησε η βία και το μακελειό, εκείνον τον άρπαξαν και τον έδεσαν στο κατάρτι, όσο για τους τρεις ναύτες, αυτούς τους χτύπησαν και τους κράτησαν στο ιστιοφόρο.

Έπειτα μερικοί ληστές μπήκαν στο μικρό καρπάθικο καΐκι και ξήλωναν ότι έβρισκαν μπροστά τους, μέχρι που βρήκαν τα χρήματα. Όλο το μακελειό έγινε για εξήντα χρυσές λίρες.

Δεν έφτανε όμως η κλοπή, ακολούθησαν και τα φονικά. Κλείδωσαν  τους ναύτες στο αμπάρι, ενώ ο καπετάνιος παρέμενε πάνω στο κατάρτι, όλοι ήταν δεμένοι χειροπόδαρα και με γρήγορες κινήσεις τράβηξαν στα βαθιά το καΐκι, άνοιξαν μια τρύπα στα πλευρά του και το έβλεπαν να βυθίζεται σιγά-σιγά και να τραβά στον θάνατο τις τέσσερις αθώες ψυχές.

Μια σειρά τραγικών συμπτώσεων οδήγησαν τους τέσσερις καρπάθιους στο φριχτό θάνατο και πάλι μια διαφορετική αλληλουχία γεγονότων έκανε γνωστή την ιστορία τους. Αν τα βράχια δεν κρατούσαν το σκάφος στα ρηχά, και βέβαια αν οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες δεν αποφάσιζαν να ψαρέψουν σε εκείνα τα νερά, θα τους έτρωγαν τα ψάρια και κανένας δεν θα έπαιρνε μυρωδιά το φρικτό έγκλημα.

 

Πηγές

Ένα στυγερό έγκλημα στα Δωδεκάνησα. Αναστάσιος Βρόντης,

Ροδιακή 8/1955