Η χολέρα στην Αίγυπτο και οι Μενετιάτες εργάτες, του Μανώλη Δημελλά

Η χολέρα στην Αίγυπτο και οι Μενετιάτες εργάτες, του Μανώλη Δημελλά

 

 

Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή και έκανε τα πρόσωπα των Καρπάθιων μαστόρων να λάμψουν από αισιοδοξία. Άκουγαν για τα γερά μεροκάματα της ξενιτιά και προπαντός έλεγαν ότι τα χρήματα, εκεί κάτω, στα ξένα, ήταν εξασφαλισμένα.
Η πληροφορία ήρθε από τη γειτονική Κάσο, έφτασε με ένα καΐκι που ξεφόρτωνε εμπορεύματα στο Φοινίκι. Όσο οι ναυτικοί του έκαναν τη προετοιμασία τους μιλούσαν για το ταξίδι τους στην Αίγυπτο και έλαμπαν τα μάτια τους.
Άνοιξη του 1865 και στη μάνα του ντουνιά (Ουμ-ελ-ντούνια, δηλαδή μάνα του κόσμου, λένε οι άραβες την Αίγυπτο) υπήρχε ένας πραγματικός οργασμός δουλειάς. Από το 1843 είχε ιδρυθεί επίσημα η “Ελληνική Κοινότης Αλεξανδρείας”,ο μόνιμος και επίσημος οργανισμός που απέβλεπε στην οργάνωση και στο συντονισμό των ενεργειών των Ελλήνων της πόλης. Και δεν ήταν μονάχα οι εργασίες στη διώρυγα του Σουέζ, με τον Αμερικανικό εμφύλιο ακόμη και τα εργοστάσια βαμβακιού δούλευαν νύχτα-μέρα.
Οι Έλληνες κάλυπταν σχεδόν εξ ολοκλήρου τις ανάγκες της Αιγύπτου σε ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό (εργοδηγοί στις φυτείες βαμβακιού και καπνού, τεχνίτες στα εργοστάσια, στις οινοπνευματοποιίες και στα τυπογραφεία, επιχωματιστές στα λιμάνια, χτίστες και οδοποιοί).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ενώ στο τέλος του 18ου αιώνα οι Έλληνες φτάνουν περίπου τους 2.000, έναν αιώνα μετά, στο τέλος του 19ου, ο αριθμός τους θα φτάσει περίπου τις 75.000 ψυχές!
Στις Μενετές, όπως και σε ολόκληρη την Κάρπαθο, οι τεχνίτες της πέτρας, οι πελεκάνοι, οι λαξευτές και οι εξορύχτες, αλλά ακόμη και οι μαραγκοί, οι χτίστες και οι εργολάβοι, ήταν από τα πιο διαδεδομένα επαγγέλματα του νησιού. Δεν άργησαν λοιπόν να μαζευτούν αρκετοί μάστορες και να σχεδιάζουν το ταξίδι για την Αίγυπτο, άλλωστε είχαν ακουστά πως εκείνα τα μέρη ήταν γνώριμα, αφού τα κασιώτικα χέρια δούλευαν εκεί από το 1859 κι άνοιγαν το μεγαλύτερο έργο της εποχής, τη διώρυγα του Σουέζ.
Το κασιώτικο ιστιοφόρο αφού μέτρησε τους καιρούς άνοιξε πανιά και ξεκίνησε στο τέλος Απρίλη του 1865, επιβιβασμένοι ήταν περισσότεροι από 50 Μενετιάτες, ένας από αυτούς ήταν και ο μάστορας της πέτρας Γιώργος Οθείτης και είχε μαζί και τον δωδεκάχρονο γιο του, τον Γιάννη. Ο χτίστης αυτός ήταν παλιός γνώριμος του Κασιώτη καπετάνιου, αφού είχε δουλέψει σε αρκετές οικοδομές της Κάσου. Οι δυο τους έκαναν παρέα και έτσι το μονότονο ταξίδι, για τον Οθείτη και το γιο του, έγινε λιγάκι πιο υποφερτό.
Κάποτε έφτασαν στην Αλεξάνδρεια και πρώτος βγήκε στη στεριά ο καπετάνιος που αντίκρισε μια υπερβολική και πολύ παράξενη κινητικότητα. Κάρα ήταν φορτωμένα με ανθρώπους, ενώ εκατοντάδες τσουβάλια με εμπορεύματα και στοίβες μπαούλα περίμεναν αραδιασμένα στην προκυμαία. Μα το πιο τρομακτικό ήταν τα ανήσυχα βλέμματα των ανθρώπων, όλοι κοιτούσαν προς τη θάλασσα, η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους και στο χνώτο τους μύριζες τον τρόμο.
