Βάσος Βέργης

Βάσος Βέργης

Λαμπύριζε, τα μάτια του φέγγιζαν φωτιά και αίμα, οι εκρήξεις από τις οβίδες έσκαγαν σχεδόν πάνω στα πόδια του, όμως δεν έκανε βήμα προς τα πίσω, ταξίδευε, χάϊδευε με το μυαλό τη θάλασσα, ενώ το σώμα, ήταν παραδωμένο στην ατέλειωτη μάχη της Ηπείρου.

Κουρασμένος, με στομωμένο, κατακόκκινο, σπαθί που μύριζε φρέσκο αίμα, έσφιξε ξανά τα δόντια και ξαναρίχτηκε με ορμή πάνω στους εχθρούς, για όπλο διάλεγε πάντα ξίφος, ήθελε να βλέπει στα μάτια τον αντίπαλο, να ρισκάρει κάθε στιγμή της μάχης.

Το 5ο σώμα Γαριβαλδίνων ήταν το δικό του, όλοι μιλούσαν για τον άφοβο γιατρό, εκείνον, που έφτανε ένα βλέμμα για να εμψυχώσει ένα Σύνταγμα στρατιώτες!

Είναι ο Βωλαδιώτης Βάσος Βέργης, ένας Καρπάθιος που άφησε στην άκρη τα τερτίπια της μοίρας, επέλεξε να γράφει την δική του προσωπική ιστορία, οδηγούσε το πεπρωμένο, όπως και όπου ήθελε εκείνος.

Η μάχη του Δρίσκου, το 1912 στα Γιάννενα, τον βρήκε γερά προετοιμασμένο.

Ο 30αρης Βάσος είχε δουλέψει σε όλα τα όπλα και οι πέντε προηγούμενες, απανωτές μάχες, είχαν αφήσει μόνο μικρές ουλές, αδιάφορα σημάδια, στο κουρασμένο και πεινασμένο του κορμί.

Κουβέντιαζε για ώρα με την ανηψιά του στρατηγού Αλεξάνδρου Ρώμα, της επαναλάμβανε λεπτομέρειες, για το δέσιμο των τραυμάτων και την γρήγορη επούλωση των πληγών, όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί ανέβηκε εκεί πάνω, τι στην ευχή περίμενε από τούτο τον αγώνα;

Πήγε προς την φωτιά, έβαλε λίγο κονιάκ, το μόνο που είχε απομείνει από τα εφόδια, έβγαλε τον επενδύτη και έκανε να το φορέσει στην Ασπασία, εκείνη δυσανασχέτησε, με μια γρήγορη κίνηση γύρισε πίσω το βαρύ μπλέ ρούχο και τον ξαναρώτησε για την καταγωγή και τη διαδρομή του.

Ξεκίνησε να μιλά για το βουνό που μόλις κατάκτησαν, το Δρίσκο, που του θύμιζε λίγο τα δικά του μέρη. Όχι, δεν έμοιαζε με την Κάρπαθο, όμως στον αναγκαστικά ξενιτεμένο, όλα μοιάζουν με τον τόπο που γαληνεύει η ψυχή.

Ο παράξενος Καρπάθιος γιατρός

Γεννήθηκε στα 1883, στην Βωλάδα της Καρπάθου, ήταν μοναχοπαίδι, κανακάρης, όπως λένε οι Καρπάθιοι. Προσπέρασε βιαστικά τις προίκες και τις περιουσίες του, άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν, ούτε έπαιρνε στα σοβαρά το χρήμα και μπήκε στο ζουμί. Λίγο μετά το Δημοτικό σχολείο ξενιτεύτηκε, βρέθηκε στο Βενετόκλειο γυμνάσιο της Ρόδου, ολοκλήρωσε τα μαθητικά του χρόνια, νέος μετανάστης ανέβηκε στην Αθήνα.

