Νικόλαος Πετρίδης, ο μηχανικός του ΕΑΜ που άφησε ιστορία

Νικόλαος Πετρίδης, ο μηχανικός του ΕΑΜ που άφησε ιστορία

Ο Νικόλας γεννήθηκε στο Απέρι Καρπάθου στις 30 Μαρτίου 1916, γονείς του ήταν ο Γιώργος και η Πηνελόπη. Σύμφωνα με δικό του χαρακτηρισμό, ήταν μια οικογένεια ευκατάστατη, που μάλιστα είχαν και ιδιόκτητο εκκλησάκι, την Αγία Άννα, στη περιοχή Πίνι, του χωριού Βωλάδα.

Ο πατέρας του, ο Γιώργος Πετρίδης, ήταν μετανάστης και είχε δημιουργήσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στο Σουδάν. Όμως πέθανε νωρίς κι ο Νίκος ταξίδεψε στην Αφρική και ανέλαβε να τακτοποιήσει τα περιουσιακά θέματα της οικογένειας.

Ήταν μια μεγάλη φαμίλια,  εκτός από το Νίκος υπήρχαν ακόμη πέντε παιδιά, οι  Ηλίας, Μαριγούλα, Ευδοξία, Σεβαστή και η Ρηνούλα. Εκείνος τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο Απέρι, συνέχισε το γυμνάσιο στη Ρόδο και από εκεί πήγε ταξίδεψε στην Αθήνα όπου σπούδασε μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στον κλάδο οδοποιίας.

Το 1938 ολοκλήρωσε τις σπουδές και αμέσως έπιασε δουλειά στη βιομηχανική Εταιρία οδοποιίας. Τον προσέλαβε ο διευθυντής της εταιρίας Ζαΐμης, οικονομολόγος που υπήρξε και βουλευτής, λέγοντας του ότι προτιμά τους Δωδεκανήσιους, επειδή «δεν έχουν σχέση με κομμουνισμούς και τέτοιες ιδεολογίες»!  Λίγο πριν από τον πόλεμο αρρώστησε και από φυματίωση πέθανε ο μεγάλος αδελφός του Νίκου, ο καπετάνιος Ηλίας Πετρίδης.

Για τον Νίκο δεν ήταν μόνο ο αγαπημένος αδελφός, ήταν ο μέντορας, μέσα από τα βιβλία, την εμπειρία από τα ταξίδια στον κόσμο, κυρίως από τον χαρακτήρα του, γνώρισε την κομμουνιστική κοσμοθεωρία που ο ίδιος πίστεψε και υπηρέτησε με αυταπάρνηση μέχρι το τέλος.

 

Το κάλεσμα του Ζαχαριάδη

Ήδη ήταν ενταγμένος στην αριστερά, αλλά το έκρυβε, όπως οι περισσότεροι σύντροφοι του, γιατί από το 1936 και τη δικτατορία του Μεταξά το κυνηγητό ήταν ανελέητο.

Στο ξεκίνημα του πολέμου του ’40 ο Νίκος Πετρίδης παρουσιάστηκε εθελοντής στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων.  Ώθηση στην απόφαση συμμετοχής των κομμουνιστών έδωσε ο γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, με μια ανοιχτή επιστολή καλούσε όλους τους συντρόφους του να βγουν μπροστά και να αγωνιστούν για την πατρίδα.

«Προς το λαό της Ελλάδας

Ο φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα 31 του Οκτώβρη 1940

Νίκος Ζαχαριάδης

Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ».

 

Με αυτόν τον τρόπο  έληξε και ο φόβος των διώξεων. Συνολικά υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 311Καρπάθιοι (πρόσφατες έρευνες αυξάνουν τον αριθμό) ντύθηκαν το χακί και βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του πολέμου με το Σύνταγμα Δωδεκανησίων.

Από τότε και μέχρι την κατάρρευση του μετώπου, ο Νίκος ήταν μπροστά, έχτιζε οχυρά στα βουνά της Αλβανίας και έφτασε μέχρι τον βαθμό του Ταγματάρχη.