Ο έμπειρος Κασιώτης ναυτικός δεν άργησε να μάθει τα μαύρα νέα, ήταν το ανίκητο μικρόβιο μιας αρρώστιας, της χολέρας, που έπαιρνε φόρα, όλο και φούντωνε και από όπου περνούσε σκορπούσε μονάχα το θάνατο.
Ο καπετάνιος γύρισε φουριόζος στο πλοίο και πρόλαβε τους Μενετιάτες την ώρα που ξεφόρτωναν τα τελευταία μπαγκάζια.
Τους κάλεσε γύρω του και τους ενημέρωσε χαμηλόφωνα, σχεδόν συνωμοτικά, για την τραγικότητα της κατάστασης, έπειτα τους πρότεινε να μην ξεμυτίσουν, να μην κάνουν ούτε ρούπι από το πλοίο. Αντίθετα να φορτώσουν όπως-όπως τρόφιμα και καθαρό πόσιμο νερό και να επιστρέψουν όσο γίνεται πιο γρήγορα πίσω. Αρκετοί ήταν δύσπιστοι, στράβωσαν με τα λόγια του και δεν πήραν στα σοβαρά την επιδημία χολέρας, έτσι παρέσυραν όλο το τσούρμο, εκτός από τον Γιώργο Οθείτη που έσφιξε από το χέρι τον γιο του και έκαμε μεταβολή, γύρισε στη κουβέρτα του βαποριού και περίμενε σιωπηλός. Αυτός ο τεχνίτης ήταν ο μόνος που είχε εμπιστοσύνη στον καπετάνιο.
Οι υπόλοιποι μάστορες, όλοι από τις Μενετές Καρπάθου, πήραν το δρόμο για να βρουν τους ατζέντηδες, έκαναν όνειρα για τα μεγάλα έργα και τα τρανά μεροκάματα και έτσι αγνόησαν την προειδοποίηση για την σιχαμερή αρρώστια.
Ο Οθείτης έμεινε δυο-τρεις μέρες στο λιμάνι ήταν απένταρος και αναγκάστηκε να δουλέψει στο φόρτωμα ενός μεγάλου χιώτικου καϊκιού, έτσι έβγαλε τα απαραίτητα χρήματα για την επιστροφή.
Το ταξίδι του γυρισμού κράτησε μια βδομάδα και μόλις αντίκρισαν τα βουνά της Καρπάθου δεν κρατήθηκαν, ένιωσαν σα να άφηναν πίσω την κόλαση, σα να είχαν περάσει ξυστά από την παγωμένη αγκαλιά του θανάτου!
Ο καπετάνιος τους αποχαιρέτισε και με μια βάρκα έβγαλε στη στεριά του Αφιάρτη τους δυο Καρπάθιους, εκείνοι περπάτησαν μέχρι το χωριό και ίσως να ήταν η πρώτη φορά που λάτρεψαν τόσο τη φύση και χάρηκαν με τη μαγεία της Άνοιξης. Ανάσαιναν και ένιωθαν τον καθαρό αέρα να γεμίζει με υγεία τα πνευμόνια τους, ενώ κάθε τόσο κοίταζαν με θλίψη προς τη θάλασσα.
Δεν είπαν λέξη για τους υπόλοιπους μετανάστες, άλλωστε ακόμη δεν γνώριζαν την τραγική κατάληξη της ιστορίας τους κι έτσι ο Γιώργος Οθείτης είπε στο μικρό γιο του να μην βγάλει τσιμουδιά για τα γεγονότα στην Αίγυπτο, δεν ήθελε να προκληθεί αναστάτωση και άδικος πανικός.
Όπως συνήθως γίνεται τα κακά μαντάτα ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τον άνεμο, έτσι δεν άργησε να μαθευτεί το θανατικό που σερνόταν στους τόπους των Φαραώ, αυτή ήταν η τρίτη παγκόσμια επιδημία χολέρας που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της. Ακούστηκε ότι τα κρούσματα έφταναν κάθε μέρα τα 800, κανείς από τους 50 Καρπάθιους μάστορες δεν επέστρεψε στο νησί.
Οι άμοιροι μετανάστες άθελα τους διάλεξαν να μείνουν για πάντα στην Αίγυπτο.
Το καλοκαίρι του 1865 οι Μενετές Καρπάθου ντύθηκαν πρώτα με την αγωνία.
Η ελπίδα σύντομα έγινε απογοήτευση και τελικά όλο το χωριό φόρεσε τα μαύρα, όλα τα σπίτια θρηνούσαν και από έναν χαμένο συγγενή που τον κατασπάραξε η χολέρα.