Εκεί και πριν καλά καλά κλείσει τα δεκαοκτώ, ήρθε το προξενειό, η Μαρία από το χωριό της μάνας, το Μεσοχώρι της Καρπάθου, μια κούκλα κανακάρα, που την γυρόφερνε από τα μικρά του, έγινε το ταίρι, ενώ μάθαινε την Αθήνα και τους δρόμους στου Ψυρρή, εκείνα τα χρόνια ήταν τα Καρπάθικα στέκια.

Το πρώτο και μοναδικό τους παιδί, η Μαρίκα, έρχεται στον κόσμο το 1902, με τον Βάσο στα 23, να τελειώνει την ιατρική Αθηνών και να ετοιμάζεται για μετεκπαίδευση στο Παρίσι.
Ο Βάσος της μιλά για τα χρόνια του στα ξένα, δείχνει να ξέρει καλά τα στενά της Μονμάρτης και τα σκοτεινά γεφύρια του Σηκουάνα.

Το πανεπιστήμιο, οι σπουδές, όλα έγιναν με την χορηγία της φιλότιμης νονάς του, η μελέτη και τα ιατρικά βιβλία ήταν εύκολα για τον εκπαιδευόμενο χειρουργό που ρουφούσε τα γράμματα και εντυπωσίαζε τους καθηγητές του και τον ξεχώριασαν για την ικανότητα του στο νυστέρι.

Όσο καλός ήταν στο μάθημα, άλλο τόσο ήταν στην καθημερινή παρουσία στα καπηλειά και το νυχτερινό Παρίσι, εκεί έμαθε και αγάπησε την τέχνη του ξίφους, διδάχθηξε τον χειρισμό του σπαθιού και κάθε τόσο έμπλεκε σε μονομάχιες, που τον έκαναν πιο δεξιοτέχνη. Έλεγε και ξανάλεγε, το ίδιο θέλουν, ο χειρούργος και ο ξιφομάχος, το σταθερό χέρι.

Τα έξι χρόνια στην Γαλλία δεν τον άλλαξαν, ούτε και ξέχασε την πρώτη και ίσως μοναδική αγάπη του. Μισούσε θανάσιμα τους κατακτήτες Τούρκους και ο τόπος του, η Δωδεκάνησος, η Κάρπαθος, ήταν κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, άνοιξε κλινική στο Θησείο, παράλληλα ξεκίνησε την αγωνιστική δράση, έπρεπε με κάθε τρόπο να φάνει η Ελληνικότητα της Δωδεκανήσου. Δεν υπήρχαν περιθώρια για ολιγορίες.

Εθελοντής στο σώμα των Γαριβαλδίνων.

Πολεμούσε στο πλευρό των Γαριβαλδίνων, οι Ιταλοί καιρό τώρα είχαν πόλεμο με τους Τούρκους, μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, την Άνοιξη του 1912, είχαν κερδίσει την Κυρηναεική, έτσι μπήκαν στα Δωδεκάνησα ως απελευθερωτές κι έλεγαν πως ετοίμαζαν την απόδοση των νησιών στην μητέρα Ελλάδα.

Ο γιατρός δεν πίστεψε στην πρόθεση των Ιταλών να δώσουν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Μάλιστα προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Δωδεκανήσιους των Αθηνών, να τρέξουν και να πετάξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα, όμως η παροικία δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του.

Λίγους μήνες αργότερα συναντάμε τον Βέργη ντυμένο αξιωματικό στο πλευρό του Γκαριμπάλντι, που με το εθελοντικό σώμα στρατού πάλευε για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Τα κανόνια των Τούρκων λυσσομανούσαν, όσο ξημέρωνε το βουνό γέμιζε πτώματα.

Ο Βάσος μπήκε στη σκηνή και προετοίμασε τους δικούς του, ξεσήκωνε έναν-έναν τους εθελοντές, παπάδες, πολιτικοί, δάσκαλοι, καθημερινοί άγνωστοι, αληθινοί αγωνιστές, ήρωες, στάθηκε και ψιθύρισε κάτι σε έναν άλλο Καρπάθιο, τον δαιμόνιο Γιώργο Σκορδαρά.