Κατά την υποχώρηση, σε μια μάχη με Γερμανούς, τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και για λίγους μήνες έχασε την όραση του. Αυστραλοί στρατιώτες περιέθαλψαν τον Νίκο Πετρίδη και τον μετέφεραν σε Αθηναϊκό νοσοκομείο. Ο ίδιος περιέγραψε το χρονικό του τραυματισμού του στον δημοσιογράφο-εκδότη Φίλιππο Παπαδόπουλο και το περιοδικό «Σαν τα πουλιά, ομολογίες Ελλήνων Ουγγαρίας»:

«Ήμουν σε κακή κατάσταση. Το κεφάλι μου ήταν πρησμένο, δεν έβλεπα. Μετά από μερικούς μήνες, έπειτα από αρκετές χειρουργικές παρεμβάσεις, όταν η πληγή καθαρίστηκε πλήρως από τα θραύσματα, θεραπεύτηκα. Ο γιατρός μου ήταν ευτυχής, μας είπε ότι έζησα από θαύμα.

Σε κείνο το σημείο του κρανίου δεν έχω κόκκαλο, αλλά αυτό δεν με ενοχλεί. Επισκέφθηκα τα νοσοκομεία, είδα τραυματισμένους στρατιώτες στο κεφάλι και τα μάτια. Τους έδειχνα την ουλή στο μέτωπό μου, και τους ενθάρρυνα να παλέψουν. Εν τω μεταξύ, οι Γερμανοί κατέλαβαν όλη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας».

Μόλις το τραύμα επουλώθηκε και η όραση του επανήλθε βρήκε επαφές, οργανώθηκε και αμέσως πέρασε στην αντίσταση. Έγινε γραμματέας στην 4ηΑκτιδική Επιτροπή και μέλος της επιτροπής πόλης του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

Κατά την επέμβαση των Άγγλων ήταν ήδη μαχητής του ΕΛΛΑΣ. Πολέμησε κυρίως στο βουνό Γράμμος, όπου οργάνωσε τις αμυντικές γραμμές, έχτισε οχυρά και τάφρους, επίσης δίδαξε τους συντρόφους του να κατασκευάζουν φυλάκια και αναχώματα, με ό,τι υλικά είχαν στη διάθεση τους, δηλαδή πέτρες, ξύλα και χώμα. Να πως περιγράφει ο ίδιος εκείνες τις μέρες (Περιοδικό «Σαν τα πουλιά, ομολογίες Ελλήνων Ουγγαρίας, Παπαδόπουλος):

«Ήταν πολύ δύσκολο. Ένιωσα μια ανείπωτη πικρία. Θυμάμαι μια μαζική πείνα, τους σκελετωμένους ανθρώπου, τα πτώματα στους δρόμους, τους σωρούς των σκουπιδιών, τις διώξεις, τις καθημερινές συλλήψεις, τις εκτελέσεις των αγωνιστών, όλη τη θηριωδία των κατακτητών. Αλλά θυμάμαι τη θέληση των ανθρώπων να ζήσουν και να αγωνιστούν για τη λεφτεριά της πατρίδας. Αργότερα έζησα και την επέμβαση των Άγγλων και τα Δεκεμβριανά ως στέλεχος στον  ΕΛΛΑΣ στην Αθήνα το 1944 αιματηρά γεγονότα τον Δεκέμβριο του 1944. Τα έζησα με όλη την αιμοβορία και τα κυνηγητά που ακολούθησαν για πολλά χρόνια … Κατάφερα να διαφύγω μαζί με τον Θεοδόση Φωκά και τον Λευτέρη Βουτσά, ύστερα από πολλές περιπέτειες καταφέραμε να διαφύγουμε τη σύλληψη φεύγοντας στην Ιταλία και από εκεί διαμέσου Γουγκοσλαβίας φτάσαμε στην τότε Ελεύθερη Ελλάδα και συνεχίσαμε τον αγώνα πίσω από τις γραμμές του ΔΣΕ».