Όσο για την μεγαλύτερη διώρυγα του κόσμου ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στις 17ης Νοεμβρίου του 1869. Εκείνο το πρωινό η γαλλική αυτοκρατορική θαλαμηγός “Aigle”, στην οποία επέβαιναν η αυτοκράτειρα Ευγενία και ο Ντε Λεσέψ, μπήκε πρώτη στο Πορτ Σάιντ. Την ακολουθούσαν άλλα 45 πλοία, τα οποία μετέφεραν τον χεδίβη (τον Σαΐντ είχε πλέον διαδεχθεί ο ανιψιός του Ισμαήλ) και τους επίσημους καλεσμένους του, τους ξένους πρεσβευτές και άλλους ανώτερους αξιωματούχους.
Το πρωί της 20ης Νοεμβρίου η “Aigle” πέρασε στην Ερυθρά Θάλασσα, εκείνη την ώρα η ορχήστρα του πλοίου έπαιζε τον εθνικό ύμνο που είχε τότε η…Γαλλία, το “Partant pour la Syrie”!
Όσο για τον εμπνευστή και κατασκευαστή της, τον 74χρονο Φερδινάνδο ντε Λεσσέψ, αυτός ταξίδεψε στον Παναμά και προσπάθησε να επαναλάβει την επιτυχία του και να ανοίξει μια νέα διώρυγα, αυτή τη φορά στον Παναμά.
Μα δεν τα κατάφερε, απέτυχε, κατηγορήθηκε, αρρώστησε και πέθανε στις 7 Δεκέμβρη 1894. Όμως έγινε ένα 10μετρο άγαλμα! Ένας χάλκινος και μεγαλόσωμος Φερδινάνδος ντε Λεσσέψ τοποθετήθηκε πάνω σε μια τσιμεντένια βάση και στις 17 Νοεμβρίου 1899 στήθηκε ακριβώς στην είσοδο της διώρυγας του Σουέζ.
Το δεξί του χέρι καλωσόριζε τους επισκέπτες που έμπαιναν στην Διώρυγα του Σουέζ από το Πορτ Σάιντ, ενώ στο αριστερό του χέρι κρατούσε το χάρτη του καναλιού. Το πρόσωπο του έδειχνε να ατενίζει το σπουδαίο έργο του με ικανοποίηση.
Το έργο φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Γάλλο γλύπτη Εμμανουέλ Φρεμιέ (Emmanuel Frémiet 1824-1910) αλλά στην εποχή της “κρίση του Σουέζ” και κατά την διάρκεια της επιχειρήσεως με κωδική ονομασία Musketeer, στις 24 Δεκεμβρίου 1956, ένα μέλος της Αιγυπτιακής αντίστασης, ο Yahia Al Shaer, έβαλε δυναμίτη και κατέστρεψε το άγαλμα του Λεσέψ. Το άγαλμα αναστηλώθηκε στο Παρίσι και σήμερα βρίσκεται σε ένα ναυπηγείο στο Πορτ Φουάντ.
Είναι γνωστό ότι στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος, 4 Κασιώτες, τιμής ένεκεν, κρατούσαν το κάλυμμα που το σκέπαζε.
Στην μεγαλύτερη διώρυγα του κόσμου δούλεψαν πάρα πολλοί Έλληνες, κυρίως Κασιώτες. Μάλιστα ο ίδιος ο Λεσσέψ, στις εκθέσεις του για την πρόοδο του έργου αποκαλούσε τους Έλληνες εργαζόμενους “οι Έλληνες μου” και τα 4 από τα 7 μετάλλια εργατικότητας που απένειμε στους Έλληνες, τα έδωσε σε Κασίους και συγκεκριμένα στους : Γ. Ασλάνη, Βιντιάδη, Γ. Ανιτσά και Κ. Κόκκινο. Αναγνωρίζοντας έτσι την σπουδαία προσφορά τους στην εκτέλεση του μεγάλου έργου. Και εκτός από βοήθεια για την οικοδόμηση σχολείου, ναού στο Πορτ-Σάιτ και ναού στην Ισμαηλία, με την ολοκλήρωση της Διώρυγας το 1869 ευχαριστώντας τους σ΄ ένα λόγο του με διερμηνέα τον Κασιώτη δικηγόρο Μάρκο Μαλλιαράκη τους ρώτησε τι άλλο θα ήθελαν ως αντάλλαγμα. Κι εκείνοι χωρίς δεύτερη σκέψη ζήτησαν να δοθεί ελληνικό όνομα στην πόλη που εκεί σχεδίαζε να αναπτυχθεί. Όχι στην ονομασία Πορτ-Σάιτ, αλλά, όπως πραγματικά θα άξιζε, να ονομαζόταν Νέα Κάσος ή ίσως Μικρή Κάσος. Αλλά δυστυχώς αυτό το όνομα ήταν ήδη προορισμένο και ταμένο στον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμεντ Σάιντ.

Πηγές
ΓιώργοςΙ. Οθείτης
http://www.history.com/this-day-in-history/ground-broken-for-suez-canal
https://kasosnews.wordpress.com/2013/12/08/η-ιστορία-της-διώρυγας-του-σουέζ-και-ο-4/
ΑθανάσιοςΚουτουπάς, http://ekalexandria.org/2015/09/26/διώρυγα-του-σουέζ-και-κασσιώτες/#.VgeTO7Tv3jE