Θα έπρεπε να κρατήσουν το ύψωμα, περιθώρια δεν υπήρχαν, ο Δρίσκος ήταν ένα βήμα πριν το πέρασμα για τα Γιάννενα. Με το ξίφος βγαλμένο από το θηκάρι, όρμησε στη μάχη, λίγες ώρες νωρίτερα είχαν φέρει νεκρό και τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη κι αυτός είχε ξεψυχήσει για μια μάνα-πατρίδα.

Οι Τούρκοι αποφεύγοντας μάχη την σώμα με σώμα, χρησιμοποιούσαν το πυροβολικό και οι ομοβροντίες έπεφταν αδιάκριτα σε όλα τα υψώματα. Το χάραμα της 27 Νοεμβρίου 1912, θραύσματα οβίδας αντάμωσαν με το δεξί χέρι του Βάσου σμπαραλιάζοντας τον τένοντα, το τραύμα ήταν βαθύ, έβγαλε εκτός μάχης τον γιατρό, αγωνιούσε τώρα και για την ιατρική του καριέρα, έτσι σακατεμένος δεν θα μπορούσε να ξαναγγίξει ούτε το νυστέρι.

Ο Βέργης έφυγε βιαστικά για το Παρίσι, όλες οι ελπίδες σε ένα παλιό συμμαθητή και φίλο, Γάλλο χειρουργό, οι τένοντες κολλήθηκαν έπειτα από μια επιτυχημένη εγχείρηση, επέστρεψε αισιόδοξος στην Αθήνα.

Στην Ελλάδα έφερνε ήδη το στίγμα του φιλοβασιλικού, ο Βάσος, πίστευε αληθινά και φλογερά στον Γεώργιο Α΄ και έπειτα στον Κωνσταντίνο, όλες οι ελπίδες του ήταν επάνω τους και δεν άφηνε αφορμή που να μην προωθεί σκέψεις για τη μοναρχία που τις έκανε πύρινους λόγους.

Στις στιγμές του εθνικού διχασμού, στα 1915, φυλακίστηκε και η γυναίκα του Μαρία οργάνωσε την απόδραση από την αστυνομική διεύθυνση Αθηνών. Έδεσε το άλογο του Βάσου στην είσοδο και πριν προλάβουν οι φύλακες να αντιδράσουν εξαφανίστηκε από τα μάτια τους. Φυγόδικος, κυνηγημένος έπεσε πάνω στην μοναδική, την πιο άνιση μάχη των ανθρώπων, το χέρι του θανάτου, που δεν κόβεται, ούτε και τραβιέται πίσω.
Το 1916 ο χάρος διάλεξε να αρπάξει τη σύζυγο του Μαρία, αφήνοντας τον ίδιο και την δεκαοχτάχρονη κόρη τους Μαρίκα, ολομόναχους.

Ο Βάσος Βέργης τα επόμενα χρόνια αφιερώνεται στην ιατρική τέχνη, είναι η δεκαετία του 1920, δεν είναι μόνο η απώλεια της γυναίκας του, εξίσου βαριά είναι η απογοήτευση του από τους δήθεν απελευθερωτές, τους Ιταλούς.

Μάταια περίμενε την απελευθέρωση των νησιών και την γαλανόλευκη υψωμένη στο χωριό του, την Βωλάδα της Καρπάθου. Ο Βέργης αρχίζει έναν καινούριο αγώνα, αυτή τη φόρα στέκεται απέναντι στην φασιστική κατοχή, γρήγορα τον επικυρήσσουν και δεν έχει καμμιά πιθανότητα για ένα ταξίδι επιστροφής προς στον αγαπημένο τόπο του.