Μετά το τέλος του εμφυλίου ο Νίκος βρέθηκε στο Μπουρέλι της Αλβανίας, μαζί με τους Θεοδόση Φωκά και τον Λευτέρη Βουτσά, κατασκεύαζαν στρατώνες για τους πρόσφυγες από την Ελλάδα.

Εκεί συναντήθηκε και συνεργάστηκε με τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ. Με τον Γιάννη Ιωαννίδη, οργανωτικό γραμματέα του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής, επίσης με τους Δημήτρη Βλαντά, Νίκο Μπελογιάννη, Ανδρέα Μπαρζόκα και τον Πολύδωρο Δανιηλίδη. Μάλιστα για το χρόνο παράδοσης ενός έργου διαφώνησε με τον Βλαντά, όμως κατάφερε να τον πείσει, έτσι κερδίσει μια μέρα εργασίας για την κατασκευή μιας παράγκας.

Λίγο αργότερα χρεώθηκε την κατασκευή ενός δρόμου, μήκους 48 χιλιομέτρων, που θα συνέδεε την Αλβανία με τη Γιουγκοσλαβία. Ήταν ένα πολύ δύσκολο έργο, ο Νίκος δούλευε μέρα και νύχτα κι από τότε οι Αλβανοί συνεργάτες του, αναγνωρίζοντας την επαγγελματική του αρτιότητα, το υψηλό φρόνημα και την ενσυναίσθηση, συνήθιζαν να τον φωνάζουν ο «Έλληνας μηχανικός», ένα όνομα που έμεινε να τον συνοδεύει σε όλη τη ζωή του.

Την άνοιξη του 1950 βρέθηκε στην Ουγγαρία και τότε ανατέθηκε σε κείνον και στον φίλο του αρχιτέκτονα Θεοδόση Φωκά, η κατασκευή του χωριού Μπελογιάννης.  Το χωριό αρχικά ονομάστηκε Görögfalva, δηλαδή Ελληνοχώρι, όμως δύο χρόνια αργότερα μετονομάστηκε σε Μπελογιάννης (Beloiannisz στα ουγγρικά) προς τιμήν του αγωνιστή της αντίστασης Νίκου Μπελογιάννη, ο οποίος είχε εκτελεστεί την ημέρα των γενεθλίων του Νίκου Πετρίδη, χαράματα Κυριακής 30 Μαρτίου 1952.

Ξεκίνησαν το Μάιο και σχεδίαζαν να χτίσουν το χωριό σε 8, το πολύ σε 9 μήνες, είχαν στη διάθεση τους περίπου 1.000 οικοδόμους.

Στη μέση του κάμπου, εκεί όπου δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, θα έφτιαχναν 418 κατοικίες, όπου θα έμεναν περισσότεροι από 1200 πρόσφυγες.  Εκτός από τα σπίτια έπρεπε να κατασκευαστεί Δημαρχείο, υδραγωγείο, σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας,  σούπερ-μάρκετ, εστιατόριο, βιβλιοθήκη, σχολείο κ.α. Στο χωριό δεν κατασκευάστηκε εκκλησία και ο Νίκος Πετρίδης απάντησε στο ερώτημα:

«Το βασικό ήταν να κάνουμε στέγη, να δημιουργήσουμε συνθήκες ζωής, στους ανθρώπους που χάσανε τα πάντα, την εστία τους, το σπίτι τους…

Να δώσουμε αισιοδοξία, προοπτική ζωής στους ανυπεράσπιστους, που στην κυριολεξία ξεριζώθηκαν, μείνανε, θα έλεγα, τελείως άβουλοι στον κόσμο, κυριολεκτικά εκτεθειμένοι στα δεινά της φύσης, απροφύλακτοι, βαριά τραυματισμένοι, πονεμένοι, και όχι μόνον ψυχικά αλλά και σωματικά.

