Ο αντάρτης Νίκος Σκούλος

Ο αντάρτης Νίκος Σκούλος

 

(Η μελισσοκόμος και ο αντάρτης)

Εσύ βάλε πενήντα χρόνια, για να τα στρογγυλέψεις, τόσα έζησαν μαζί η Μαριγούλα και ο Νίκος. Εκείνη έμεινε μοναχή  εδώ πίσω.

Όμως δεν περνά μέρα να μη τον μνημονεύσει, ήταν και παραμένει το ταίρι της. Τι κι αν έφυγε νωρίτερα, κάποτε θα τον προφτάσει και τότε είναι σίγουρη, θα τον αρπάξει και πάλι από το χέρι.

Είναι με κόμπο δεμένες οι μοίρες τους, για πάντα.

Το ζευγάρι γνωρίστηκε και ερωτεύτηκε πάνω στο κλείσιμο του πολέμου, στις Πυλές Καρπάθου. Εκείνος γεννημένος το 1914 και πριν την εφηβεία του, στα δώδεκα, έγινε αυτοεξόριστος μετανάστης. Εγκατέλειψε τα Ιταλικά Δωδεκάνησα το 1926, τη χρονιά που η φασιστική οργάνωση του Μουσολίνι, έγινε το μοναδικό νόμιμο εθνικιστικό κόμμα της χώρας. Ξεκινούσαν τα δύσκολα για τον μικρό τόπο κι ο Νικόλας, δεν φόρεσε camicianera, δεν έγινε εθελοντής στο Ιταλικό σχολείο, τον παρότρυναν να φύγει, έγινε ένας ακόμη μετανάστης και τράβηξε στην ξενιτειά, στην Αθήνα.

Το μεροκάματο στα νταμάρια της Πεντέλης ήταν αρκετό, για εκείνους που βράδιαζαν πάνω στις πέτρες και ο κύκλος ήταν φορτωμένος από γνωστούς νησιώτες, κανέναν δεν ξεχώριζες, όλοι ίδιοι, απαράλλαχτοι, φορτωμένοι μέχρι τα μπούνια μαρμαρόσκονη και κούραση.

Οι ελπίδες για απελευθέρωση έγιναν στάχτη με την κήρυξη του πολέμου. Ο Νικόλας δεν άργησε, δίχως Ελληνική υπηκοότητα, στα χαρτιά ήταν Ιταλός, ντύθηκε εθελοντής στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων, ένας από τους 311 Καρπάθιους, τους 1586 Δωδεκανήσιους, που τράβηξαν ευθεία στη πρώτη γραμμή.

Με ταγματάρχη τον Μάρκο Κλαδάκη, ανέβηκε στα σύνορα και πολέμησε μέχρι την άνοιξη του ’41, όταν πια οι Γερμανοί κατέβηκαν με άρματα. Με τα λιανοντούφεκα δεν γινόταν να κρατηθούν στη θέση τους, έτσι άρχισε η οπισθοχώρηση, η περιπλάνηση και η επιστροφή. Ατέλειωτες οι διηγήσεις του, για τη διαδρομή προς την Αθήνα. Η Μαριγούλα κοντοστέκεται, ακόμα συγκινείται, μοιάζει να νιώθει την αύρα του, πάνω στις περιγραφές.

Μιλούσε τακτικά για τις μέρες του Πάσχα, όταν ο ίδιος έβγαλε με τη καπατσωσύνη του το φαγητό όλης της ομάδας. Έμπαινε στα αγροτόσπιτα, που συναντούσαν στα περάσματα τους και χόρταιναν με τα ψέματα. Λίγο ψωμί και μια σταγόνα λάδι, έτσι για να συχωρούν τα πεθαμένα τους.