Η επίθεση στο Αγαθονήσι

Το μίσος του χειρουργού κατά των κατακτητών φούντωνε με τα χρόνια, έτσι με το ξέσπασμα του 2ου Παγκ. Πολέμου έκανε ίσως την σπουδαιότερη, αυτόνομη πολεμική επιχείρηση εκείνων των ημερών. Ο εξηντάχρονος γιατρός σχεδίασε και αποφάσισε να υλοποιήσει ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο, που όμως έμελλε όχι μόνο να γελιοποιήσει τους κατακτητές, αλλά κυρίως να γεμίσει θάρρος τους αντάρτες αγωνιστές, αφού ο πόλεμος εξελίσσεται πρώτα από όλα σε ψυχολογικό επίπεδο.

Δημιούργησε και χρηματοδότησε μια πρωτότυπη ομάδα δεκαοκτώ ανταρτών, την νύχτα της 17ης προς 18ης Νοεμβρίου 1940, ξεκίνησαν με ένα καΐκι από τη Σάμο και αποβιβάστηκαν στο Αγαθονήσι. Ο στόχος ήταν να πιάσουν στον ύπνο τους Ιταλούς καραμπινιέρους και αφού τους αιχμαλωτίσουν να συλλέξουν πληροφορίες για τις Ιταλικές δυνάμεις στα Δωδεκάνησα.

Στο νησί υπήρχε φυλάκιο χωροφυλακής, με εφτά ή οχτώ καραμπινιέρους και στρατιωτικό φυλάκιο, με δεκαπέντε περίπου Ιταλούς καταδρομείς. Οι Έλληνες κομμάντος επιτέθηκαν στο φυλάκιο της χωροφυλακής, σκότωσαν έναν ή δύο καραμπινιέρους και αιχμαλώτισαν τους υπόλοιπους. Ο Βέργης ειδοποίησε τους Ιταλούς από τον ασύρματο (μιλούσε άπταιστα τα Ιταλικά όπως και Γαλλικά), προσποιήθηκε τον Ιταλό αξιωματικό και εξέπεμψε σήμα για βοήθεια αναφέροντας την ολομέτωπη επίθεση που δήθεν δεχόταν ο εκεί στρατιωτικός σταθμός.

Οι Ιταλοί βομβάρδισαν το Αγαθονήσι καταστρέφοντας ολοσχερώς τις δικές τους εγκαταστάσεις.
Αμέσως μετά σήκωσαν Τουρκική σημαία και επέστρεψαν στη Σάμο μέσω των Τουρκικών υδάτων για να μην εντοπιστούν από τα Ιταλικά αεροπλάνα που εκείνος νωρίτερα ειδοποίησε.
Οι Ιταλοί αντέδρασαν λυσσαλέα, σε αντίποινα βομβάρδισαν το Βαθύ και το Τηγάνι, (σημερινό Πυθαγόρειο) της Σάμου.

Η κίνηση του Βάσου Βέργη στην αρχή αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία και διασταγμό από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, ήταν όμως τέτοια η αποδοχή από τον λαό, που γρήγορα ο Μεταξάς άλλαξε στάση και κάλεσε το Βάσο Βέργη, αλλά και τους συντρόφους του, στην Αθήνα, τους παρασημοφόρησε σε τελετή που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Μάλιστα απένειμε τιμητικά την θέση του ταγματάρχη του Ελληνικού στρατού στον γιατρό.

Αμέσως μετά ο Βάσος αναχώρησε για τον έξω, ελεύθερο κόσμο.
Αμερική, Καναδάς, Νότια Αφρική, δεν ήταν η αναψυχή, μα η προβολή του Δωδεκανησιακού προβλήματος που ο γιατρός ένιωθε την ευθύνη, θεωρούσε την πιθανή σιωπή σαν την απόκρυψη της αλήθειας και το χρέωνε στον εαυτό του.

Επέστρεψε στην Αθήνα στο τέλος του πολέμου, για μια ακόμη φορά ήταν επικυρηγμένος από τους κατακτητές, συνάντησε την δικιά μας τραγική Ελληνική σφαγή, τον εμφύλιο.

Η πρώτη σκέψη του να μονιάσουμε, θεωρούσε τον Ελλάς και τους Ελλασίτες πρωτεργάτες του αγώνα και της νίκης, έτσι έσπευσε στα γραφεία τους, στην Αθήνα.