Ευγνώμονας είμαι για τη βοήθεια που μας έδωσε τότε το ουγγρικό κράτος. Είμαι περήφανος που θα μπόρεσα να κάνω κάτι και χρησιμοποίησα σωστά αυτή τη βοήθεια.

Την προσευχή του ο πιστός μπορεί να την κάνει παντού. Στο εαυτό του, στην ψυχή του ή και στο σπίτι του, αν το έχει.  Αυτό δεν αναιρώ αυτό που είπα νωρίτερα,  ότι η εκκλησία, η οποία χτίστηκε σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, μου αρέσει πολύ, έχει τη θέση της εδώ. Εμπλουτίζει τον πολιτισμό μας, τη ζωή του χωριού μας. Είναι ένα πολύ ωραίο στολίδι του».

Ο χρόνος πίεζε αφόρητα, οι εργασίες είχαν μόνο οκτώ μήνες, μέσα σε αυτό το διάστημα στο χωριό Μπελογιάννης έπρεπε να ζωντανέψει, μετρούσαν 250 ημέρες για να βρίσκονται τα έτοιμα κτήρια στη θέση τους!

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1950, σε μια αποθήκη καπνού και στο εργοστάσιο στη γωνία της οδού Kőbányai και της λεωφόρου Hungária τοποθετήθηκαν προσωρινά περίπου 400 ελληνικές οικογένειες. Κάθε μια οικογένεια ζούσε σε 6 έως 12 τετραγωνικά μέτρα, σε ένα δωμάτιο και σχεδόν ανά 25 οικογένειες υπήρχε μια κοινή κουζίνα καθώς και τουαλέτες.

Από τις πρώτες μέρες ο Νίκος Πετρίδης διαπίστωσε ότι τόσο τα ουγγρικά εργαλεία, που ήταν εξελιγμένα αλλά άγνωστα για τους Έλληνες μαστόρους, όπως και οι δυνατότητες του προσωπικού, έκαναν την προσπάθεια να μοιάζει αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον υπεράνθρωπη. Ανάμεσα στις δυσκολίες και η έλλειψη νερού.

Οι οικοδόμοι, όπως και ο Νικόλας, έμεναν στο κλειστό εργοστάσιο ζάχαρης Ercsi Sugar Factory, κάθε μέρα έκαναν τη διαδρομή με το τραίνο, με τα πρώτα σπίτια που κατασκευάστηκαν μετακόμισαν στο χωριό και η δουλειά έτρεχε όλο και πιο γρήγορα.

Εκτός από τους Έλληνες και τους Ούγγρους εργάτες πολλοί άνθρωποι,  σπουδαστές, αλλά και εργαζόμενοι από άλλους χώρους, κυρίως τα Σαββατοκύριακα προσέφεραν εθελοντική εργασία για τη δημιουργία του χωριού! Η ουγγρική κυβέρνηση έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσει τους ξεριζωμένους Έλληνες.

Στο πεντάμηνο, Φλεβάρης 1950, φάνηκαν αποτελέσματα και τότε ξεκίνησε η εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων του νέου χωριού.

Το σύνολο των Ελλήνων, πολιτικών προσφύγων που έφθασαν στην Ουγγαρία, υπολογίζεται σε 8.000. από αυτούς 4.500 αγωνιστές και 3.500 παιδιά.

Μετά το χτίσιμο του χωριού Μπελλογιάνης και από το1952 έως τη συνταξιοδότηση του, ο Νίκος Πετρίδης, εργάστηκε στη επιχείρηση οδοποιίας της Βουδαπέστης. Εκτός από τους δρόμους και τα γήπεδα, ο Νίκος Πετρίδης δούλεψε στην κατασκευή του μεγάλου Σταδίου της Βουδαπέστης, ως διευθύνων μηχανικός, καθώς και στις γραμμές 2 και 3 του μετρό. Ο Καρπάθιος Νίκος Πετρίδης άφησε βαθύ χνάρι στην δεύτερη πατρίδα του!  Του απενεμήθησαν διπλώματα, βραβεία και τιμητικές διακρίσεις για το ήθος και την άριστη δουλειά του κι έμεινε στις συνειδήσεις με το όνομα GorokMernokδηλαδή ο «Έλληνας μηχανικός».