Όσο κρατούσε ο πόλεμος δεν σταμάτησε να μάχεται. Μπήκε στην αντίσταση, στον ΕΛΛΑΣ, όχι δεν υπήρχαν οι παθιασμένες, κόκκινες ιδεολογίες το κίνητρο. Κάτι πιο απλό, έσπρωχνε τον Νικόλα να συνεχίσει τους πολέμους, το πάθος για τη λευτεριά της μακρινής πατρίδας. Όσο δεν μπορούσε να πατήσει στα Δωδεκάνησα, τόσο δαγκωνόταν και αγρίευε. Οι αγώνες, που περιέγραφε από εκείνη τη περίοδο, δεν είχαν όμοιο τους. Σε αμέτρητες στιγμές ένιωθε πως δεν θα ξημερώσει για τον “Πλάτωνα”. Έτσι ήταν το παρατσούκλι του Νικόλα, ήταν ο Πλάτων. Και είχαν όλοι παρανόματα, όχι για γούστο, αν τους έπιαναν στην Ελλάδα, τότε οι οικογένειες τους στο Ιταλικό νησί, θα μαρτυρούσαν το γάλα της μάνας τους, αφού βρέθηκε ένας δικός τους, που πρόδωσε τους φασίστες.

Συχνά θυμόταν το γράμμα που μετέφερε στους αντάρτες της Μανωλάδας, είχε εντολές να μην πέσει σε εχθρικά χέρια, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν Γερμανό αξιωματικό, τελικά τα κατάφερε, πρόλαβε και τον έφαγε πρώτος. Από τη μάχη βγήκε κερδισμένος, έζησε και έφυγε παπουτσωμένος, λίγο μεγάλες οι μπότες του σκοτωμένου Γερμανού, όμως δε μούσκευαν από νερά και λάσπες, τα ποδάρια του.

Συμμετείχε στα σαμποτάζ του Αράξου και αρκετές στιγμές στάθηκε πιο τυχερός από τους συντρόφους που χάνονταν στις μάχες. Σε ένα από τα κυνηγητά της Αθήνα, κρύφτηκε σε ένα άγνωστο σπίτι και την έβγαλε και πάλι καθαρή, εκεί βρήκε έναν μικρό σταυρό, το θεώρησε σημάδι τύχης, έτσι τον πήρε μαζί του, όμως δεν άντεξε, δεν ήταν κλέφτης, δεν θα τον έκαναν οι καιροί τόσο άγριο ζώο. Γύρισε την επόμενη μέρα και έψαξε στη γειτονιά για τους ιδιοκτήτες, έδωσε το σταυρό και συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο, μέχρι που έπεσε ο άξονας.

Μόλις μαθεύτηκε η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων μπήκε σε ένα καΐκι, μετά από παραίνεση του θείου του, του δασκάλου Γιάννη Καραϊτιανού, μαζί γύρισαν στο νησί.

Δεν αγωνίστηκε για τιμές, καρέκλες και αξιώματα, την  πατρίδα πάλευε να λευτερώσει ο Νικόλας. Την Άνοιξη του 1945, πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια μέχρι να ξαναπατήσει τα χώματα της Καρπάθου. Και εκεί, μέσα στη φτώχεια και την Εγγλέζικη κατοχή, γνώρισε τον έρωτα της ζωής του. Του ξεσήκωσε και τελικά του πήρε τα μυαλά. Και ενώ η μάνα της σχεδόν τη κλείδωσε μέσα στον αποκρίατο και δεν την άφηνε να ξεμυτήσει, ούτε μέχρι τη βρύση. Εκείνος δεν άργησε, έστειλε ακόμα και τη μάνα του στο σπίτι της, για να τη ζητήσει.

Η όμορφη Μαριγούλα ήταν μονάκριβη,  δύο άκληρες θείες, προόριζαν για κείνη οικοδομές, σπίτια και κτήματα. Αρκεί να διάλεγαν τον καταλληλότερο γαμπρό και εκείνη να έσκυβε το κεφάλι στη μοίρα και να συμφωνούσε. Έτσι γινόταν τότε με πολλά ζευγάρια, οι περιουσίες καθόριζαν το μέλλον.

Όχι, για αυτά τα δυό παιδιά, δεν γράφτηκε έτσι η ζωή τους. Κλέφτηκαν και άφησαν πίσω λόγια και κουβέντες, για τρανές κληρονομιές και δεσμεύσεις πάνω σε διώροφα και κτήματα.

Όσο αρμονικά και αγαπημένα ήταν μέσα στο σπίτι, άλλο τόσο ζορισμένα και ανάποδα ήταν έξω από αυτό. Δεν περιγράφεται το κυνηγητό του Νικόλα από τους μυστικούς και φανερούς χωροφύλακες, τους ασφαλίτες με τις καπαρντίνες της εποχής.

