Γιάννης Μελλισηνός, για ένα ποδήλατο κι ένα κουτί μπισκότα

Γιάννης Μελλισηνός, για ένα ποδήλατο κι ένα κουτί μπισκότα

Που πάνε αλήθεια μερικά χρόνια, που πάνε και κρύβονται. Τα άτιμα, κι ούτε  μπορείς να τα ξετρυπώσεις. Αγωνίζεσαι να θυμηθείς τι έκαμες τέτοιες μέρες, πριν δέκα, είκοσι, μπορεί και περισσότερα χρόνια. Μάλλον σκόπιμα τα ξεχνά το μυαλό, για να μη ψάχνει συγχωροχάρτια, για όλα κείνα που δε πρόκαμε, δεν κατάφερε να κάνει.

Έλα που  θυμάσαι, ξεφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες, που σου δίνουν μια κατακέφαλα και σου γυρνούν ανάποδα κάθε τωρινή στιγμή, βλαμμένες ξετσίπωτες στιγμούλες, λες και παίζουν κάποιο ρόλο στα μελλούμενα.

Έτσι κι ο Γιάννης Μελλισηνός, ο έγγονας του σπουδαίου δικαστή της Καρπάθου, μα σα να του μοιάζει κιόλας, ζει χρόνο καιρό στον Αφιάρτη, γράφει τα δικά του περασμένα, που για να τα κάμω ιστορία δεν θα φτάνουν να διαβάζεις μέχρι να βγει το ’13. Μια στιγμή, μια μέρα τη ζωή του, θα σας περιγράψω, γιατί πάντα θα τον κρατά από το χέρι, είναι η μέρα που έγινε αφορμή να μάθει  “ισορροπία”.

Αρχές Οκτώβρη 1944, πιτσιρίκος τότε ο Γιάννης, όχι πως όταν τον γνώρισα ήταν μεγάλος, ίσως το σώμα  να γερνά και τα μάτια μας  μπερδεύουν, ενώ το μυαλό και η πάνω από όλα η λεβέντικη καρδιά του, ακόμη φορούσαν κοντά παντελονάκια και σα να είχε φτερά, μα δε σταματούσε να πετά!

Ήταν παιδί τότε, πιάστηκε, από τους Γερμανούς, το Δεκέμβρη του 1943 και φυλακίστηκε στη περιοχή Σιτάρενα.

Ο μικρός με το αμερικάνικο διαβατήριο, τους έκανε, αναγκαστικά, ένα σωρό δουλειές και θελήματα, και εκείνοι σε αντάλλαγμα, τον κοπανούσαν  με κάθε ευκαιρία. Στο μικρό παιδί όλο και θέριευε το μίσος μέσα στη ψυχή του. Όχι για όλους, άλλωστε ένας τέτοιος κατακτητής και παντοτινός φίλος του, ήταν ο Αυστριακός στρατιώτης Κάρλ Χέρτερ, που τον ελευθέρωσε στις 2 Οκτωβρίου 1944, πάνω στο αναγκαστικό φευγιό των ναζήδων και στην αναμπουμπούλα από τις ανατινάξεις των πυρομαχικών τους.

Την ίδια στιγμή, μια θεότρελη ιδέα, του λίγο μεγαλύτερου ξαδέρφου, του Γιώργη Δημ. Καλή, έγινε η αφορμή για τα παιδιά, για να γράψουν τη δική τους, ριψοκίνδυνη πολεμική  ιστορία.

Ο Γιώργης μπροστά, ο Γιάννης και ξοπίσω να κλουθά ζορισμένα, ένας Ιταλός φαντάρος, ο Νίσι, ήταν από κείνους που άλλαξαν γραμμές, δραπέτευσε και παράτησε τους φασίστες, τα λοφία και τα ανόητα καπρίτσια τους.

Ξεκίνησαν για το άντρο των κατακτητών στον Κάστελλο, το νότιο άκρο του νησιού.

Η παρέα ζώστηκε με όπλα. Χειροβομβίδες, περίστροφα και γκράδες. Μέσα στη νύχτα, είχαν για σκοπό για να επιτεθούν, στα φυλάκια των Γερμανών στο αεροδρόμιο, ήξεραν ό,τι οι κατακτητές τα μάζευαν άρον-άρον, έφευγα βιαστικά από το νησί, και μια επιδρομή θα τους έπιανε σίγουρα στον ύπνο.

