Ο Αντάρτης Νικόλαος Σταματιάδης

Ο Αντάρτης Νικόλαος Σταματιάδης

 

 

Πριν λίγα χρόνια από το νεκροταφείο Μεσοχωρίου ξέθαψαν τον Νίκο Σταματιάδη. Είχαν περάσει κοντά οκτώ χρόνια από το θάνατο του, αλλά χρειάστηκαν το μνήμα, έτσι έβγαλαν λίγο νωρίτερα αυτόν τον σπουδαίο άντρα, που ήξερε να κρύβει καλά το παρελθόν του. Απόμειναν τα δύο γυαλιστερά ισχύα τιτανίου, που είχε αλλάξει σε νοσοκομείο της Αμερικής, για να θυμίζουν τα περασμένα, σε κείνους που τον γνώριζαν και όταν ξομένουν λίγο μοναχοί, να λύνουν το ζωνάρι απ’ το συναίσθημα, και ποιός μπορεί να ξέρεις, ίσως να βγαίνει ένα δάκρυ και έπειτα να καμαρώνουν τα μυστικά  κατορθώματα του Νίκου.

Μα να, είναι που δε χάνεται η ελπίδα, υπήρχαν τέτοια παληκάρια που κάμαν με πράξεις, όλα αυτά που περιγράφουν οι πιο τρανοί παραμυθάδες και έπειτα κλείνουν το ένα μάτι και χαμογελούν, τέτοια ιστορία είναι η ζωή του Νίκου Σταματιάδη.

Ήταν τον Αύγουστο του 1940, όταν μαθεύτηκε στη Ρόδο το νέο για τον τορπιλισμό της “Έλλης” στην Τήνο. Ο Νίκος Σταματιάδης μαζί με το Μανώλη Πολίτη και τον Μανώλη Λύκο, δούλευαν μεροκάματο, στα έργα των Ιταλών. Οι ειδήσεις που κι αυτές έφταναν στα κλεφτά, μπορεί να έκρυβαν στην αρχή τα γεγονότα, να μην έριχναν τις ευθύνες στους Ιταλούς, ωστόσο προετοίμαζαν τον Ελληνισμό για τον ερχομό του πολέμου, και έκαναν τους τρεις εικοσιπεντάχρονους Καρπάθιους να ξεσπαθώνουν και να ψάχνουν τρόπους για να βρεθούν στη πρώτη γραμμή της μάχης.

Οι μυστικές κουβέντες δεν είχαν σταματημό, κάτι έπρεπε να κάνουν, να ξεφύγουν από τον Ιταλικό ζυγό, να φτάσουν στα χώματα της Ελλάδα. Συμφώνησαν ακόμη τρεις Δωδεκανήσιοι (δυστυχώς δεν έχουμε τα ονόματα τους) σε ένα παράτολμο σχέδιο, που μόνο στη φαντασία μπορεί να γίνει πιστευτό. Έκλεψαν δύο μικρές Ιταλικές βάρκες, και ξεκίνησαν το κουπί για τη Τουρκική Μαρμαρίδα. Μια ευθεία στο χάρτη που όμως είναι λίγο περισσότερα από 25 ναυτ, μίλια! Ο στόχος δεν ήταν να μείνουν εκεί, αλλά να λαδώσουν και να τουμπάρουν τους Τούρκους, για να τους αφήσουν, να ταξιδέψουν από τα παράλια, κόστα-κόστα για την Ελληνική Σάμο.

Στην αρχή οι Τουρκικές αρχές ήταν δύσπιστες, αμέσως συνέλαβαν τους νέους, μα όπως ο Νικός Σταματιάδης περιέγραφε τακτικά στον εγγονό του Γιώργο Παπαδάκη, αφού τους έδωσαν το σχετικό μπαχτσίσι, οι Τούρκοι έκαμαν τα στραβά μάτια, επιτρέποντας στη βάρκα να βγει από τον κόλπο και να ανέβει μέχρι τη Σάμο ανενόχλητη! Το ταξίδι  ξεπερνά τα 160 ν.μ. δηλαδή τα 250 χιλιόμετρα, έγινε με κουπιά, όσο για χάρτη είχαν τα σημάδια από τη στεριά, μάλιστα κάθε τόσο σταματούσαν σε κάποιο απάγγειο, αγόραζαν εφόδια και γέμιζαν τα παγούρια τους νερό, και οι Τουρκικές αρχές έκανα τα στραβά μάτια στους Θεότρελλους Έλληνες, γνώριζαν κι αυτοί οτι αν τους έστελναν πίσω, ο τουφεκισμός τους ήταν δεδομένος.