Δεν τους πήγαινε κάτω, ήταν ένας αντάρτης που μπορεί, σίγουρα θα τους έκανε κάποια ζημιά, έτσι δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Κάθε τόσο χτυπούσαν τη πόρτα της φαμίλιας, τον έψαχναν, όχι μονάχα αυτόν, όλη την οικογένεια του. Οι εκλογές στον Φλεβάρη του 1956, ήταν ανεπανάληπτες, εκείνος δούλευε μακριά, στα λατομεία της Κοζάνης. Δεν είχε καμμιά σχέση με κομματικά πρόσωπα ή ακόμα και κάποια πολιτικά νταραβέρια. Γυναίκα και παιδιά περίμεναν το μηνιάτικο, που έβγαινε από τον μαντρακά και τα βασανισμένα χέρια του.

Η αστυνομία έστειλε σήμα από το νησί, παράγγειλε την απόλυση του στον εργοδότη. Όσο για τη φαμίλια του στο σπίτι, εκεί πια μπαινόβγαιναν κάθε μέρα χωροφύλακες, έψαχναν να βρούν αριστερές “κομμουνιστικές” παρανομίες και να ξεκινήσουν τα παρατράγουδα. Μωρέ, δεν θα μας πάρουν τα σπίτια αυτοί οι κόκκινοι!

Οι εκλογές εκείνες ήταν ένα όργιο, μια παραφροσύνη, αφού η ένωση των αριστερών έφερνε κάποια ελπίδα στον λαό και φόβο στο κατεστημένο.

Έτυχε και ο κουνιάδος του, ο αδελφός της Μαριγούλας, να είναι αντιπρόσωπος της Ένωσης Κέντρου, για το χωριό, και κάθε μέρα είχαν τους αστυνόμους να μπανοβγαίνουν μέσα στο σπίτι. Έφτασαν μάλιστα να θέλουν να τραβήξουν στο τμήμα την 83χρονη κατάκοιτη πεθερά του.  Η Μαριγούλα ξεσπάθωσε, περιμέναμε τόσα χρόνια να γίνουμε Έλληνες, ελεύθεροι και πιστεύαμε στη δημοκρατία και μόλις ντυθήκαμε τη γαλανόλευκη γίναμε χειρότεροι από τους εχθρούς μας.

Μέσα στο 1960 παρέμεινε για λίγο πάνω στο νησί, έτσι προκομένος και με τρία παιδιά, δεν άντεξε την απραξία και το γέννημα της, τη φτώχεια. Μάζεψε βαλίτσες και έφυγε το ’68 και πάλι για μετανάστης, αυτή τη φορά πήγε πιο μακριά, στην Αμερική.

Εκεί δούλεψε δεκαπέντε χρόνια και διάλεξε ακόμη πιο σκληρή δουλειά, βιομηχανικός εργάτης σε εργοστάσιο κατασκευής ανοξείδωτων αντικειμένων.

Στα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς, η Μαριγούλα έμεινε να στέκει μάνα και πατέρας. Μέσα στις ατέλειωτες σκοτούρες της άφησε και λιγοστά μελίσσια, που ήταν μια από τις ασχολίες του, όσο ζούσε στο νησί.

Κάπως έτσι έγινε η πρώτη γυναίκα μελισσοκόμος πάνω στη Κάρπαθο. Ξεκίνησε στην αρχή δειλά, να διαβάζει για τη ζωή της μέλισσας, τη συνεπήρε ετούτη η παράξενη κοινωνία. Η άγνωστη ζωή της εργάτριας, που ζει μόλις σαράντα μέρες και της εκλεκτικής βασίλισσας, που φτάνει τα δύο χρόνια. Ένας άγνωστος, όμως τόσο σαγηνευτικός, παντόξενος κόσμος, που ζει αθόρυβα δίπλα μας.