Πέθανε το 2007 σε ηλικία 91 ετών.

Ο νόστος και η περιπέτεια της επιστροφής στην Κάρπαθο

Δε γνωρίζουμε πόσα γράμματα έστειλε ο Νίκος στην μητέρα του. Στο νησί έφτασαν μόνο δυο από τις επιστολές του, αρχικά το 1956 και τη δεύτερη φορά το 1961, περίπου έξι μήνες μετά την άνοδο στην εξουσία από τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Όμως ο τοπικός σταθμός της Αστυνομίας Καρπάθου και τις δυο φορές είχε αυστηρότατες εντολές, δεν επέτρεψε στην μητέρα του να απαντήσει! Αμέσως μόλις έφταναν γράμματα που έφταναν από την Ουγγαρία στην Κάρπαθο καλούσαν τη μητέρα του στο τμήμα, εκεί της έλεγαν να απαντήσει μπροστά τους στο γιό της και κείνοι «θα φρόντιζαν να στείλουν υπηρεσιακά»την απάντηση της. Κάτι όμως που δε γινόταν.

Η μητέρα του, μέχρι το θάνατο της, φρόντιζε να προσεύχεται και κάνει αγαθοεργίες που κανείς ποτέ δεν έμαθε, στο όνομα του γιού της Νίκου. Κι όταν μιλούσε για κείνον επαναλάμβανε τα ίδια λόγια:

  • Αν είναι ζωντανός να τον έχει ο Θεός καλά. Αν πάλι έχει πεθάνει ναναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Ο ανιψιός του, γιός της αδελφής του Νίκου, της Ρηνούλας, ο Μιχάλης Πρωτόπαπας, ήταν η αιτία να ξανασμίξει με την οικογένεια του.

Πολλά χρόνια αργότερα, στην αρχή της μεταπολίτευσης, ο Μιχάλης, ήδη μετανάστης στην Αμερική, σκεφτόταν με θλίψη τον θείο που δεν γνώρισε. Αποφάσισε και του ταχυδρόμησε μια επιστολή, στην διεύθυνση που έγραφαν τα απαγορευμένα γράμματα του Νίκου.

Εκείνος απάντησε και το επόμενο καλοκαίρι ταξίδεψε με την οικογένεια του για την αγαπημένη του Κάρπαθο. Η μητέρα του είχε πεθάνει, όμως οι αδελφές του Ευδοξία, Σεβαστή και Ρηνούλα, οι υπόλοιποι συγγενείς, επίσης οι παλιοί συμμαθητές και οι φίλοι, όλοι μαζί ένωσαν τα μικρά κομμάτια από την ιστορία της ζωής του έσπασε τόσο βίαια και απάλυναν τον διαρκή πόνο του βίαιου διωγμού.

Ο Νίκος Πετρίδης αντιμετώπισε σοβαρό θέμα με την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας (είχε αφαιρεθεί από τους πολιτικούς πρόσφυγες).

Κάποιο μπέρδεμα στο επώνυμο, Πετρίδης, αλλά κάποτε από λάθος γράφτηκε Πετρίτης, δεν του επέτρεπε να ξανα-αποκτήσει την ταυτότητα του. ‘Όπως έλεγε συχνά του ανιψιού του, του Μιχάλη Πρωτόπαπα,

 «αν κάτι θέλω να πετύχω είναι να πεθάνω Έλληνας».

Το 2000, στα 50χρονα από την κατασκευή του χωριού Μπελογιάννης και των 5 χρόνων από το χτίσιμο της τοπικής εκκλησίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, αναγνωρίζοντας τη συμβολή του Νίκου Πετρίδη στην οικοδόμηση του χωριού του έστειλε μια εικόνα με μια προσωπική αφιέρωση.