Όταν έφτασαν στη Σάμο, ο Νικόλας θα ξεκινούσε μια περιπέτεια που όμοια της ίσως να τη ζούμε μονάχα στις κινηματογραφικές αίθουσες κι αυτό μοναχά για δύο ώρες.

Πούλησαν τις δύο βάρκες και έβγαλαν εισιτήριο για τον Πειραιά, από εκεί η βρέθηκαν στην αγκαλιά της παροικίας των Καρπαθίων, που έβραζε από την αγωνία. Φτωχά αλλά μαθημένα στη σκληρή δουλειά, βρήκαν καταφύγιο και μεροκάματο στα λατομεία της Πεντέλης, που εκείνη την εποχή οι Καρπάθιοι είχαν το πάνω χέρι. Δεν υπήρχε στιγμή για χάσιμο εκείνο το φθινόπωρο, από τα νταμάρια και τη πέτρα που βογγούσε στα χέρια των Καρπάθιων, στου Ψυρρή και το καφενεδάκι του Μιλτιάδη Παπαμανώλη. Εκεί γνωρίσε όλους τους ψυχωμένους για ελευθερία Δωδεκανήσιους, τι κι αν δεν έμαθε πολλά γράμματα, ο Νίκος Σταματιάδης κουβέντιαζε με τον Βωλαδιώτη Βέργη, και γνώρισε τους αρθρογράφους της εφημερίδας που εμψύχωναν τα σκλαβωμένα Δωδεκάνησα. Ήταν ο“ρεπορτεράκος”, ο “Καρπάθιος” ο Φραγκούδης, ο Π.Χριστοδουλάκης, ο Φώτος Πολίτης, ο Μακεδών, τον Εμμ Πρωτοψάλτης, ο Νεώτερος, , ο «Φικάελλος»,ο «Αρχιμανδρίτης, ο Ανταποκριτής, ο φακός, ο Καστελορίζιος, ο Περαστικός, το δρεπάνι, ο Ολύμπιος, ο Πηγαδιώτης, ο Υάκινθος, ο Κολοσσός, ο Ιερατεύς, ο Α. Γ. Καραφύλλης, ο «Φορτούνιο»,   ο Δρ. Σκεύος – Γ. Ζερβός, ο Άρης, ο Δωδεκανήσιος, ο Ι.Μ.Σ, ο Πρωτεύς, ο Κ.Θ.Σ, ο Φλούκ ντε Βιλλαρέτ, ο «Κλώνος-Δάφνης», ο Κ.Αμάντιος, ο Ραγιάς, ο Διδάσκαλος, ο  «Σκότος Μπόρας» ο Πρωτεσίλαος, το Καρπαθικό λαγωνικό, ο Βιργίνιο Γκαϊδα. Και φυσικά ο παράξενος καφετζής, που δεν ήταν άλλος από τον Μιλτιάδη Παπαμανώλη που έγραφε κι αυτός πιθανόν με το παρατσούκλι “Αυγή”.

Η έναρξη του πολέμου, ήταν η πιο δυνατή στιγμή για όλους τους Δωδεκανήσιους, ένας πόλεμος θα ξεκαθάριζε τα πράματα και θα έφερνε πιο κοντά το θέμα της απόδοσης των νησιών στην Ελλάδα, Όσοι ένιωθαν ικανοί για να βοηθήσουν έτρεξαν στο νεοσύστατο Σύνταγμα Δωδεκανησίων, ένα αίτημα που αποδέχθηκε η Ελληνική κυβέρνηση στις 13 Νοεμβρίου 1940.

Οι εθελοντές έφτασαν τους 1924, όμως από αυτούς κρίθηκαν ικανοί μόνο οι 1586, μεταξύ τους και ο Μεσοχωρίτης Νίκος Σταματιάδης, που παρακολουθεί σύντομη στρατιωτική εκπαίδευση στο Γουδί και αναχωρεί κατευθείαν για το μέτωπο. Από τα λιγοστά που τους έδωσε το Ελληνικό κράτος είναι ένα μουλάρι και ένα φουστούι φιστίκια!

Όσο οι Ιταλοί είναι στα απέναντι υψώματα, οι μάχες είναι νικηφόρες και γεμίζουν αισιοδοξία την ομάδα, όμως δεν άργησε να φανεί η πολεμική μηχανή του Χίτλερ.

Τα πράγματα μύριζαν από την αρχή την ήττα, οι ομοβροντίες των όπλων έκαναν το Σύνταγμα Δωδεκανησίων να εγκαταλείψει τις θέσεις του και να γυρίσουν πεινασμένοι και άτακτοι προς τα πίσω.