Ακόμα και ο τρόπος, που αυτά τα έντομα αναγνωρίζουν και χαιρετούν τα υπόλοιπα ζώα, ο σεβασμός μα και ο ζόρικος εκνευρισμός τους. Τα τσιμπίματα και το θεραπευτικό δηλητήριο, που δεν είναι παρά ένα ισχυρό φάρμακο. Όσο λοπόν ο Νικόλας απουσίαζε στην Αμερική, εκείνη όλο και περισσότερο, έμπλεκε μέσα στα μελίσσια. Παρέλαβε τρεις κυψέλες και τις έκαμε σαράντα! Και σπάνια φορούσε προστατευτικά για τα χέρια και το πρόσωπο της, καταλάβαινε, ένιωθε το φόβο, μύριζε την επιθετικότητα τους και αντιμετώπιζε τις μέλισσες σαν μικρά παιδιά. Όταν πια πονούσε, τα πόδια ή τα γόνατα της, έπιανε κάποια εργάτρια, και την έβαζε να την τσιμπίσει με το κεντρί της. Μπαίνουμε στον πειρασμό να μιλήσουμε και για το καλύτερο, πιο θρεπτικό μέλι, που για τη Μαριγούλα, είναι από τη Ρεικιά. Μπορεί να μην το θεωρούν, το πιο σπουδαίο, αλλά όπως και το πρώτο ανοιξιάτικο ανθόμελο, τα ξεχωρίζει η πρώτη γυναίκα μελισσοκόμος της Καρπάθου.

Με τη φωτογραφία του Νικόλα να στριφογυρίζει πάνω και μέσα στα χέρια της, από την ιστορία των μελισσών, γρήγορα επιστρέφουμε στο αληθινό μέλι, εκείνο της καρδιάς. Ο αντάρτης της δεν πήρε ποτέ σύνταξη ή κάποιο εφάπαξ, από το Ελληνικό κράτος, αν και δούλεψε για πολλά χρόνια, δεν έφτασαν τα ένσημα για να συνταξιοδοτηθεί. Αφού τα περισσότερα από τα μεροκάματα στα νταμάρια ήταν “μαύρα”, οι εργοδότες δεν τα περνούσαν στα βιβλία και δεν μιλούσαν για ασφάλειες και για σύνταξη στα γηρατειά.

Όμως το χειρότερο ήταν η καθυστερημένη αναγνώριση του για την αντιστασιακή δράση του από το Ελληνικό κράτος.

Ο αντάρτης, χαριτολογώντας, επαναλάμβανε τακτικά ότι δεν είναι λίγοι, εκείνοι που έπαιρναν εύσημα από τους κατακτητές, σήμερα έγιναν οι μεγαλύτεροι αντιστασιακοί και ακόμη χειρότερα, η κοινωνία τους παρασημοφορούσε και τους χειροκροτούσε, δίχως να καταλαβαίνει το διαρκές έγκλημα πάνω στο πτώμα της ιστορίας.

Απέφευγε τις επετείους και τις λαμπρές συγκεντρώσεις τιμής και μνήμης, ένιωθε άβολα με το ψέμα και τη παραποίηση εκείνης της περιόδου. Πριν από λίγα χρόνια το επαρχείο Καρπάθου, ευτυχώς αποκατέστησε την αδικία, αναγνωρίζοντας την σπουδαία αντιστασιακή δράση του Νίκου Σκούλου.

Η πρώτη γυναίκα μελισσοκόμος δεν έχει πια κουράγια, για να τρυγάει μελίσσια, ο Νικόλας, ή Πλάτωνας ή όπως το φώναζαν στη Κάρπαθο, ο αντάρτης, έχει από χρόνια μετακομίσει στον άλλο κόσμο. Ακόμη δεν γνωρίζουμε αν εκεί έχει ίντερνετ και στα σίγουρα δεν γίνονται αλισβερίσια και πάρε-δώσε, με τηλέφωνα και γράμματα.

Οι δικές τους, μαύρες εποχές του φακελώματος, του κυνηγητού κάθε διαφορετικότητας, είναι κι αυτές παρελθόν. Όλα μοιάζει να έγιναν σε μια ξένη χώρα.

Ακούς εκεί, υπήρχε εποχή που ήθελες  διαβατήριο για να πας στη Κάρπαθο! Ευτυχώς που τίποτε δε σβήνει, αν τα διαγράψουμε από τις μνήμες μας, τόσο θα τα επαναλαμβάνουμε και θα μας φαίνονται όλα άγνωστα και πρωτόγνωρα.