Τόσο αστείρευτο μίσος, κουβαλούσαν μέσα τους, που στην ιδέα του αιφνιδιασμού και στη μικρή πιθανότητα, να ξεπάστρευαν μερικούς από τους σιχαμερούς κατακτητές, δεν λογάριασαν τη πιθανή αποτυχία.

Αν κάτι πήγαινε στραβά; αυτό δεν έμπαινε στο μυαλό των μικρών πολεμιστών, έκαμε το σχέδιο της επίθεσης ο πιο έμπειρος, αλλά φοβιτσιάρης Ιταλός, που μόλις βρήκε ευκαιρία τη κοπάνησε, εγκατέλειψε τα δυο παιδιά και έφυγε τρέχοντας προς τα πίσω, τόσο πολύ, πίστεψε στο σχέδιο των πιτσιρικάδων.

Οι δυο τους, δεν έκαναν πίσω, αθόρυβοι μπήκαν στη στρατιωτική περιοχή του αεροδρομίου και στο πρώτο κτήριο, ο Γιώργης τράβηξε την πέτσινη ασφάλεια από τη χειροβομβίδα, φώναξε ο Γιάννης, να παραδοθούν όσοι είναι μέσα. Το είπε Ιταλικά, ξανά στα Γερμανικά, αλλά απάντηση δεν πήρε.

Η αγωνία των παιδιών έφτανε στο κατακόρυφο, δεν ήταν πλάκα, ούτε αστείο, έπρεπε να προχωρήσουν, δεν υπήρχε κανείς ή μήπως τους μυρίστηκαν και ετοίμαζαν εκπλήξεις;

Μια παιδική φωνούλα έλυσε όλες τις απορίες και έκλεισε την επιδρομή στο Κάστελλο.

-εγώ είμαι, μόνος, σας παρακαλώ, μην κάνετε τίποτε, βγαίνω…

Ένα άλλο παιδί, ο Αρκασομενεδιάτης Μιχάλης Μαστρομηνάς, ήταν από εκείνα τα μικρά, που δούλευαν στο αεροδρόμιο, είχε ξεμείνει, στα άδεια, εγκαταλειμμένα με φούρια στρατιωτικά κτήρια.

Όμως επίθεση δεν έγινε, αφού μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από την περιοχή. Πήραν βαθιές ανάσες και τα τρία παιδιά, ο Γιώργης πέταξε τη χειροβομβίδα στα χωράφια και τριγύρισαν τα άδεια κτήρια κάνοντας κάτι σαν αυτοψία.

Τα λάφυρατου Γιάννη ήταν ένα Γερμανικό ποδήλατο και μια κούτα μπισκότα. Ακόμα και για αυτά παραλίγο να μπλεχτεί σε καβγά, με έναν συντοπίτη, αφού στο μεταξύ είχαν πλακώσει κι άλλοι καλοθελητές, μήπως βρουν κάτι χρήσιμο, από τα παρατημένα αντικείμενα των Γερμανών στρατιωτών.

Το καλίεψε και έμαθε ισορροπία ο Γιάννης Μελισσηνός, από το στρατιωτικό ποδήλατο, και δεν το ξεχνά. Όσο κι αν ταξίδεψε, όσο κι αν γύρισε την Αμερική και να πέρασαν τα χρόνια, όποτε βγαίνει στη βεράντα του σπιτιού του, στον Πάνω Αφιάρτη, χάνεται ταξιδεύει στο άγριο τοπίο.

Θα νομίζεις ό,τι ξανοίει και χάνεται, πνίγεται στην απέραντη θάλασσα.

Όμως όχι, ο Γιάννης θωρεί εκείνα τα δυνατά του, τα χοροπηδηστά χρόνια, να κάνουν πετάλι μπροστά στα μάτια του.

Σαν να ξεχωρίζει το χνάρι, από όλες τις σκιές, που πέρασαν αλλά δεν είπαν να σταθούν, έφυγαν σαν τους κουρσάρους και τους κατακτητές, ξέμειναν μόνο κάτι ξέμπαρκες μνήμες και η ισορροπία, που αμά τι μάθεις τη ρουφιάνα, δεν τη ξεχνάς με τίποτα.

Μωρέ δώστου εσύ ένα ποδήλατο του Γιαννίκου και θα σου δείξει πως το καβαλικεύουν και πως χάνονται, πάνω στην ευθεία του Αφιάρτη. Που όσο μεγαλώνεις μοιάζει με το άπειρο του κόσμου.

dimellasm@hotmail.com