Αν ήθελαν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους, έλεγε συχνά ο Νίκος.

Ένα θραύσμα οβίδας όπως φαίνεται ήταν προορισμένο για κείνον, τον χτύπησε στο πίσω τμήμα του κεφαλιού. Το τραύμα ήταν εξαιρετικά βαρύ, κάποιος λίγο πιο άψητος από αυτόν σίγουρα θα είχε πεθάνει επι τόπου. Ευτυχώς μεταφέρθηκε γρήγορα σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο και από εκεί, δίχως και ο ίδιος να γνωρίζει καλά-καλά, συνήλθε, ακομη δεμένος σφιχτά με γάζες, στην Αθήνα.

Μια καινούρια έκπληξη περίμενε τον Καρπάθιο, που είχε χάσει κάθε κομμάτι από το παρελθόν του, η μνήμη του έμοιαζε σβησμένη, δεν θυμόταν ούτε το όνομα του και ξεκινούσε μέσα στη Γερμανική κατόχη, μια καινούρια πορεία ζωής. Όλα ξεκινούσαν από την αρχή, χωρίς ταυτότητα, συγγενείς και παρελθόν, από τη μια βασανιζόταν για να ξεθάψει κάτι από τα πίσω, μα έπρεπε να τα βγάλει και πέρα, να ζήσει μέσα στη δίνη του πολέμου.

Ενώ στο νησί, τη Κάρπαθο και το Μεσοχώρι, του έκαναν το μνημόσυνο και κάθε μέρα που περνούσε, ξεχνούσαν ετούτο το παλήκαρο, εκείνος βρήκε απάγγειο στη Πελοπόνησο και στο Πύργο της Ηλείας. Σε κάποιον μεγαλοτσιφλικά της περιοχής βρήκε στέγη και μεροκάματο και όπως ήταν μαθημένος σε σκληρή δουλειά, στα γρήγορα αναγνώρισαν τις ικανότητες του άγνωστου όμως τίμιου και δουλευτή. Επιστάτης στα κτήματα και στο τυροκομείο, όμως δεν ησύχαζε ο Καρπάθιος.

Όμως ο Νίκος δεν κοίταξε μονάχα τη δική του επιβίωση, δίχως παρελθόν, ωστόσο αναγνώριζε τη Γερμανική θηριωδεία και γρήγορα πέρασε στις γραμμές του ΕΑΜ. Ξανά στα όπλα και στις μάχες, ακόμη μια φορά αγωνιστής και τώρα δίχως τη πίεση της καταγωγής, όμως με την ευθύνη για λευτεριά να τον πνίγει και να κουλουριάζεται πάνω στη συνείδηση του.

Λίγους μήνες πριν τη λήξη του εμφυλίου, ανακτά τη μνήμη του. Είναι οι μάχες μεταξύ των αδελφών, είναι ο άγριος χαρακτήρας του ανθρώπου, που σε μαύρες στιγμές, είναι ικανός να κατασπαράξει τη μάνα του και τα ίδια του τα αδέλφια, ίσως ακόμη και τις ίδιες του τις σάρκες.

Αυτό έζησε ο Νικόλας, και στα μέσα του 1946, επιστρέφει σαν από θαύμα, η μνήμη στον Σταματιάδη.

Ο εγγονός του δεν θέλει, ντρέπεται με την εικόνα που περιέγραφε ο πάππους του και έγινε η αιτία να ξαναβρεί το παρελθόν του. Μια γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη στο χώμα, και χτυπιόταν με μια ανείπωτη βαναυσότητα και εκείνος να μη μπορεί να κάμει  απολύτως τίποτε, κάπως έτσι γύρισε το μυαλό του στο παρελθόν και δεν άργησε να αποφασίσει την επιστροφή του στη Κάρπαθο.

Επιστρέφει περίπου στις αρχές του 1948, και αποφασίζει να τραβήξει μια γραμμή και να σβήσει, όσο είναι ανθρώπινο, να διαγράψει κάποιος τα χρόνια του, εκείνο το παρελθόν που όμως δεν έπαψε ποτέ να τον βασανίζει.

Παντρεύεται τη Σοφία Μοσχονά και ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του. Τη Σοφία που έχει γεννηθεί  ακριβώς το ίδιο βράδυ με με ‘κείνον, 16 Φλεβάρη 1916. Αυτή η νύφη είναι ήδη μεγάλη, δεύτερη κόρη έμοιαζε σαν να περίμενε τον Νίκο, για να προχωρήσει παρακάτω τη ζωή της.