Παρουσιάστηκε στον πρώτο καπετάνιο που συνάντησε και αφού του μίλησε για τον αδιαμφισβήτιτο ρόλο στην επόμενη κυβέρνηση, πρότεινε να σταματήσουν οι εμφύλιες μάχες και οι σκοτωμοί.

Πάνω στη κουβέντα ανέφερε το όνομα του, αμέσως τον αναγνώρισαν, θυμήθηκαν οτι πρόκειται για έναν φιλοβασιλικό και φοβούμενοι ότι πρόκειται για σταλμένο ρουφιάνο των αντιπάλων, έκαναν μπροστά για να τον συλλάβουν. Εκείνος αντέδρασε αστραπιαία, πήδηξε από το παράθυρο του πρώτου ορόφου, τσακίστηκε σπάζοντας το πόδι του και διέφυγε τραυματισμένος για την παραλιακή και την Γλυφάδα, που ήταν το σπίτι του.

Πολιτεύεται στην συνέχεια με το “Εθνικό κόμμα”, του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα, τον Μάρτιο του 1946, και εξασφαλίζει 242 ψήφους, στην Α΄Αθηνών . Αλλά και στις εκλογές του Μαρτίου 1950, ως αρχηγός του Εθνικού κόμματος Δωδεκανήσου διεκδικεί την ψήφο των νησιωτών.

Ο Βάσος Βέργης δεν ήταν απλά ένας αγωνιστής Καρπάθιος, αν και δεν έζησε στον γενέθλιο του τόπο, σε ολόκληρη τη ζωή του πάλεψε για να δεί ελεύθερο το νησί του.

Οικονομικά ανεξάρτητος, ποτέ όμως δεν έβαλε τα προσωπικά του θέλω, εκείνες τις εσωτερικές φωνούλες του υπερ-εγώ, πάνω από τις αξίες του συνόλου ή τις ανάγκες, των συνανθρώπων του.

Ο Μηνάς Μηναϊδης πολλές φορές γλεντούσε στη βίλλα του Ορφανού, μαζί με τον Βάσο και τους Βρασίδα Φιλιππίδη, Ποθητό Ποθητό, Νίκο Χαζαντώνη, χαρακτηρίζει τον Βέργη μειλίχιο, προσηνή, εύθυμο και αγέρωχο. Αδυναμία του Βάσου στα γλέντια ο σκοπός «κόκκινη στεφανά», γιατί ο γιατρός ήταν γλεντιστής από τους λίγους!

Ο γιατρός-κομμάντο έφυγε για το αναπόδραστο ταξίδι δίχως επιστροφή στις 9 Μάρτη 1977, έζησε 94 χρόνια γεμάτα προσφορά κι αλληλεγγύη.

Η ζωή του, η διαδρομή του, μοιάζει με σενάριο μυθικής ταινίας. Ακόμη σήμερα ο δισέγγονος του Θανάσης Ράλλης, δε σταματά να καμαρώνει για τον προππάπου του, περιγράφει και κάθε τόσο αναρωτιέται για την όποια υπερβολή μέσα στην αλήθεια της ιστορίας.

Υπάρχουν Καρπάθιοι που τους τιμούμε για την δράση και την παρουσία τους στον μικρό τόπο, ωστόσο κάποιοι διαφορετικοί, ξεχώρισαν μέσα στις άχαρες μεγαλουπόλεις, τράβηξαν τον δικό τους δρόμο και δεν άφησαν μοίρες, ούτε πεπρωμένα να τους παρασύρουν, να τους ρουφήξουν στις μοιραίες δίνες της ζωής.

Ο Βάσος Βέργης, δεν πούλησε ποτέ το όνομα και τη δράση του, δεν ενδιαφέρθηκε για παράσημα. Όμως η υστεροφημία παντρεύεται και συνοδεύει για πάντα τους τολμηρούς, εκείνους που έγραψαν ιστορία.