Κανείς δεν γνωρίζει, ούτε και θα μάθει το παρελθόν του. Άντρας δυνατός με το παρατσούκλι “μπουλτόζας”, που δεν σηκώνει πολλά χωρατά και αστεία. Δουλεύει αγρότης στα κτήματα και όταν σκάβει, θέλει εφτά εργάτες να φτυαρίζουν τα χώματα που βγάζει! Είναι η δεκαετία του 1950 που γεννιούνται τα παιδιά του, και με τη Σοφία και τέσσερα στόματα να περιμένουν, διαλέγει τον πικρό δρόμο του μετανάστη, άλλωστε η επιβίωση ποτέ δεν σήκωνε συναισθηματικές κουβέντες. Πρώτα γίνεται γκαστερμπάιτερ, ταξιδεύει εργάτης στο Μόναχο της Γερμανίας. Επιστρέφει μετά από τρία χρόνια, το 1965, και προσπαθεί, όπως οι περισσότεροι Καρπάθιοι να τραβήξει με πρόσκληση του κουνιάδου του, για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Εκεί γνωρίζει ακόμη μια φορά την ανθρώπινη ρουφιανιά, αφού λίγο πριν μπει η σφραγίδα, με τη πολυπόθητη Αμερικάνικη βίζα στο διαβατήριο του, άγνωστοι τον κάρφωσαν για συμμετοχή στον ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ και το αντάρτικο.

Οι Αμερικάνοι δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να οδηγεί σε ταυτοπροσωπεία κάποιου Αντάρτη με τον Μεσοχωρίτη Νίκο, ήταν εκείνα τα χρόνια που η απώλεια μνήμης, είχε δώσει μια άλλη ταυτότητα, στον υποψήφιο Καρπάθιο μετανάστη.

Όμως τα βαφτιστικά ονόματα, που είχε δώσει στα παιδιά του, προβλημάτισαν και κράτησαν για λίγο καιρό πίσω τον Σταματιάδη. Τον ένα γιό τον βάφτισε Νικήτα και τη κόρη του Μοσχούλα, αυτό έμπλεξε τους πράκτορες στην Αμερικάνικη πρεσβεία που σκάλιζαν με μανία το παρελθόν του. Νικήτας από τον Χρουτσώφ; και Μοσχούλα από τη πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ενώσεως; Αν και τον καθυστέρησαν σχεδόν ένα χειμώνα, τελικά δεν βρήκαν ντοκουμέντα και κατάφερε να ταξιδέψει για την Αμερική.

Όταν έφτασε στην Αμερική με την οικογένεια του, ο Νίκος Σταματιάδης είχε πατήσει τα εξήντα, όμως εξακολουθούσε να είναι ένα παληκάρι με σπάνιο τσαγανό και πάθος.

Μια από τις πολλές δουλειές που βρέθηκε να κάνει, ήταν το καροτσάκι με τα χοντ-ντογκ, και ήταν τέτοια η φύση της δουλειάς, που πολύ συχνά επέστρεφε στο σπίτι χτυπημένος από συμμοριές, που ήθελαν να του αρπάξουν το μεροκάματο.

Εκείνος δεν δίσταζε να τα βάλει μαζί τους, να παλέψει αντρίκια, και τις περισσότερες φορές, απαντούσε στις γροθιές τους και γυρνούσε σπίτι ματωμένος, όμως κατάφερνε να κρατήσει το μεροκάματο, ενώ υπήρχαν άλλες που βρισκόταν μπανταρισμένος στο νοσοκομείο. Μάλιστα κάποια φορά από μαφιόζικα πισώπλατα χτυπήματα, έπαθε γλαύκωμα και έχασε το ένα μάτι του.

Ο Νίκος Σταματιάδης σπάνια ανοιγόταν στους ανθρώπους, είχε διδαχθεί καλά την ανθρώπινη φύση, αναγνώριζε τα πάθη και το πιθανό σύρσιμο σε στιγμές αδυναμίας, έτσι απέφευγε να ανοίγει μέτωπα και να αποκαλύπτει το παρελθόν του.

Ο  Γιώργος Παπαδάκης, ήταν από τα εγγόνια που κέρδισαν λίγο παραπάνω την εμπιστοσύνη του κρυφού αντάρτη. Θυμάται τον παππού του, να μοιάζει με θρύλο στα χρόνια της Αμερικής.

Ήταν το θεριό, που περπάτησε με ένα μπαούλο φορτωμένο στη πλάτη του, όλη τη γέφυρα GeorgeWashington,από τη Νέα Υόρκη στο Νιού Τζέρσευ!

Ο Νίκος δούλεψε στο Οχάιο, στη Βαλτιμόρη και τα τελευταία χρόνια έζησε στη Νέα Υόρκη. Έμεινε στην Αμερική περίπου δώδεκα χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1979.

Είχε περάσει τα 75, όταν βρέθηκε στη Ρόδο και πήρε το ποδήλατο του εγγονού του, του Γιώργου, και τράβηξε από τη πόλη της Ρόδου μέχρι κάτω το Νότο, έφτασε απέναντι από τη δική του Κάρπαθο.

Δεν έμαθε ποτέ να οδηγεί αυτοκίνητο, παρέμεινε ένας παθιασμένος ποδηλάτης, αληθινός αγωνιστής, που τραβούσε μοναχικό πετάλι, ακόμη και πάνω στην άσφαλτο των Αμερικανικών αυτοκινητοδρόμων, και δεν έπαψε να ονειρεύεται ένα καλύτερο και πάνω από όλα ελεύθερο μέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Παρέμεινε πιστός στις ιδέες του, πάντα κομμουνιστής, όμως από κείνους που βλέπουν τους ανθρώπους άδολα, δίχως κρυφές και παγωμένες κομματικές σκέψεις και θέσεις, προς το τέλος εμπιστεύτηκε το ΠαΣοκ. Ήταν εκείνη η πρώτη περίοδο του 1980 και πιστέψε σε εκείνον τον σκούρο πράσινο, μισό ήλιο της αλλαγής!

Ο Νίκος Σταματιάδης, η “μπουλντόζα” της Καρπάθου, δεν έπαψε να δουλεύει ακόμη κι όταν πονούσε, και είχε σοβαρά προβλήματα στη μέση του, έσκαβε γονατιστός, μάτωνε, όργωνε και μπόλιαζε με πάθος τα χωράφια του στα Μεσοχώρια.

Πως διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του ετούτος ο λεβέντης;

Το σχολείο και τα γράμματα ήταν λιγοστά και αδύναμα, και το μόνα δεδομένα ήταν η πείνα, η ανέχεια της εποχής, και το διαρκώς λυμένο ζωνάρι του πατέρα του, του Νικήτα, που όταν έβλεπε το γιο του να τσινά και σαν μικρό παιδί να αμφιβάλλει και να γκρινιάζει, πρώτα του έριχνε ένα γερό μπερντάκι, κι έπειτα εστελνε το παιδί σε μια σπηλιά του Μεσοχωρίου, που πεινασμένο προσπαθούσε να κρυφτεί από τα νεύρα και τα χέρια του.

Οι μικρότερες αδελφές του, έτρεχαν στο Νίκο με ένα γεμάτο από φαγητό πιάτο, πάντοτε στα κρυφά από το γέρο αφέντη.

Έτσι μεγάλωσε ο Νίκος Σταματιάδης και εξελίχθηκε σε άνθρωπο με ιδιαίτερο ήθος και μοναδικές αξίες. Αληθινός πολίτης, που φρόντιζε να παρακολουθεί ειδήσεις και πληροφορίες, από όλα τα μέσα ενημέρωσης, και να κρίνει αυστηρά τα δεδομένα της εποχής του. Ενώ φρόντιζε να στέκεται μακριά από κουτσομπολιά και κορώνες καφενείων, απέφευγε τις συναισθηματικές κρίσεις, παρότι σαγηνευόταν από τα λόγια του Αντρέα Παπανδρέου και ήθελε ισονομία και μια δίκαιη μοιρασιά για όλους τους ανθρώπους.

Όταν μέσα από άγριες εποχές και πολέμους, γεννιούνται τέτοιοι μοναδικοί αγωνιστές, ένα είναι σίγουρο ότι υπάρχει πάντοτε ελπίδα, σε έναν κόσμο που πνίγεται μέσα σε ξεραμένους χείμμαρους ή σε μικρούτσικα κουταλάκια γεμάτα από τα σωματικά μας υγρά.

Ο Νίκος Σταματιάδης, παρέα με τον φίλο του, Αντρέα Καραμηνά, σίγουρα θα βλέπουν και θα ζυγίζουν τα χαϊρια μας, θα λένε για τα χαρανιά που κάνουμε καθώς σκαλίζουμε τα χρόνια μας…είμαστε εμείς οι άξιοι συνεχιστές των δικών τους ονείρων;

Μόνο το αντάρτικο όνομα του δεν μπόρεσα να μάθω…

 

(Ένα ευχαριστώ στον έγγονο του, Γιώργο Παπαδάκη, για το άνοιγμα της καρδιά του)

Μανώλης Δημελλάς